Ο Όμορφος κόσμος των βιοαισθητήρων

Γράφει ο Στέφανος Καραπέτης*

Το μέλλον της Χημείας ακουμπάει σε καινοτόμες τεχνολογίες, που θα αλλάξουν την ζωή της ανθρωπότητας. Μια από αυτές τις τεχνολογίες, που τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί πολύ, είναι η επιστήμη των. Στο πρώτο ερώτημα που μπορεί να προκύψει, το τι είναι δηλαδή ο βιοαισθητήρας, η απάντηση μπορεί να βρεθεί στην αναλυτική Χημεία. Ο Ορισμός της λέξης περιγράφει μια αναλυτική συσκευή, που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση Χημικών ουσιών, που αναμιγνύονται βιολογικές ουσίες με έναν φυσικοχημικό ανιχνευτή[1][2].

Ο Όμορφος κόσμος των βιοαισθητήρων

Στους βιοαισθητήρες ο βιολογικός υποδοχέας (bioreceptor) έχει σχεδιαστεί να αλληλεπιδρά με έναν συγκεκριμένο αναλύτη προκειμένου να παράγει ένα μετρήσιμο αποτέλεσμα σε κάποιον μετατροπέα του σήματος (transducer). Η υψηλή εκλεκτικότητα (selectivity) του αναλύτη μεταξύ άλλων χημικών και βιολογικών ουσιών είναι το κλειδί για την εύρεση του κατάλληλου bioreceptor. Παρόλο που ο τύπος των βιομορίων, που χρησιμοποιούνται για bioreceptor , είναι ευρύς, μπορούμε να κάνουμε μια πρώτη ταξινόμησή τους ως: Αντισώματα/αντιγόνα[3], ένζυμα/υποκαταστάτες, νουκλεϊκά οξέα/DNA, κυτταρικές δομές/κύτταρα ή βιομιμητικά υλικά[4][5].

Αλληλεπιδράσεις αντισώματος/αντιγόνου

Ένας ανοσοαισθητήρας (immunosensor) χρησιμοποιεί την πολύ εξειδικευμένη αλληλεπίδραση μεταξύ ενός αντισώματος και ενός συγκεκριμένου συστατικού ή αντιγόνου, που είναι ανάλογη της σχέσης ενός κλειδιού με την κλειδαριά, προκειμένου να μπορεί να ανιχνευτεί μέσω αυτού ένα συγκεκριμένο αντίσωμα, που έχει συγκεκριμένη πια διαμόρφωση. Η δέσμευση (binding) προκαλεί φυσικοχημικές αλλαγές που σε συνέργεια με έναν ιχνηθέτη (tracer), όπως κάποι φθορίζων μόριο ή ένζυμο ή ραδιοισότοπο, μπορεί να παράγει ένα σήμα, που θα φανεί στον transducer.

Στην περίπτωση χρήσης των αντισωμάτων βέβαια, υπάρχουν κάποιοι περιορισμού, επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις τα αντισώματα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις συνθήκες ανάλυσης (π.χ. το pH ή τη θερμοκρασία). Επίσης η αλληλεπίδραση μεταξύ αντιγόνου-αντισώματος είναι γενικά μη αναστρέψιμη. Παρόλα αυτά έχει αποδειχθεί ότι η σύνδεση μπορεί να διακοπεί μέσω χαοτροπικών αντιδραστηρίων, οργανικών ουσιών ή υπερηχητικών ακτινοβολιώ[6].

Τεχνητές αλληλεπιδράσεις πρωτεϊνών

Η χρήση αντισωμάτων ως μέσα βιοαναγνώρισης των συστατικών ενός βιοσθητήρα έχει μερικά μειονεκτήματα. Τα αντισώματα έχουν υψηλό μοριακό βάρος και περιορισμένη σταθερότητα μιας που περιέχουν σωρεία δισουλφιδικών μορίων και έτσι έχουν μεγάλο κόστος παραγωγής. Προκειμένου να ξεπεράσουμε κάποιους από αυτούς τους περιορισμούς, ανασυνδυασμένα θράυσματα (Fab, Fv or scFv) ή συγκεκριμένες αλυσίδες (VH, VHH) αντισωμάτων, έχουν σχεδιαστεί[7] ή σε μια άλλη προσέγγιση μικρά κομμάτια πρωτεϊνών με ευνοϊκές φυσικόχημικές ιδιότητες, έχει σχεδιαστεί, προκειμένου να κατασκευαστεί μια ομάδα αντιγονοδεσμευτικών πρωτεϊνών [Antigen Binding Proteins (AgBP)], που είναι ικανές να δεσμεύουν ποικίλες πρωτεϊνες-στόχους διατηρώντας πολλά από τα πλεονεκτήματα των μητρικών μορίων. Τα άνωθεν συστατικά έχουν την ικανότητα να συνδέονται με ένα δεδομένο αντιγόνο, που συχνά επιλέγεται in vitro μέσω φάγων, ριβοσωμάτων, ζυμομυκήτων ή mRNA.

Η τεχνητή αλληλεπίδραση πρωτεϊνών έχει μεγάλη σταθερότητα, έλλειψη δισουλφιδικών δεσμών και έχει βελτιστοποιημένη απόδοση σε συγκεκριμένα μόρια όπως τα βακτηριακά κυτοπλάσματα, εν αντιθέσει με τα αντισώματα και τα παράγωγά τους [8][9]. Είναι επομένως ιδιαίτερα σημαντικές για την δημιουργία βιοαισθητήρων [10][11].

Αλληλεπιδράσεις ενζύμων

Οι εξειδικευμένες ικανότητες και καταλυτικές επιδράσεις των ενζύμων, τα μετατρέπουν σε δημοφιλείς bioreceptors. Η αναγνώριση ενός αναλύτη έτσι και αλλιώς, έχει διάφορους πιθανούς μηχανισμούς, όπως:

1)Την μετατροπή του ίφδιου του ενζύμου σε αναλύτη, που μπορεί να γίνει ανιχνεύσιμο σε αισθητήρες

2) Την ανίχνευση της αναστολής ή ενεργοποίησης ενός ενζύμου από την αναλυόμενη ουσία

3) Την παρακολούθηση της τροποποίησης των ιδιοτήτων του ενζύμου που προκύπτει από την αλληλεπίδραση με την αναλυόμενη ουσία[6].

Οι κυριότεροι λόγοι χρήσης των ενζύμων στους βιοαισθητήρες είναι

  1. Η ικανότητα να καταλύουν μεγάλο αριθμό αντιδράσεων
  2. Η δυνατότητα ανίχνευσης μιας ομάδας αναλυτών, όπως τα υποστρώματα, οι αναστολείς και οι ρυθμιστές της καταλυτικής δραστηριότητας
  3. Η καταλληλότητα ως προς την ανίχνευση με πολλές και διαφορετικές μεθόδους ανάλυσης του αναλύτη 

Αξιοσημείωτο είναι ότι εφόσον τα ένζυμα δεν καταστρέφονται μετά από μια αντίδραση μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν πολλές φορές. Η καταλυτική δραστικότητα των ενζύμων επίσης επιτρέπει ακόμα χαμηλότερα όρια ανίχνευσης στις τεχνικές αλληλεπίδρασης. Παρόλα αυτά η ζωή ενός αισθητήρα είναι περιορισμένη λόγω της σταθερότητα των ενζύμων

Oι υποδοχείς

Tα αντισώματα έχουν υψηλή ικανότητα δέσμευσης η οποία συνήθως είναι μη αναστρέψιμη και σχηματίζει ένα ζεύγος αντιγόνου-αντισώματος. Για ορισμένα μόρια αναλυόμενης ουσίας, όπως οι πρωτεΐνες της γλυκόζης, η δέσμευση τους γίνεται με υψηλή εκλεκτικότητα. Η αλληλεπίδραση μεταξύ αναλύτη και υποδοχέα είναι κάτω από μαι ναστρέψιμη διαδικασία και το ζεύγος μεταξύ των ελεύθερων μορίων μπορεί να δώσει ικανοποιητικό σήμα. Επίσης στην περίπτωση της γλυκόζης, όπως για παράδειγμα της concanavalin A, η λειτουργικότητα του υποδοχεά μπορεί να εμφανίσει μια συγκεκριμένη σταθερά δέσμευσης [12]. Η χρήση αυτών των υποδοχέων για σκοπούς που έχουν να κάνουν με τους βιοαισθητήρες αναλύθηκε σε δημοσίευση του Schultz and Sims το 1979 [17], όπου στη συνέχεια διαμορφώθηκε διαμέσω μιας φθορισμομετρικής δοκιμασίας για την μέτρηση της γλυκόζης σε σχετικά φυσιολογικό έυρος[13]. Οι βασικές αρχές ενός τέτοιου αισθητήρα όπου δεν καταναλώνει αναλύτη κατά τη διάρκεια διαφρόρων χημικών αντιδράσεων είναι ένα ισχυρό πλεονέκτημα των ενζυμικών αλληλεπιδράσεων.

Οι αλληλελεπιδράσεις των νουκλεϊκών οξέων

Οι βιοαισθητήρες, που χρησιμοποιούν αλληλεπιδράσεις, αναφέρονται και ως γονιδιακοί αισθητήρες (genosensors). Η διαδικασία της αναγνώρισης σε αυτή την περίπτωση, βασίζεται στις αρχές που διέπουν τα βιολογικά μόρια, δηλαδή τα ζεύγη (Αδενίνη:Θυμίνη, Κυτοσίνη:Γουανίνη σε DNA. Εάν σε στόχο Νουκλεϊκού οξέος η αλληλουχία είναι γνωστή, μπορούν να συντεθούν συμπληρωματικές αλυσίδες, να επισημανθούν και στη συνέχεια να ακινητοποιηθούν στον αισθητήρα. Οι ανιχνευτές υβριδισμού μπορούν να ζευγοποιηθούν με τους αναλύτες, δημιουργώντας οπτικό σήμα. Η προτιμώμενη μέθοδος είναι η οπτική ανίχνευση [6].

Επιγενετική

Οι οπτικά βελτιστοποιημένοι συντονιστές έχουν ενσωματωθεί έτσι ώστε να ανιχνευθούν οι επιγενετικές τροποποιήσεις (π.χ. Μεθυλίωση του DNA, μετα-μεταφραστικές τροποποιήσεις) σε σωματικά υγρά από ασθενείς που έχουν προσβληθεί από καρκίνο ή άλλες ασθένειες[14]. Οι φωτονικοί βιοαισθητήρες αναπτύσσονται με υπερευαισθησία σήμερα σε ερευνητικό επίπεδο για την ανίχνευση των καρκινικών κυττάρων στα ούρα ενός ασθενή [15]. Διάφορα ερευνητικά έργα στοχεύουν στην ανάπτυξη νέων φορητών συσκευών που είναι φθηνοί, φιλικοί προς το περιβάλλον, με χρήση φυσιγγίων, που απαιτούν απλό χειρισμό και χωρίς περαιτέρω επεξεργασία.

Τα οργανίδια

Τα οργανίδια σχηματίζουν ξεχωριστά διαμερίσματα και συνήθως περιλαμβάνουν λυσσοσώματα, χλωροπλάστες και μιτοχόνδρια. Το πρότυπο κατανομής του ασβεστίου είναι κλειστό σε σχέση με την πανταχού παρούσα οδό σηματοδότησης. Τα μιτοχόνδρια συμμετέχουν ενεργά στο μεταβολισμό των ιόντων ασβεστίου για τον έλεγχο της λειτουργίας του βιοαισθητήρα[16]

Με αυτό τον τρόπο τα μιτοχόνδρια μπορούν χρησιμοποιηθούν στην ανίχνευση της συγκέντρωσης του ασβεστίου. Η ανίχνευση αυτή είναι πολύ ευαίσθητη διαμέσω υψηλής ανάλυσης. Άλλη εφαρμογή των μιτοχονδρίων είναι η ανίχνευση της μόλυνσης του νερού. Η τοξικότητα των απορρυπαντικών ενώσεων θα βλάψει την κυτταρική και υποκυτταρική δομή, συμπεριλαμβανομένων των μιτοχονδρίων. Η τοξικότητα θα προκαλέσει μια επίδραση στην διόγκωση, που θα μπορούσε να μετρήσει με μια αλλαγή της απορρόφησης. Τα δεδομένα του πειράματος δείχνουν ότι ο ρυθμός αλλαγής είναι ανάλογος με τη συγκέντρωση του απορρυπαντικού, παρέχοντας υψηλό πρότυπο για την ακρίβεια ανίχνευσης [17].

Τα κύτταρα

Τα κύτταρα συχνά χρησιμοποιούνται ως bioreceptor, επειδή είναι ευαίσθητα σε τέτοιες συνθήκες που μπορούν να ανταποκριθούν σε όλα τα είδη των διεγέρσεων. Τα κύτταρα γενικά μπορούν να ακινητοποιηθούν σε επιφάνειες, έτσι ώστε να γίνονται ανιχνέυσιμα. Μάλιστα τα οργανίδια που παραμένουν ενεργά για μεγαλύτερη περίοδο, μπορούν να κάνουν τους βιοαισθητήρες επαναχρησιμοποιήσιμους και επαναπαραγωγίσιμους. Συνήθως χρησιμοποιούνται για να ανιχνεύσουν κοινές παραμέτρους όπως το άγχος, την τοξικότητα και τα οργανικά παράγωγα. Μια εφαρμογή είναι η χρήση των κυττάρων για την ανίχνευση των ζιζανιοκτόων που είναι πολύ συνηθισμένοι περιβαλλοντικοί ρύποι[18]. Τα μικροφύκη παγιδεύονται σε μικροίνες χαλαζία και ο φθορισμός της χλωροφύλλης τροποποιείται από τα ζιζάνια που συλλέγονται στην άκρη μιας δέσμης οπτικών ινών μεταδιδόμενη από ένα φθοροσίμετρο.

Τα φύκη καλλιεργούνται συνεχώς προκειμένου να γίνει μια οπτική μέτρηση. Τα αποτελέσματα δείχνουν ένα όριο ανίχνευσης, όπου μπορεί να πιάσει το επίπεδο συγκέντρωσης των ppb (parts per bilion). Μερικά κύτταρα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη μικροβιακή διάβρωση [19]. Οι ψευδομονάδες sp απομονώνεται από την επιφάνεια του διαβρωμένου υλικού και ακινητοποιείται στη μεμβράνη της ακέτυλοκυταρίνης. Η αναπνευστική δραστηριότητα προσδιορίζεται με την μέτρηση του καταναλώμενου οξυγόνου. Υπάρχει γενικά μια ευθύγραμμη σχέση μεταξύ του παραγόμενου ρεύματος και της συγκέντρωσης του θειικού οξέος. Ο χρόνος απόκρισης δε μπορεί να ρυθμιστεί παραπάνω από 5 λεπτά.

Οι ιστοί

Οι ιστοί χρησιμοποιούνται στους βιοαισθητήρες προκειμένου να εξασφαλίσουν την αφθονία των ενζύμων που υπάρχουν. Πλεονεκτήματα αυτών είναι:

  • Η ευκολία στην ακινητοποίηση, συγκρινόμενα με τα κύτταρα και τα οργανίδια
  • Η μεγαλύτερη ενεργητικότητα και σταθερότητα σε σχέση με τα ένζυμα του φυσικού περιβάλλοντος
  • Η χαμηλή τιμή και η διαθεσιμότητά τους
  • Η αποφυγή των κουραστικών εργασιών της φυγοκέντρησης και της εκχύλισης
  • Η απαραίτητοι συμπαράγοντες λειτουργίας των ενζύμων
  • Η ποικιλομορφία που παρέχει ένα ευρύ φάσμα επιλογών σχετικά με διαφορετικούς στόχους.

Βεβαίως υπάρχουν και κάποια μειονεκτήματα όπως η έλλειψη εξειδικευμένης απόκρισης λόγω της παρεμβολής άλλων ενζύμων, καθώς και ο μεγαλύτερος χρόνος απόκρισης λόγω του φραγμού μεταφοράς.

Επιφανειακή προσκόλληση του βιολογικού στοιχείου

Πολύ σημαντικό ρόλο στην τεχνολογία αυτή έχει η επιφάνεια που ακουμπούν τα βιολογικά μόρια, όπως το μέταλλο, τα πολυμερή ή το γυαλί). Γενικά ο δεσμευμένος βιολογικός παράγοντας μπορεί να στερεωθεί στην επιφάνεια με την τεχνική στρώμα προς στρώμα (Layer-by-layer), που είναι και η πιο κοινή μέθοδος, ή με εναπόθεση φορτισμένων πολυμερών[20].

H Layer-by-layer (LbL) εναπόθεση σχηματίζει συνήθως μια λεπτή μεμβράνη, που σχηματίζεται με την εναπόθεση αντίσθετα φορτισμένων στρωμάτων με βήματα που προϋποθέτουν και πλύση της επιφάνειας, περνώντας από το ένα στρώμα στο άλλο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές όπως εμβάπτιση, περιστροφή, ψεκασμό, ηλεκτρομαγνητισμό ή ρευστότητα[[21]. Η τεχνική αυτή εμφανίστηκε πρώτη φορά στην βιβλιογραφία από τους J. J. Kirkland και R. K. Iler of DuPont, οι οποίοι την πραγματοποίησαν χρησιμοποιώντας μικροσωματίδια, το 1966 [22]. Εκείνη η μέθοδος βέβαια ανανεώθηκε με την ανακάλυψη της δυνατότητας εφαρμογής της σε ένα ευρύ φάσμα πολυλεκτρολυτών από τον καθηγητή Gero Decher του Johannes Gutenberg-Universität του Mainz [23].

Βιομετατροπείς

Οι βιοαισθητήρες μπορούν να ταξινομηθούν με βάση τον τύπο των βιομετατροπέων (biotransducer) σε:

  • Ηλεκτροχημικούς (Electrochemical)
  • Οπτικούς (Optical)
  • Ηλεκτρονικούς (Electronics)
  • Πιεζοηλεκτρικούς (Piezoelectric)
  • Βαρυμερτρικούς (Gravimetric)
  • πυροηλεκτρικούς (pyroelectric)

Στο μέλλον θα δούμε πολλές εφαρμογές τους. Σήμερα βέβαια είναι εξίσου πολλές με πιο διαδεδομένη αυτών της γλυκόζης, που έχουν και εμπορική εφαρμογή (μηχανάκια μέτρησης Σακχάρου). Ωστόσο η έρευνα έχει προχωρήσει και για άλλους τύπους βιοαισθητήρων.

Πηγές

  1. D. Kell; Biosensors. Fundamentals and Applications.. Journal of Electroanalytical Chemistry and Interfacial Electrochemistry 1988, 253, 589, 10.1016/0022-0728(88)87098-0.
  2. Gerald A. Urban; Florinel-Gabriel Banica: Chemical sensors and biosensors: Fundamentals and applications. Analytical and Bioanalytical Chemistry 2013, 405, 5365-5366, 10.1007/s00216-013-6870-9.
  3. A. Juzgado; A. Soldà; A. Ostric; Alejandro Criado; G. Valenti; S. Rapino; G. Conti; Giulio Fracasso; F. Paolucci; M. Prato; et al. Highly sensitive electrochemiluminescence detection of a prostate cancer biomarker. Journal of Materials Chemistry B 2017, 5, 6681-6687, 10.1039/C7TB01557G.
  4. T. Vo-Dinh; B. Cullum; Biosensors and biochips: advances in biological and medical diagnostics. Fresenius’ Journal of Analytical Chemistry 2000, 366, 540-551, 10.1007/s002160051549.
  5. Elisa Biavardi; Elena Villani; Massimo Marcaccio; Federico Bertani; Giulio Fracasso; Giovanni Valenti; Enrico Rampazzo; Dunia Ramarli; Enrico Dalcanale; Francesco Paolucci; et al. An electrochemiluminescence-supramolecular approach to sarcosine detection for early diagnosis of prostate cancer. Faraday Discuss. 2015, 185, 299-309, 10.1039/C5FD00096C.
  6. María Marazuela; María Moreno-Bondi; Mª Dolores Marazuela; Fiber-optic biosensors – an overview. Analytical and Bioanalytical Chemistry 2002, 372, 664-682, 10.1007/s00216-002-1235-9.
  7. Victor Crivianu-Gaita; Michael Thompson; Aptamers, antibody scFv, and antibody Fab’ fragments: An overview and comparison of three of the most versatile biosensor biorecognition elements. Biosensors and Bioelectronics 2016, 85, 32-45, 10.1016/j.bios.2016.04.091.
  8. Katja Škrlec; Borut Strukelj; Aleš Berlec; Non-immunoglobulin scaffolds: a focus on their targets. Trends in Biotechnology 2015, 33, 408-418, 10.1016/j.tibtech.2015.03.012.
  9. Christian Jost; Andreas Plückthun; Engineered proteins with desired specificity: DARPins, other alternative scaffolds and bispecific IgGs. Current Opinion in Structural Biology 2014, 27, 102-112, 10.1016/j.sbi.2014.05.011.
  10. Elodie Brient-Litzler; Andreas Plückthun; Hugues Bedouelle; Knowledge-based design of reagentless fluorescent biosensors from a designed ankyrin repeat protein. Protein Engineering, Design and Selection 2009, 23, 229-241, 10.1093/protein/gzp074.
  11. Frederico F. Miranda; Elodie Brient-Litzler; Nora Zidane; Frédéric Pecorari; Hugues Bedouelle; Reagentless fluorescent biosensors from artificial families of antigen binding proteins. Biosensors and Bioelectronics 2011, 26, 4184-4190, 10.1016/j.bios.2011.04.030.
  12. Jerome S Schultz; Sohrab Mansouri; Irwin J Goldstein; Affinity Sensor: A New Technique for Developing Implantable Sensors for Glucose and Other Metabolites. Diabetes Care 1982, 5, 245-253, 10.2337/diacare.5.3.245.
  13. Ralph Ballerstadt; Jerome S. Schultz; A Fluorescence Affinity Hollow Fiber Sensor for Continuous Transdermal Glucose Monitoring. Analytical Chemistry 2000, 72, 4185-4192, 10.1021/ac000215r.
  14. Valentina Donzella; Francesco Crea; Optical biosensors to analyze novel biomarkers in oncology. Journal of Biophotonics 2011, 4, 442-452, 10.1002/jbio.201000123.
  15. Frank Vollmer; Lan Yang; Label-free detection with high-Q microcavities: a review of biosensing mechanisms for integrated devices. Nanophotonics 2012, 1, 267-291, 10.1515/nanoph-2012-0021.
  16. R. Rizzuto; Paolo Pinton; Marisa Brini; A. Chiesa; L. Filippin; T. Pozzan; Mitochondria as biosensors of calcium microdomains. Cell Calcium 1999, 26, 193-200, 10.1054/ceca.1999.0076.
  17. Marcantonio Bragadin; Sabrina Manente; Rossano Piazza; Guido Scutari; The Mitochondria as Biosensors for the Monitoring of Detergent Compounds in Solution. Analytical Biochemistry 2001, 292, 305-307, 10.1006/abio.2001.5097.
  18. Christophe Védrine; Jean-Claude Leclerc; Claude Durrieu; Canh Tran-Minh; Optical whole-cell biosensor using Chlorella vulgaris designed for monitoring herbicides. Biosensors and Bioelectronics 2003, 18, 457-463, 10.1016/s0956-5663(02)00157-4.
  19. R.S Dubey; S.N Upadhyay; Microbial corrosion monitoring by an amperometric microbial biosensor developed using whole cell of Pseudomonas sp.. Biosensors and Bioelectronics 2001, 16, 995-1000, 10.1016/s0956-5663(01)00203-2.
  20. John C. Pickup; Zheng-Liang Zhi; Faaizah Khan; Tania Saxl; David J. S. Birch; Nanomedicine and its potential in diabetes research and practice. Diabetes/Metabolism Research and Reviews 2008, 24, 604-610, 10.1002/dmrr.893.
  21. J. J. Richardson; M. Bjornmalm; Frank Caruso; Axel Mattias Håkansson Björnmalm; Technology-driven layer-by-layer assembly of nanofilms. Science 2015, 348, 6233, 10.1126/science.aaa2491.
  22. J. J. Kirkland; Porous Thin-Layer Modified Glass Bead Supports for Gas Liquid Chromatography.. Analytical Chemistry 1965, 37, 1458-1461, 10.1021/ac60231a004.
  23. Gero Decher; Jong-Dal Hong; Buildup of ultrathin multilayer films by a self-assembly process, 1 consecutive adsorption of anionic and cationic bipolar amphiphiles on charged surfaces. Makromolekulare Chemie. Macromolecular Symposia 1991, 46, 321-327, 10.1002/masy.19910460145.

*Οι σημερινές χημικές πτήσεις ξεκινούν με ένα άρθρο μου μεταφρασμένο και αναδημοσιευμένο από το Encyclopedias της MDPI. Με αυτό τον τρόπο συνεχίζουμε μια σειρά άρθρων που αφορούν τον τομέα της Χημείας και όχι τον συνδικαλιστικό τομέα

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading