Η Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ) ήταν οργάνωση των Ελληνοκυπρίων που έδρασε κατά την χρονική περίοδο 1955-1959 για την ελευθερία της Κύπρου από την Βρετανική κυριαρχία, εθνική αυτοδιάθεση και την ένωσή της με την Ελλάδα.

Οι απαρχές
Ο Γεώργιος Γρίβας, πρώην αρχηγός της αντικομμουνιστικής Οργάνωσης Χ στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940, είχε συλλάβει από νωρίς την ιδέα της ένοπλης δράσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, παρουσίασε τις απόψεις του στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Γ, ο οποίος αρχικά ήταν αρνητικός. Το 1952 πραγματοποιήθηκε σειρά συναντήσεων, στις οποίες συμμετείχαν εκτός του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακάριου Γ΄ και του ίδιου του Γρίβα, ο κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφος Αχιλλέας Κύρου και οι δικηγόροι Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, καθώς και Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι πνευματικοί άνθρωποι και στρατιωτικοί. Σύνδεσμος με την Κύπρο ήταν ο Ανδρέας Αζίνας.
Ο Μακάριος Γ΄ είχε αρχικά δισταγμούς. Τελικά συναίνεσε το 1954, με τον όρο ότι οι επιθέσεις θα γίνονταν κατά των βρετανικών εγκαταστάσεων χωρίς ανθρώπινα θύματα.
Ο Γρίβας, έχοντας προετοιμάσει το έδαφος με παλιότερες επισκέψεις του στο νησί, αφού μετακινήθηκε αρχικά στη Ρόδο, έφτασε και στην Κύπρο. Η σύλληψη του ελληνικού καϊκιού «Άγιος Γεώργιος», που μετέφερε πολεμοφόδια στο νησί, από τους Βρετανούς τον Ιανουάριο του 1955 δεν εμπόδισε τελικά τη σύσταση της οργάνωσης.
Η στάση της Ελλάδος
Η στάση της Κυβέρνησης Παπάγου απέναντι στην ΕΟΚΑ θεωρούνταν από τους Άγγλους και τους Τούρκους φιλική και υποστηρικτική. Όμως αρχικά φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος Παπάγος, ενήμερος για τις προθέσεις του Γρίβα, προσπάθησε να τον αποθαρρύνει.
Όμως μετά την απόρριψη της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ ο στρατηγός Παπάγος αποδέχθηκε το ενδεχόμενο της ένοπλης δράσης και έτσι έδωσε την χείρα βοηθείας του για να φτιαχτεί η οργάνωση.Ο Γρίβας όμως δεν λάμβανε εντολές από την ελληνική κυβέρνηση, διότι η ΕΟΚΑ οργανώθηκε και στελεχώθηκε με την προσωπική φροντίδα του ίδιου του αρχηγού της. Οι μαχητές της ΕΟΚΑ στρατολογούνταν κατ΄ εξοχήν από οργανώσεις της Εθναρχίας και κυρίως οργανώσεις της νεολαίας. Συγκεκριμένα, τα περισσότερα μέλης της ΕΟΚΑ προέρχονταν από οργανώσεις όπως η ΟΧΕΝ, η ΠΕΟΝ, η ΣΕΚ και η ΠΕΚ ενώ δεν ήταν λίγοι και οι μαθητές σχολείων.
Η στάση των Βρετανών
Οι Βρετανοί χαρακτήρισαν την ΕΟΚΑ ως οργάνωση τρομοκρατική και φάνηκαν αποφασισμένοι να την καταστρέψουν. Επίσης ισχυρίζονταν ότι ο Μακάριος ήταν ο πραγματικός ηγέτης της οργάνωσης, κάτι που δεν ήταν ακριβές. Έτσι άρχισαν να συνεργάζονται με τους Τούρκους στο νησί αλλά και με την και η Τουρκική κυβέρνηση. Η αποικιακή διοίκηση συγκρότησε νέα σώματα επικουρικής αστυνομίας από τουρκοκύπριους, οι οποίοι «αποδείχθηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι στις κατασταλτικές επιχειρήσεις σε βάρος της ΕΟΚΑ και του ελληνοκυπριακού πληθυσμού».
Ο αριθμός των Βρετανικών δυνάμεων που αντιμετώπιζαν την ΕΟΚΑ κυμαινόταν από 12000 άνδρες το φθινόπωρο του 1955 έως πάνω από 34000 ένα χρόνο αργότερα. Αργότερα, το 1957, και όταν η ΕΟΚΑ είχε κηρύξει ανακωχή, ο αριθμός μειώθηκε αισθητά. Στα τέλη του 1958 εποχή νέας κορύφωσης της σύγκρουσης, υπήρχαν περί τους 30000 στρατιώτες. Οι αριθμοί δείχνουν ότι πάρα και την ύπαρξη της επικουρικής αστυνομίας και άλλων μέσων , οι Βρετανοί αδυνατούσαν να εξαρθρώσουν την ΕΟΚΑ. Οι πρώτες αντιδράσεις των Άγγλων στην αντιμετώπιση της απελευθερωτικής οργάνωσης ήταν η θέσπιση του νόμου της 15ης Ιουλίου 1955 για προσωποκράτηση χωρίς δίκη και η δημιουργία κρατητηρίων.
Σύμφωνα με τον έκτακτο αυτό νόμο, η αστυνομία μπορούσε να συλλάβει οποιονδήποτε και να τον κρατήσει χωρίς δίκη με διάταγμα που εκδιδόταν με εντολή του Κυβερνήτη και υπογραφή του Διοικητικού Γραμματέα. Πρώτο κρατητήριο ήταν οι Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας και στη συνέχεια το μεσαιωνικό κάστρο της Κερύνειας. Μετά από απόδραση 16 αγωνιστών της ΕΟΚΑ όμως από το κάστρο (3 Σεπτεμβρίου του 1955) ιδρύθηκαν στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Κοκκινοτριμιθιά, κι αργότερα στην Πύλα, στο Πολέμι, την Αγύρτα, το Μάμμαρι, το Πυρόι.
Η στάση των Τουρκοκυπρίων
Η συγκρότηση εκ μέρους αποικιακής διοίκησης αστυνομικού σώματος από Τουρκοκυπρίους έδινε άλλη διάσταση στην σύγκρουσή της με την ΕΟΚΑ: θα προκαλούσε συγκρούσεις ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Συγκροτήθηκε πολύ σύντομα αντίστοιχη τουρκοκυπριακή οργάνωση με την ονομασία Βολκάν, η οποία το 1957 θα μετονομαστεί σε Τ.Μ.Τ (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης-Türk Müdafaa Teskilâti).
Αξιωματικοί του Τουρκικού στρατού θα την οργανώσουν και θα την καθοδηγήσουν. Η σχέση της με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ήταν άμεση «σε αντίθεση με την ΕΟΚΑ, η οποία οργανώθηκε από απόστρατο αξιωματικό του ελληνικού στρατού και δεν αποτέλεσε ποτέ όργανο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων».
Προπαρασκευή
Η αρχική προπαρασκευή σύμφωνα με τον Γρίβα διήλθε από δύο φάσεις, εκ της πρώτης περιελάμβανε δύο προσωπικές του αναγνωρίσεις στην Κύπρο ώστε να καταρτιστεί και να εξεταστεί το Γενικό σχέδιο, οργάνωθηκαν οι πρώτοι πυρήνες αντίστασης και έγινε η παραλαβή πολεμικού εξοπλισμού από την Ελλάδα. Η πρώτη φάση διήρκεσε από τον Ιούνιο 1951 και τελείωσε τον Νοέμβριο 1954.
Η δεύτερη φάση περιελάμβανε την εκπαίδευση των πυρήνων και την επιλογή και κατάρτιση των επιχειρησιακών σχεδίων για την προσβολή των πρώτων στόχων. Αυτή η φάση διήρκεσε από τον Νοέμβριο 1954 εώς και την 1η Απριλίου 1955 με την έναρξη του αγώνος. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι παραδέχτηκαν ότι δεν γνώριζαν τίποτε περί της δράσης της ΕΟΚΑ.Την πρώτη Απρίλη του 1955 ουσιαστικά ιδρύεται η οργάνωση με το γενικό σχέδιο να συντάσσεται στην Ελλάδα.Το σχέδιο αυτό χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την μελέτη και διεξαγωγή του αγώνος.
Δια πράξεων ηρωισμού και αυτοθυσίας να κινήσωμεν το ενδιαφέρον της Διεθνούς κοινής γνώμης, ιδία δε των Συμμάχων, επί του Κυπριακού ζητήματος, το οποίον θα ήτο δυνατόν, ούτω, να τοις παράσχη πράγματα, εάν δεν δοθεί λύσις, ικανοποιούσα ημάς. Δια συνεχούς σοβαράς παρενοχλήσεως των Άγγλων εν Κύπρω να διαδηλώσωμεν την σταθεράν απόφασιν και θέλησιν μας ότι δεν θα υποχωρήσωμεν προ ουδεμίας θυσίας, αλλά, τουναντίον, θα προχωρήσωμεν μέχρις επιτεύξεως του σκοπού μας.
Ο Αγών θα συνεχισθεί μέχρις πού η Διεθνής διπλωματία – ΟΗΕ – και οι Άγλλοι, ειδικώς, εξαναγκασθούν να εξετάσουν το Κυπριακόν ζήτημα και δώσουν αμέσως λύσιν σύμφωνον με τους πόθους του Κυπριακού λαού και ολοκλήρου του Ελληνικού Έθνους.
Η προσπάθεια της ΕΟΚΑ αποτελεί τον τελευταίο χρονικά εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων. Η Κύπρος του 1955-1959 αποτέλεσε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες οι Βρετανοί απέτυχαν να νικήσουν σε έναν αποικιακό πόλεμο. Η δράση της οργάνωσης κατέδειξε σε όλο τον κόσμο ότι η Κύπρος ήταν πλέον μια περιοχή επαναστατημένη.
Το 1960 ιδρύεται η Κυπριακή δημοκρατία
Μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 ουσιαστικά η οργάνωση έπαψε να υπάρχει αλλά ο Γρίβας συνέχισε να αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα των εξελίξεων. Αναχώρησε για την Ελλάδα, όπου έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές, του απονεμήθηκε ο βαθμός του στρατηγού εν αποστρατεία και ανακηρύχθηκε ομόφωνα από την Ελληνική Βουλή άξιο τέκνο της πατρίδος.
Τον Ιούνιο του 1964 όμως η κυβέρνηση Παπανδρέου τον έστειλε ξανά ως επικεφαλής 5.000 στρατιωτών αναλαμβάνοντας την αρχηγία των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων και στη συνέχεια και της Εθνικής Φρουράς με τη συναίνεση του Μακάριου. Το Νοέμβριο του 1967, ελληνοκυπριακές δυνάμεις υπό τις διαταγές του Γρίβα επιτέθηκαν στους Τουρκοκυπρίους στις περιοχές Άγιος Θεόδωρος και Κοφίνου δυτικά της Λάρνακας, ύστερα από εντάσεις και προκλήσεις μεταξύ των δύο πλευρών, με αποτέλεσμα τον θάνατο 22 Τουρκοκυπρίων και ενός Ελληνοκύπριου.
Η Τουρκία απείλησε να εισβάλει στο νησί και η εισβολή απετράπη μόνο με ανταλλάγματα την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο και την ανάκληση του Γρίβα στην Ελλάδα.Το καλοκαίρι του 1971, όταν οι σχέσεις του Μακαρίου με τη δικτατορία των Συνταγματαρχών είχαν ενταθεί,ο Γρίβας επέστρεψε κρυφά στην Κύπρο και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β’, η οποία στελεχώθηκε κυρίως από πρώην άνδρες της ΕΟΚΑ και νέους που πίστεψαν ότι με τη δυναμική δράση θα πειθόταν ή θα εξαναγκαζόταν ο Μακάριος να ακολουθήσει τη γραμμή της ένωσης. Ο Γεώργιος Γρίβας όμως πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 27 Ιανουαρίου του 1974, λίγους μήνες αργότερα η Κύπρος διαιρούνταν μετά από την Τουρκική εισβολή.
Η ΕΟΚΑ Β’ απέτυχε λόγω του χουντικού καθεστώτος στην Ελλάδα αλλά και μιας σωρείας πολιτικών λαθών που ακολούθησαν ιδίως μετά το αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, όπου η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη Δημοκρατία. Η ανεξάρτητη δημοκρατία της κύπρου δημιουργήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1960.
Το πρώτο Σύνταγμα του 1960 ενσωμάτωσε ένα σύστημα με παγιωμένα κοινοτικά δικαιώματα για τους Τουρκοκύπριους που δεν είχαν προηγούμενο σε καμιά άλλη χώρα και μια δυσκίνητη και αναποτελεσματική δικοινοτική δομή.Εκεί κάπου ξεκινά το πρώτο λάθος.
Το Νοέμβριο του 1963, ο πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, υπέβαλε προτάσεις για τροποποιήσεις στο σύνταγμα με στόχο τη βελτίωση της λειτουργικότητας του κράτους. Η Τουρκία όμως μαζί με την ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας απέρριψαν κατηγορηματικά τις προτάσεις.Ως συνέπεια της επακόλουθης αντιπαράθεσης, οι Τουρκοκύπριοι υπουργοί αποσύρθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο και οι Τουρκοκύπριοι δημόσιοι υπάλληλοι έπαψαν να πηγαίνουν στις εργασίες τους.
Το αδιέξοδο οδήγησε σε δικοινοτικές συγκρούσεις και απειλές από μέρους της Τουρκίας για εισβολή στην Κύπρο. Η Κυβέρνηση της Κύπρου προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο επιβεβαίωσε την κυριαρχία και τη νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησής της και απέστειλε ειρηνευτική δύναμη (ΟΥΝΦΙΚΥΠ) για να συμβάλει, μεταξύ άλλων, στην αποκατάσταση του νόμου και της τάξης και να δρομολογήσει μια διαδικασία ειρηνικής διευθέτησης.
Η ενδοκοινοτική διαμάχη υποχώρησε σχετικά σύντομα και η τότε κυπριακή Κυβέρνηση κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να αποκαταστήσει την ομαλότητα στο νησί. Το 1968, μετά από πρωτοβουλία της κυπριακής κυβέρνησης, άρχισαν ενδοκοινοτικές συνομιλίες με την τουρκοκυπριακή ηγεσία, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για την επίτευξη συμφωνίας, κατόπιν διαπραγματεύσεων, για ένα πιο λειτουργικό συνταγματικό σύστημα για την Κύπρο. Μέχρι το 1974, επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος μέσα από τις ενδοκοινοτικές συνομιλίες αλλά οι εξελίξεις εκείνου του καλοκαιριού διέκοψαν τη διαδικασία, με καταστροφικές συνέπειες για το νησί.
Στις 15 Ιουλίου του 1974, η στρατιωτική χούντα της Ελλάδας που βρισκόταν στην εξουσία, διενήργησε πραξικόπημα για να ανατρέψει τη δημοκρατικά εκλεγμένη Κυβέρνηση της Κύπρου. Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο, δήθεν για να αποκαταστήσει τη συνταγματική τάξη. Κατέλαβε περίπου 36,2% του εδάφους του νησιού στο βορρά, ενέργεια που καταδικάστηκε παγκόσμια ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και του Χάρτη του ΟΗΕ.
Η εισβολή και η κατοχή είχαν καταστροφικές συνέπειες. Περισσότεροι από 160.000 Ελληνοκύπριοι που διέμεναν στο Βορρά, σχεδόν το 1/3 του τότε πληθυσμού της Κύπρου, εκδιώχθηκαν βίαια από το κατεχόμενο βόρειο μέρος του νησιού, όπου αποτελούσαν το 80% του πληθυσμού. Η παρουσία των τουρκικών στρατευμάτων εμποδίζει ακόμα τους ανθρώπους αυτούς να επιστρέψουν στα σπίτια και τις περιουσίες τους. Άλλα 20.000 άτομα, η πλειοψηφία των οποίων ήταν Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι που παρέμειναν στις κατεχόμενες περιοχές, εξαναγκάστηκαν σταδιακά, με εκφοβισμό και στέρηση των βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων τους, να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Σύμφωνα με την τελευταία Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ προς το Συμβούλιο Ασφαλείας, υπάρχουν ακόμα και σήμερα γύρω στους 330 Ελληνοκύπριους και 110 Μαρωνίτες εγκλωβισμένοι.
Η εισβολή είχε καταστροφικές συνέπειες τόσο σε καθαρά ανθρώπινο όσο και οικονομικό επίπεδο. Η οικονομία στην ουσία καταστράφηκε, ως αποτέλεσμα της εισβολής, και χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ή αγνοούνται μέχρι σήμερα. Η ΕΟΚΑ Β’ σε σχέση με την ΕΟΚΑ Α’ απέτυχε, διότι η πρώτη ΕΟΚΑ περιόρισε την Αγγλική παρουσία στο νησί μόνο με μία βάση που λειτουργεί μέχρι σήμερα ενώ η δεύτερη ΕΟΚΑ το μόνο που δεν έφερε,ήταν η ένωση με την Ελλάδα.
Μετά την εισβολή και την εκδίωξη των Ελλήνων από το Βόρειο τμήμα του νησιού η Τουρκία προώθησε δημογραφικές αλλαγές στις κατεχόμενες περιοχές μεταφέροντας εποίκους από την Ανατολία. Η μεγάλη εισροή εποίκων έχει επίσης επηρεάσει αρνητικά τις συνθήκες διαβίωσης των Τουρκοκυπρίων, αναγκάζοντας πάνω από 55,000 να μεταναστεύσουν.
Για την επίλυση στο θέμα της Κύπρου έχουν γίνει πολλές προσπάθειες, μέσα σε αυτές εντάσσεται και το σχέδιο Ανάν και άλλες διαβουλεύσεις. Από τι φαίνεται κάποια στιγμή θα βρεθεί μια λύση που θα αφορά την διαβίωση των δύο κοινοτήτων στο νησί αλλά η ένωση με την Ελλάδα σίγουρα αργεί ή μοιάζει ως ένα καλό παραμύθι. Αυτό το λέμε, γιατί σε καμία πρόταση μέχρι σήμερα δεν έχει διατυπωθεί κάτι τέτοιο.
Η Ιστορία του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Κύπρου είναι σημαντική και σίγουρα διόλου ευκαταφρόνητη. Η ιστορία της ΕΟΚΑ είναι μια ιστορία γεμάτο αίμα αγωνιστών για το όνειρο της απελευθέρωσης και της ένωσης. Σήμερα αποτιμώντας το έργο της ΕΟΚΑ μπορούμε πολύ εύκολα να την εντάξουμε δίπλα σε οργανώσεις όπως τον ΕΑΜ, τον ΕΛ.ΛΑ.Σ αλλά και τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής και της Χούντας.
![]()