
Ο Δημήτρης Τόφαλος γεννήθηκε στην Πάτρα το 1884 και ήταν το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ενός σταφιδέμπορου της πόλης. Με την απίστευτη δύναμή του από νωρίς στη ζωή του ο πιτσιρικάς σύχναζε στον σιδηροδρομικό σταθμό των Πατρών, όπου ανεβοκατέβαζε ράγες ως παιχνίδι.Όμως όταν ήταν 12 χρονών διερχόμενος συρμός τον παρέσυρε, συντρίβοντάς του το χέρι. Οι γιατροί ήταν έτοιμοι να του το κόψουν αλλά ο πατέρας του δεν συμφώνησε με αυτό, σώζοντας όχι μόνο το μέλος του γιου του αλλά και ολόκληρη τη σπουδαία μετέπειτα καριέρα του.
Ο πιτσιρικάς, επιδεικνύοντας απίστευτη θέληση, κατάφερε να ξανακάνει το χέρι του λειτουργικό, αν και το ατύχημα του είχε αφήσει μόνιμο κουσούρι: ήταν πια μικρότερο από το άλλο. Όχι ότι αυτή η «λεπτομέρεια» εμπόδισε ποτέ τον κορυφαίο πολυαθλητή να κάνει καριέρα στην άρση βαρών και μάλιστα θρυλική καριέρα.
Την ώρα λοιπόν που η αναπηρία του θα οδηγούσε πολλούς να θάψουν τα όνειρά τους για πορεία στον επαγγελματισμό αθλητισμό, ο Τόφαλος πείσμωσε και κατάφερε να ξεπεράσει την τραγική ατυχία, κάνοντας στο διάβα των ετών το όνομά του συνώνυμο της θέλησης και του πείσματος. Το 1899 ο τόφαλος βρίσκεται στον αθλητικό σύλλογο Γυμναστική Εταιρία Πατρών (πρόγονο της Παναχαϊκής) να προπονείται στην άρση βαρών, δείχνοντας από την πρώτη στιγμή καρπούς και διακρίσεις «βροχή».

Κι έτσι στους τρίτους ολυμπιακούς αγώνες της σύγχρονης εποχής, στο Σεντ Λούις των ΗΠΑ το 1904 (1 Ιουλίου-23 Νοεμβρίου), δεν θα μπορούσε να μη στείλει η Ελλάδα το καμάρι της, τον ήδη πρωταθλητή και ρέκορντμαν στην άρση βαρών Δημήτρη Τόφαλο. Η μοίρα είχε όμως τις δικές της βουλές και ο Τόφαλος δεν θα έφτανε ποτέ στον Νέο Κόσμο: αρρωσταίνει βαριά στο ταξίδι και κατεβαίνει στην Αμβέρσα για να νοσηλευτεί. Η θλίψη του είναι απαρηγόρητη, αν και θα έβρισκε ανακούφιση 2 χρόνια αργότερα, όταν στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας (9-19 Απριλίου 1906) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών με τα δύο χέρια.
Ο Τόφαλος σήκωσε 142 κιλά, επικρατώντας τελικά έπειτα από διήμερη μάχη του επίσης θρυλικού αυστριακού αρσιβαρίστα Γιόζεφ Στάινμπαχ! Η τρομακτικά μεγάλη επίδοση για την εποχή ήταν ταυτοχρόνως και παγκόσμιο ρεκόρ, που θα παρέμενε μέχρι το 1914.Και πάλι όμως η παγκόσμια ιστορία θα εμπλεκόταν στα πόδια του, στερώντας του τις ολυμπιακές δάφνες που άξιζε, κι αυτό γιατί από τους επόμενους κιόλας Ολυμπιακούς Αγώνες, εκκινώντας από το Λονδίνο το 1908, η άρση βαρών δεν περιλαμβανόταν στο επίσημο ολυμπιακό μενού.
Απτόητος ο Τόφαλος, αφού κατέκτησε μια σειρά ακόμα από ελληνικούς και πανευρωπαϊκούς τίτλους στην άρση βαρών, ήταν πια ώρα να πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς, επιστρέφοντας ωστόσο στην Ελλάδα για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία (Δεκέμβριος 1905), αλλά και αργότερα, στη γενική επιστράτευση του 1912…
Ο Τόφαλος στην Αμερική

Μην έχοντας λοιπόν τι να κάνει ως αρσιβαρίστας, ο Τόφαλος το γύρισε στην πάλη και αγωνίστηκε λυσσαλέα για να κάνει όνομα στον άγνωστο αυτό χώρο. Αφού περιδιάβηκε την οικουμένη ως παλαιστής, εγκαταστάθηκε τελικά στις ΗΠΑ, κυνηγώντας κι αυτός το αμερικανικό όνειρο.Στην Αμερική θα ασχοληθεί επαγγελματικά με την ελεύθερη πάλη, το γνωστό μας κατς, και θα δώσει πολλές παραστάσεις ως μασίστας, εξαργυρώνοντας τη φήμη του ολυμπιονίκη που τον ακολουθούσε.
Ο θηριώδης Τόφαλος γίνεται θρύλος στον Νέο Κόσμο και για τη δύναμη και για το ελληνικό του πείσμα! Ενδεικτικός είναι εδώ ο μνημειώδης αγώνας με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτζ, όταν ο αντίπαλος του έσπασε το χέρι και ο Τόφαλος, παρά το γεγονός ότι σφάδαζε από τους πόνους, αρνιόταν να εγκαταλείψει το ταπί! Μπορεί το πείσμα του να του κόστισε 3 μήνες στο νοσοκομείο, τον έκανε ωστόσο όνομα στους κύκλους της Αμερικής.Το 1921 πήρε και την αμερικανική υπηκοότητα.
Σε μια άγνωστη πτυχή της ζωής του, όπως άγνωστο είναι επίσης το γεγονός ότι ο καλλίφωνος παλαιστής ανέβηκε συχνά-πυκνά στη σκηνή ως τενόρος, στα προπολεμικά χρόνια λειτούργησε ως κατάσκοπος της Ελλάδας σε πολλές αποστολές.
Αφού κατάφερε κυριολεκτικά να νικήσει σε Ευρώπη και Αμερική περισσότερους από 2.000 αντιπάλους κρέμασε κάποια στιγμή την αθλητική του στολή και πλέον είχε σειρά η καριέρα του προπονητή.
Ο Τόφαλος προπονητής και η επιστροφή του στην Ελλάδα

Η μεγάλη του ανακάλυψη δεν ήταν άλλη από τον επίσης σπουδαίο Τζιμ Λόντο (ή Λόντον), τον οποίο προετοίμασε στα χνάρια του. Ο μάνατζερ πλέον Τόφαλος μέτρησε μια δεύτερη λαμπρή καριέρα ως προπονητής παλαιστών, την ίδια στιγμή που ήταν και μεταξύ των ιδρυτικών στελεχών του ελληνοαμερικανικού αθλητικού συλλόγου της Νέας Υόρκης «Ερμής».

Με τις δάφνες, τα μετάλλια και τα αναμνηστικά του ανά χείρας, ο Τόφαλος επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα το 1952 και εγκαθίσταται στην Πάτρα, αν και πηγαινοερχόταν συχνά στην Αθήνα.Κατά την επιστροφή του στην Πάτρα, 6.000 φίλαθλοι του επιφύλαξαν αποθεωτική υποδοχή στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, εκεί όπου πριν από 12 χρόνια είχε το ατύχημα, που παρ’ ολίγο να του κοστίσει τη ζωή.
Είναι τα τελευταία του χρόνια στη ζωή, τα οποία τα περνά ήσυχα παρέα με τις κοσμοπολίτικες αναμνήσεις του. Παρά το τσούρμο των γυναικών που πέρασαν από τη ζωή του, δεν παντρεύτηκε ποτέ. Τη μία και μοναδική φορά που αποφάσισε να περάσει τα σκαλιά της εκκλησίας, με νεαρά πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου (που ωστόσο δεν κατονόμασε ποτέ), ήταν η παρέμβαση του καρδιακού του φίλου Σουρή, του ποιητή, που θα τον απέτρεπε την τελευταία στιγμή.
Ο Δημήτρης Τόφαλος άφησε την τελευταία του πνοή στην Πάτρα στις 15 Νοεμβρίου 1966, σε ηλικία 82 ετών, χτυπημένος από πνευμονικό οίδημα.Στην καριέρα του κατέκτησε 140 έπαθλα στην άρση βαρών και 251 στην ελευθέρα πάλη (κάτς).Η γενέτειρά του η Πάτρα τον τίμησε δίνοντας το όνομά του σε οδό αλλά και στο κλειστό γυμναστήριο της πόλης.Ο θηριώδης αθλητής που δάνεισε το όνομά του στην καθομιλουμένη ως συνώνυμο του ιδιαιτέρως εύσωμου, σχεδόν γιγαντόσωμου, ανθρώπου λίγες συστάσεις χρειάζεται αλλά λόγω του ότι ήταν ιδιαίτερα εύσωμος, το επώνυμό του επικράτησε να χρησιμοποιείται ως χαρακτηριστικό των ανθρώπων μεγάλου ύψους και βάρους («είναι Τόφαλος»).
Εικόνες από αντίστοιχα άρθρα στο διαδίκτυο
![]()