21η Απρίλη 1967:Η Επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών

21η Απρίλη 1967:Η Επιβολή της δικτατορίας των Συνταγματαρχών

Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, επίορκοι αξιωματικοί του στρατού, υπό την φερόμενη ηγεσία του κινηματία Συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του Ταξίαρχου Τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του Συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου, ομάδας αξιωματικών του στρατού ξηράς, καταλύοντας την Δημοκρατία και τους υφιστάμενους θεσμούς της χώρας και στρέφοντας τα διαπεπιστευμένα όπλα κατά του ελληνικού λαού, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικοπηματικό κίνημα, το οποίο οι ίδιοι ονόμαζαν «Εθνοσωτήριον Επανάστασιν» ή «Επανάσταση της 21ης Απριλίου».

H Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, δια του Δ΄ ψηφίσματος, (8 Ιανουαρίου 1975) χαρακτήρισε την κίνηση της 21ης Απριλίου 1967 ως πραξικόπημα.

Όμως το πραξικόπημα δεν έγινε ξαφνικά, υπήρχε προηγούμενο και αυτό ήταν μετά τον εμφύλιο το 1946-49,όπου ήταν διάχυτος ο φόβος της επικράτησης του κομμουνισμού παρά την ήττα του ΔΣΕ και την εξορία των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ. Οι κυβερνήσεις λάμβαναν μέτρα όπως η απαγόρευση του ΚΚΕ, η εκτόπιση αντιφρονούντων και άλλα πολλά μέτρα. Οι εκτοπίσεις γίνονταν σε τόπους εξορίας, όπως ήταν η Ικαρία, η Γυάρος, η Μακρόνησος και πολλά άλλα μέρη. Ορισμένοι αξιωματικοί στο στρατό, στην αστυνομία/χωροφυλακή, στην ΚΥΠ και αλλού θεωρούσαν όμως ότι οι πολιτικοί δε λάμβαναν αρκετά μέτρα ή ότι δεν ήταν αρκετά ικανοί να αποτρέψουν τον δήθεν κομμουνιστικό κίνδυνο και είχαν ουσιαστικά αυτονομίσει τη δράση τους, δημιουργώντας το λεγόμενο «παρακράτος». Δημιουργήθηκαν ομάδες αξιωματικών, οι οποίες συνέρχονταν και αποφάσιζαν κοινή δράση χωρίς να λογοδοτούν ή να ελέγχονται από την πολιτική ηγεσία. Μία από αυτές ήταν ο ΙΔΕΑ, δηλαδή ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών, που ήταν ήταν μία μυστική παραστρατιωτική συνωμοτική οργάνωση φιλοβασιλικών, αντικομμουνιστών αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού, η οποία αναμίχθηκε στα πολιτικά πράγματα της χώρας, ειδικότερα μετά την απελευθέρωση και τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε, με σκοπό την αντιμετώπιση «τυχόν επαπειλούμενου κομουνιστικού κινδύνου». Αποκορύφωμα της παρέμβασής του ήταν όταν, το 1951, αποπειράθηκε να καταλάβει την εξουσία δια των όπλων, ώστε να την παραδώσει στον Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, που θεωρούνταν τότε αρχηγός της, αμέσως μετά την δήλωση της παραίτησής του από το στράτευμα. Ο Αρχιστράτηγος έκπληκτος τότε, όπως δηλώθηκε, από την αιφνίδια αυτή δράση του ΙΔΕΑ, κάλεσε τους αξιωματικούς που συμμετείχαν να αποσυρθούν στις μονάδες τους και στα κυρίως καθήκοντά τους, οδηγώντας έτσι το κίνημα σε καταστολή.

Ο έκπληκτος Παπάγος

Παρά ταύτα και ενώ τότε ο ΙΔΕΑ θεωρήθηκε επίσημα πλέον συνωμοτική οργάνωση κατά της Δημοκρατίας, οι συμμετέχοντες συνωμότες σ΄ αυτή έλαβαν αμνηστία. Έτσι η οργάνωση, σε αντίθεση με την «ελαφρά» αντίληψη των τότε πολιτικών, δεν εξαρθρώθηκε, αλλά παρέμεινε να υφίσταται με εναλλασσόμενους ως αρχηγούς της τον Σ. Γκίκα, τον Πατίλη κ.ά. συνδεόμενη πλέον άμεσα με το παρακράτος που άρχισε ν΄ αναπτύσσεται και να γιγαντώνεται ειδικότερα μετά τις εκλογές του 1958.Το σπέρμα της οργάνωσης του ΙΔΕΑ ως αντίληψη εντοπίζεται κατά τον Β’ Π.Π., στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα λίγο μετά την ίδρυση του στρατιωτικού συνδέσμου ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών) που συγκροτήθηκε από μια ομάδα κατωτέρων στελεχών του ελληνικού στρατού, με σαφείς αντικομουνιστικούς σκοπούς, στη Διοίκηση των εκεί Σχολών ΓΚΕΣ (Γενικό Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικών) τον Αύγουστο του 1943. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν τότε κι άλλες παρόμοιες αντικομουνιστικές οργανώσεις όπως ο ΣΑΝ (Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων), ο ΔΕΑ κ.ά που όμως δεν ευδοκίμησαν. Οι μικρότερες ομάδες δημιουργήθηκαν με βάση το έτος αποφοίτησης από τη Σχολή Ευελπίδων. Παρά ταύτα όλες μαζί αυτές οι ομάδες έπαιξαν ένα έντονο διχαστικό και διαλυτικό ρόλο φθάνοντας στο σημείο ν΄ απαιτούν και την αλλαγή της κυβέρνησης επιδεικνύοντας μια ανεπίτρεπτη απείθεια. Συνέπεια αυτών ήταν να συλληφθούν οι πρωταίτιοι να καταδικαστούν κάποιοι εις θάνατο αλλά ποτέ δεν εκτελεστήκαν, αφού ακολούθησε η αμνηστία τους.

Για την ιστορική ακρίβεια θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εν λόγω κατώτεροι αξιωματικοί είχαν «γαλουχηθεί» σ΄ ένα ακραίο εθνικό μεταξικό περιβάλλον όπου αυτό στη Μέση Ανατολή είχε πλέον αλλάξει με συνέπεια ν΄ αντιδράσουν ευαγγελιζόμενοι την επαναφορά του. Από την άλλη πλευρά οι ανώτεροι αξιωματικοί είχαν μεταφέρει τα πολιτικά τους πάθη διακρινόμενοι σε «μεταξικούς» και σε «αντιμεταξικούς» (δημοκρατικοί) προσπαθώντας με αυτά να επιβληθούν των άλλων. Δυστυχώς η αμνηστία που δόθηκε στο τέλος για την εγκατάλειψη αυτών των φαιδρών ιδεολογημάτων εν καιρώ πολέμου αποδείχθηκε όχι και τόσο αποτελεσματική.

Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας επανερχόμενοι όλοι οι παραπάνω αξιωματικοί και διαβλέποντας από τις συνθήκες που επικρατούσαν τα σύννεφα του εμφυλίου αποφάσισαν να κινηθούν περισσότερο αποτελεσματικά. Έτσι ιδρύθηκε στις 25 Οκτωβρίου του 1944 στην Αθήνα από ένα εκπρόσωπο της «ΕΝΑ» (Ένωση Νέων Αξιωματικών) και έξι αντιπροσώπους της «Τρίαινας», που ήταν αντικομμουνιστικές και φιλοβασιλικές οργανώσεις, που είχαν ιδρυθεί από αξιωματικούς μονάδων του Ελληνικού Στρατού στη Μέση Ανατολή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ΙΔΕΑ.

Σκοπός του ΙΔΕΑ δεν ήταν άλλος από την πλήρη διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος και την εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή του στρατιωτικού μηχανισμού στην οργάνωση του αστικού μεταπολεμικού κράτους στην Ελλάδα ή σύμφωνα με την ορολογία απόρρητου εσωτερικού εγγράφου του ίδιου του ΙΔΕΑ, η «δικτατορία του ΙΔΕΑ». Η αντίληψη και ουσιαστική θέση της παραστρατιωτικής οργάνωσης ήταν η ουσιαστικά η ταύτιση του στρατού με το έθνος και η πλήρης ανεξαρτησία του από την πολιτική εξουσία. Ουσιαστικός θεσμός της έκφρασης των εθνικών συμφερόντων θα ήταν ο ίδιος ο ΙΔΕΑ. Σημαντικό είναι ότι στις θέσεις του ΙΔΕΑ δεν αναφέρεται πουθενά η μοναρχία. Από το 1947 είχαν αρχίσει απροκάλυπτες παρεμβάσεις του ΙΔΕΑ στην πολιτική ζωή με επισκέψεις σε πολιτικούς και υπαγόρευση των θέσεών του. Ο ΙΔΕΑ ήταν οργανωμένος κατά το φασιστικό πρότυπο και τα όργανά του ονομάζονταν «δέσμες». Το βράδυ της 30ης προς 31η Μαΐου 1951, μόλις έγινε γνωστή η απόφαση του Αλέξανδρου Παπάγου να παραιτηθεί από την Αρχιστρατηγία των Ενόπλων Δυνάμεων, ηγετικά στελέχη του ΙΔΕΑ κατέλαβαν τα γραφεία του ΓΕΕΘΑ και του ΓΕΣ στα Παλαιά Ανάκτορα. Ταυτόχρονα έμπιστοι συνεργάτες τους κατέλαβαν κρίσιμες εγκαταστάσεις στο κέντρο της Αθήνας.

Ο Αλέξανδρος Παπάγος πληροφορήθηκε έκπληκτος το κίνημα και νωρίς το πρωί της 31 Μαΐου κατέβηκε από το σπίτι του στην Εκάλη στα Παλαιά Ανάκτορα, διέταξε κάποιες μονάδες να επιστρέψουν στα στρατόπεδά τους και όχι μόνο επέπληξε του κινηματίες που είχαν προχωρήσει στο κίνημα χωρίς την άδειά του, αλλά αργότερα μετά τη σύλληψη και καταδίκη τους από την κυβέρνηση Πλαστήρα υπερασπίστηκε την αμνηστία τους την οποία και πέτυχε, όταν ο ίδιος ανέλαβε αργότερα την πρωθυπουργία και τους επανέφερε στην ενεργό υπηρεσία. O Παπάγος ήταν ενοχλημένος από τις επιθέσεις που δεχόταν από συμβούλους και μέλη της βασιλικής οικογένειας, που ήταν ενάντια στην κάθοδό του στη πολιτική. Σε αποκλειστική συνέντευξη στην εφημερίδα «Ελευθερία», στις 25 Μαρτίου του 1951, ο Βασιλιάς Παύλος διακήρυξε την προσήλωσή του στους δημοκρατικούς θεσμούς και επετέθη κατά της λύσης Παπάγου, επικρίνοντας έμμεσα αλλά φανερά τον στρατάρχη για την απόφασή του ν’ αναμιχθεί με την πολιτική. Εκμεταλλευόμενη η κυβέρνηση την ανοιχτή πια διαμάχη μεταξύ βασιλιά και Παπάγου, ανακοίνωσε στις 2 Μαΐου του 1951 την απόφασή της να προκηρύξει εκλογές.

Ο Παπάγος υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό Σοφοκλή Βενιζέλο το πρωί της 30ης Μαΐου, εκφράζοντας την πρόθεσή του να πολιτευτεί. Στην ανακοίνωσή του ο Βενιζέλος υπαινίχθηκε πως η παραίτηση του Παπάγου ήταν αντίθετη με τις επιθυμίες του βασιλιά και της κυβέρνησης, επιβεβαιώνοντας έτσι ό,τι ήταν πάγκοινα γνωστό. Ο βασιλιάς Παύλος, επικαλούμενος εξαπάτηση του Θρόνου με τη διαβεβαίωση του στρατάρχη να μην πολιτευτεί, διέταξε τον αρχηγό Γ.Ε.Σ., στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο να συλλάβει τον Παπάγο, αλλά η εντολή δεν εκτελέστηκε ποτέ.

Η κυβέρνηση προσπάθησε να συγκαλύψει το επεισόδιο. Το επίσημο ανακοινωθέν απλώς ανέφερε πως «λόγω πληροφοριών περί ενδεχομένης απόπειρας διασαλεύσεως της τάξεως υπό αναρχικών στοιχείων, ελήφθησαν την πρωίαν σήμερον ορισμένα στρατιωτικά μέτρα, τα οποία ήρθησαν ευθύς ως εξέλιπον οι λόγοι». Αργότερα, από τη προανάκριση προέκυψε πως η έκταση του κινήματος ήταν αρκετά σοβαρή, και πως το κίνημα είχε επιχειρηθεί στο όνομα του Παπάγου. Το κίνημα απέτυχε βέβαια χάρη στην άρνηση της Μεραρχίας Τεθωρακισμένων να προσχωρήσει στη συνωμοσία.

Η αποτυχία του κινήματος είχε σαν αποτέλεσμα μια ομάδα σκληρών ακραίων αξιωματικών της οργάνωσης ΙΔΕΑ να χάσουν την εμπιστοσύνη τους προς τους ανωτέρους τους, επειδή δεν τόλμησαν να φέρουν σε πέρας το κίνημα και υπέκυψαν στις πιέσεις των ανακτόρων και του Παπάγου. Ο Βασιλιάς Παύλος, όπως και ο Σοφοκλής Βενιζέλος, πίστευαν ότι οι εμπλεκόμενοι έπρεπε να τιμωρηθούν.

Oι αξιωματικοί που είχαν ηγηθεί της απόπειρας απομακρύνθηκαν από το στρατό αλλά τους δόθηκε αμνηστία. Το ΑΣΣ (Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο) αποφάσισε και πήρε σκληρά μέτρα εναντίον του ΙΔΕΑ, όπως προκύπτει από τα πρακτικά που δημοσιεύτηκαν. Η πλευρά των υπερασπιστών του ΙΔΕΑ επικεντρωνόταν στο γεγονός ότι το ο εμπνευστής του κινήματος της 30ης Μαΐου, o ταξίαρχος Χρηστέας, ήταν σε πολεμική διαθεσιμότητα ως ανάπηρος πολέμου. Το ίδιο και ο συνταγματάρχης Καραμπότσος, ενώ ο έτερος των πρωταιτίων είχε χάσει τον αδελφό του στον πόλεμο (Κουρούκλης). Αυτό τεκμηριώνεται από τις ανακρίσεις και τα στρατιωτικά μητρώα των πρωταιτίων.

Ο Ταξιάρχης Χρηστέας, ο άνθρωπος που δεν κατάφερε αυτό που καταφέραν οι αξιωματικοί του 1967

Στη συνεδρίασή του, το ΑΣΣ με συντριπτική πλειοψηφία (16 θετικές, 1 λευκή και 1 αρνητική ψήφο), ζήτησε να μην ψηφίσει ο στρατός στις επόμενες εκλογές, διότι, κατά τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού, Θρασύβουλο Τσακαλώτο, υπήρχε κίνδυνος να επηρεαστεί το ελεύθερο πολιτικό φρόνημα των στρατιωτών από τους αξιωματικούς. Τα πρακτικά αυτών των σημαντικών αποφάσεων του ΑΣΣ διέρρευσαν στον τύπο από κύκλους εναντιούμενους στον Παπάγο. Οι εφημερίδες «Τα Νέα» και «Το Βήμα», με συνεχή δημοσιεύματα τα έτη 1951 και 1952, καλούσαν το ΑΣΣ να δείξει ανεκτικότητα έναντι του ΙΔΕΑ.O ΙΔΕΑ έπαψε να υφίσταται το 1951, όμως αξιωματικοί που ανήκαν σε αυτόν παλαιότερα συνέχισαν τη συνωμοτική παρακρατική τους δράση και μετά, μέχρι το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

Μέλη του ΙΔΕΑ με ψευδείς εκθέσεις ή με προβοκάτσιες προσπαθούσαν να πείσουν ότι η αριστερά είχε οργανωμένη δράση για την κατάληψη της εξουσίας. Οι κυβερνήσεις της εποχής κατά τις δεκαετίες ’50 και ’60 δε στάθηκε δυνατόν να ελέγξουν αυτούς τους παρακρατικούς μηχανισμούς είτε διότι δεν αντιλαμβάνονταν τη σοβαρότητα του κινδύνου για τη δημοκρατία, είτε διότι πολλές φορές τα ανάκτορα παρέμβαιναν υπέρ τους, νομίζοντας ότι οι παρακρατικοί είναι ως επί το πλείστον ορκισμένοι φιλομοναρχικοί. Δείγματα της δράσης των παρακρατικών ήταν το σχέδιο «Περικλής», ως ένα βαθμό η «βία και νοθεία» στις εκλογές του 1961 και η δολοφονία βέβαια του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963.

Η δράση των αντιδημοκρατικών ακροδεξιών ομάδων αυτών εντάθηκε μετά τη νίκη στις εκλογές του 1963 της Ενώσεως Κέντρου με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο οποίος ήταν μεν αντικομμουνιστής, πίστευε όμως ότι η πολιτική διώξεων κατά των κομμουνιστών μάλλον τους ενίσχυε παρά τους αποδυνάμωνε. Οι πραξικοπηματίες φοβούνταν την πιθανότητα νέας νίκης της Ενώσεως Κέντρου στις προσεχείς εκλογές. Μια νίκη της θα σήμαινε ενίσχυση της πτέρυγας του Ανδρέα Παπανδρέου και πιθανή κάθαρση του στρατεύματος από τα υπερδεξιά στοιχεία. Μια τέτοια κάθαρση αναμφισβήτητα θα περιλάμβανε πολλά από τα ηγετικά στελέχη του κινήματος. Η προηγούμενη προσπάθεια ελέγχου του στρατεύματος από την κυβέρνηση είχε καταλήξει σε σύγκρουση με τα ανάκτορα και την Αποστασία του 1965.

Αν η Ένωση Κέντρου επανεκλεγόταν, η παρέμβαση των ανακτόρων θα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Την ίδια στιγμή οι αντιαμερικανικές δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, η χείρα φιλίας που έτεινε προς την ΕΔΑ και οι προτροπές του για ενίσχυση της φιλίας με τις χώρες του Συμφώνου της Βαρσοβίας είχαν θορυβήσει όλους τους δεξιούς θεσμικούς και εξωθεσμικούς παράγοντες, περιλαμβανομένων και των Αμερικανών. Λόγω της προχωρημένης ηλικίας του Γ. Παπανδρέου ο Α. Παπανδρέου διαφαινόταν ως ο διάδοχός του σε περίπτωση νίκης στις επερχόμενες εκλογές.

Υπήρχαν πολλές αναφορές στο ενδεχόμενο πολιτειακής εκτροπής, ενώ σχεδιαζόταν πραξικόπημα και από ανώτερους αξιωματικούς υπό τον στρατηγό Σπαντιδάκη με την ανοχή (αν όχι με την ενθάρρυνση) του βασιλιά Κωνσταντίνου Β’. Τα σενάρια αυτά αφορούσαν την αφαίρεση της εξουσίας από την Ένωση Κέντρου, σε περίπτωση νίκης της τελευταίας στις επερχόμενες εκλογές, και την αναστολή εφαρμογής ορισμένων άρθρων του Συντάγματος για περιορισμένο χρονικό διάστημα.

Οι αξιωματικοί που τελικά προέβησαν στο πραξικόπημα την 21η Απριλίου 1967 κινήθηκαν πιο γρήγορα και εξέπληξαν τους πάντες. Το καθεστώς δικαιολόγησε την κατάληψη της εξουσίας υποστηρίζοντας ότι υπήρχε κίνδυνος να καταληφθεί η εξουσία από τους κομμουνιστές. Οι πραξικοπηματίες ισχυρίστηκαν ότι είχαν ανακαλύψει εβδομήντα φορτηγά αυτοκίνητα φορτωμένα με ψεύτικες στρατιωτικές στολές, που οι κομμουνιστές θα χρησιμοποιούσαν για να κάνουν πραξικόπημα. Ποτέ δεν παρουσίασαν βέβαια κάποιο αποδεικτικό στοιχείο και σύντομα και οι ίδιοι εγκατέλειψαν τη πρόφαση του επερχόμενου κομμουνιστικού κινδύνου.

Το Χρονικό του πραξικοπήματος

Ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο Ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός και ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Μακαρέζος συναντήθηκαν στο αρχηγείο των Τεθωρακισμένων στο Γουδί, στις 11.30΄ της 20ης Απριλίου. Ο Παπαδόπουλος δεν είχε λάβει ακόμα κάποιες πληροφορίες και πρότεινε να αναβάλουν το πραξικόπημα κατά είκοσι τέσσερις ώρες. Ο Παττακός αρνήθηκε κι η διαφωνία τους κράτησε αρκετή ώρα. Τελικά ο Παττακός ανακοίνωσε στους άλλους συνωμότες ότι εκείνος θα ξεκινούσε το κίνημα είτε τον ακολουθούσαν, είτε όχι, και τότε συμφώνησαν κι οι υπόλοιποι. Ωστόσο , το πραξικόπημα, είχε ήδη καθυστερήσει κατά μία ώρα και οι πρώτες μετακινήσεις μονάδων άρχισαν μετά τη 1π.μ. O λόγος που δίσταζε ο Παπαδόπουλος ήταν γιατί το μεσημέρι της ίδιας μέρας κάποιος είχε τηλεφωνήσει ανώνυμα στη γυναίκα του Συν/χη Λάζαρη και της είχε πει ότι η πολιτική ηγεσία ήξερε για τη βραδινή κίνηση.

Πρώτα κινήθηκαν τα τμήματα των καταδρομέων (ΛΟΚ). Αποτελούσαν τη λυδία λίθο άλλωστε της επιτυχίας του κινήματος, που θα είχε πιθανότητες επικράτησης μόνο αν οι μονάδες αυτές κατόρθωναν να καταλάβουν όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα χωρίς να δοθεί το σήμα συναγερμού. Δεν έπρεπε να ειδοποιηθούν και να κινητοποιηθούν ο βασιλιάς, οι στρατηγοί, η κυβέρνηση πριν ολοκληρωθούν οι βασικοί στόχοι του κινήματος. Οι τηλεπικοινωνίες – το κτίριο της τότε ΕΙΡΤ, τηλεόραση, ραδιοφωνικοί σταθμοί, τηλεφωνικό κέντρο και στρατιωτικές εγκαταστάσεις ασυρμάτου – κατελήφθησαν μεταξύ 1 και 1.30΄ π.μ. χωρίς να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Στους δρόμους επικρατούσε ησυχία, αφού δεν είχαν ακόμα κινηθεί τα τανκς και δεν κυκλοφορούσαν ομαδικά διάφορα στρατιωτικά καμιόνια. Οι στρατιώτες μετακινούνταν γρήγορα και αθόρυβα, κατά μικρές ομάδες, στους προκαθορισμένους στόχους δίχως να κινούν την προσοχή ή την περιέργεια. Ένα τζιπ γεμάτο στρατιώτες δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο άλλωστε στους αθηναϊκούς δρόμους. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι στρατιώτες της Χούντας είχαν θέσει υπό το λειτουργικό έλεγχό τους όλα τα τηλεπικοινωνιακά κέντρα.

Ο Παπαδόπουλος είχε ετοιμάσει μια γραπτή διαταγή, που όριζε τις μετακινήσεις των αναγκαίων στρατιωτικών μονάδων, πλαστογραφώντας το όνομα του Βασιλιά. Οι συνωμότες απευθύνθηκαν στους αγουροξυπνημένους στρατιώτες διαβάζοντάς τους τη δήθεν υπογεγραμμένη από το Βασιλιά Διαταγή και τους ανέπτυξαν το σχέδιο μάχης, στο όνομα του Βασιλιά. Στη συνέχεια ο Παπαδόπουλος έστειλε το κωδικό σήμα για την ενεργοποίηση του Σχεδίου Προμηθεύς, σχέδιο εκτάκτης ανάγκης του ΝΑΤΟ. Το συγκεκριμένο σχέδιο προορίζονταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού. Βασικό στοιχείο του σχεδίου ήταν ότι έθετε όλες τις στρατιωτικές μονάδες υπό την άμεση ηγεσία του Υπουργού Άμυνας ή του Αρχηγού ΓΕΣ, στρατηγού Σπαντιδάκη ή του Βασιλιά, απαγορεύοντας ρητά την υπακοή τους σε οποιαδήποτε άλλη διαταγή.

Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ’ Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το Σχέδιο Προμηθεύς σε όλη τη χώρα. Έχοντας πια στη διάθεσή τους τηλέφωνα και ασυρμάτους, οι κινηματίες ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν στην επόμενη φάση του σχεδίου τους, τις συλλήψεις.

Είχαν αναθέσει σε ειδικές ομάδες τη σύλληψη κορυφαίων πολιτικών. Μόλις άρχισαν τις συλλήψεις, άρχισαν να κινούνται τα τανκς και οι μονάδες Λοκατζήδων. Ο Παπαδόπουλος έφτασε στο Πεντάγωνο, όπου τον περίμεναν ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς και ο Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Ασλανίδης. Οι στασιαστές όρμησαν μέσα και κατέλαβαν το κτίριο, χωρίς πάλι να δοθεί το σήμα του συναγερμού. Δώδεκα τανκς κι οκτώ θωρακισμένα οχήματα μεταφοράς προσωπικού κύκλωσαν το Πεντάγωνο, ενώ άλλα τανκς βρέθηκαν μπροστά στα κτίρια της τηλεόρασης, των ραδιοφωνικών σταθμών και των τηλεφωνικών κέντρων, ώστε να αποκρουστεί κάθε απόπειρα ανακατάληψής τους. Κι αφού είχαν δρομολογηθεί οι συλλήψεις, άλλα τανκς άρχισαν να καταλαμβάνουν θέσεις στην πλατεία Συντάγματος, μπροστά από μεγάλα ξενοδοχεία (Χίλτον) και άλλα σφράγιζαν τους δρόμους που οδηγούσαν από την επαρχία στην Αθήνα. Αποκλείστηκε και το αεροδρόμιο του Ελληνικού.

Η πρώτη ειδοποίηση που πήρε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος για όσα συνέβαιναν ήταν από τον υπασπιστή του, Ταγματάρχη Μιχάλη Αρναούτη, όταν είδε ομάδα στρατιωτών να εισβάλλει στην κατοικία του στο Παλαιό Ψυχικό. Το τηλέφωνό του όμως νεκρώθηκε και τελικώς συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Πεντάγωνο. Από τις βροντές των πυροβολισμών, ξύπνησε και η Μαργαρίτα Παπανδρέου. Η κατοικία του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν γειτονική του Μιχάλη Αρναούτη. Ένας Λοχαγός και τέσσερις κομάντος εισέβαλαν στην οικία και μετά από επεισοδιακή καταδίωξη συνέλαβαν τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Κωνσταντίνος αμέσως τηλεφώνησε στον Πρωθυπουργό Παναγιώτη Κανελλόπουλο όπου ο τελευταίος τον πληροφορούσε ότι τον συνελάμβαναν εκείνη ακριβώς τη στιγμή, στις 2.23’ το πρωί

Η δεύτερη ειδοποίηση ότι βρισκόταν σε εξέλιξη πραξικόπημα ήρθε στις 2.10΄ το πρωί, όταν ο αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας Τασιγιώργος άκουσε τις κινήσεις των στρατιωτικών μονάδων και τηλεφώνησε στον Υπουργό Δημοσίας Τάξης Γεώργιο Ράλλη. Ο Ράλλης προσπάθησε να τηλεφωνήσει στο Τατόι, αλλά το τηλέφωνό του είχε νεκρωθεί. Κατευθύνθηκε στο γειτονικό αστυνομικό τμήμα, από όπου κατόρθωσε μέσω ασυρμάτου να συνδεθεί με το Βασιλιά. Ο Βασιλιάς έδωσε εντολή στον Ράλλη να επικοινωνήσει με τους αξιωματικούς υπηρεσίας των Σωμάτων Στρατού στη Θεσσαλονίκη, την Καβάλα, και σε άλλες πόλεις, να τους θέσει σε κατάσταση συναγερμού και να κινηθούν προς την Αθήνα.

O Γεώργιος Ράλλης προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Επιτελάρχη του Γ΄ Σώματος Στρατού, Ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη, για να κινητοποιήσει τις δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη. Δεν πρόλαβε όμως, αφού το σχέδιο Προμηθεύς είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο Ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη. Μόλις έλαβε το σήμα, ο Βιδάλης βέβαια βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία. Έσπευσε να ζητήσει οδηγίες από το ΓΕΣ και ο Στρατηγός Σπαντιδάκης τον διαβεβαίωσε, ψευδώς, στο τηλέφωνο ότι ο Βασιλιάς ήταν σύμφωνος με ό,τι είχε γίνει και ότι έπρεπε να αγνοήσει τη διαταγή Ράλλη.

Ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος ήταν από τα πρώτα μέλη της Αριστεράς που συνελήφθησαν. Ο Γεώργιος Παπανδρέου συνελήφθη από αξιωματικούς στις 2.45΄ λέγοντάς τους, με τα προτεταμένα όπλα προς αυτόν: «Είναι η πέμπτη φορά που μου συμβαίνει!».

Πριν η ώρα πάει 3.00 π.μ., οι πραξικοπηματίες είχαν θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό τους την Αθήνα. Είχαν εγκλείσει τους σημαντικότερους κρατούμενούς τους στους θαλάμους των Υποψηφίων Εφέδρων Αξιωματικών, στο δεύτερο όροφο της Σχολής Τεθωρακισμένων, στο Γουδί. Χιλιάδες πολίτες είχαν μαντρωθεί στον Ιππόδρομο, στο Φαληρικό Δέλτα, στο γήπεδο Καραϊσκάκη στο Νέο Φάληρο και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Στις 5.30΄ το πρωί, ο Ράλλης τηλεφώνησε πάλι στον Βασιλιά, του ανέφερε τις προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τα Σώματα και του συνέστησε: «Παθητική αντίσταση Μεγαλειότατε, και ίσως αργότερα κάτι μπορέσετε να κάμετε». Στις 6.00΄ το πρωί οι Συνταγματάρχες βγήκαν στο ραδιόφωνο για να αναγγείλουν την ανάληψη της εξουσίας από το στρατό στο όνομα του Βασιλιά. Ανήγγειλαν την αναστολή ορισμένων άρθρων του Συντάγματος: Επρόκειτο για τα άρθρα 5,6,8,10,11,12,14,18,20,95 και 97. Αυτό σήμαινε ότι δεν ίσχυαν πια οι διατάξεις που προέβλεπαν:

  • Οτι κανένας δε συλλαμβάνεται χωρίς δικαστικό ένταλμα,
  • Το δικαίωμα της ελεύθερης συγκέντρωσης προσώπων,
  • Το δικαίωμα της ίδρυσης και συμμετοχής σε σωματεία,
  • Το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου,
  • Το απαραβίαστο της αλληλογραφίας.

Το άρθρο 18 απαγόρευε την επιβολή θανατικής ποινής σε πολιτικά εγκλήματα και έτσι μπορούσαν πλέον να συσταθούν και να λειτουργήσουν, χωρίς ειδικό νόμο, έκτακτα στρατοδικεία. Στις 8.00΄ το πρωί οι κινηματίες ζήτησαν συνάντηση με τον Βασιλιά στο περικυκλωμένο από τανκς Τατόι. Αφού παρέδωσαν τα όπλα τους στο φυλάκιο εισόδου (και χάθηκε, έτσι, μια ευκαιρία σύλληψής τους) συνάντησαν τον Κωνσταντίνο από τον οποίο και ζήτησαν να υπογράψει διακηρύξεις, οι οποίες θα επέτρεπαν το σχηματισμό κυβέρνησης.

Ο Κωνσταντίνος φωτογραφία με τους χουντικούς

Επικαλέσθηκαν τον κομμουνιστικό κίνδυνο και την προστασία του Θρόνου και, στις αρνήσεις του Κωνσταντίνου, ο Παττακός του δήλωσε : Οι Επαναστάτες δεν συζητούν, απαιτούν! Τελικά, ο Κωνσταντίνος δέχθηκε να μεταβεί στο Πεντάγωνο για μια τελική συνάντηση. Εκεί είχαν μεταφερθεί και κορυφαίοι πολιτικοί ηγέτες καθώς και ο Πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος.

Πριν μεταβεί στο Πεντάγωνο, ο Κωνσταντίνος πέρασε από την κατοικία της μητέρας του, Φρειδερίκης στο Παλαιό Ψυχικό, μάλλον για να τη συμβουλευτεί. Στο Πεντάγωνο επικρατούσε χαώδης κατάσταση. Καθώς οι ώρες περνούσαν και δεν διαφαινόταν κάποια λύση, κατώτεροι αξιωματικοί απειλούσαν ανοιχτά, κραυγάζοντας, τους ανωτέρους τους.

Ο Κωνσταντίνος μπόρεσε και συνάντησε τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο για λίγα λεπτά. Ο Π. Κανελλόπουλος εισηγήθηκε στον Βασιλιά να διατάξει τους αξιωματικούς να καταθέσουν τα όπλα. Ο Βασιλιάς, όμως, δεν έλεγχε κανέναν από αυτούς που οπλοφορούσαν. Αργά το μεσημέρι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Βασιλιάς δέχτηκε να αναλάβουν υπουργεία στρατιωτικοί και οι πραξικοπηματίες δέχτηκαν να γίνει Πρωθυπουργός μη στρατιωτικός. Ο Κωνσταντίνος πρότεινε τον Κωνσταντίνο Κόλλια, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η επιλογή προκάλεσε γενική έκπληξη, ο δε Παπαδόπουλος αναγκάστηκε να ρωτήσει ποιος ήταν αυτός ο Κόλλιας.

Ο Κωνσταντίνος Κόλλιας

Ο Γρηγόριος Σπαντιδάκης ανέλαβε Υπουργός Άμυνας με υφυπουργό τον Στρατηγό Γεώργιο Ζωιτάκη και οι συνωμότες Γ. Παπαδόπουλος Υπουργός Προεδρίας, Στυλ. Παττακός Υπουργός Εσωτερικών και Νικ. Μακαρέζος Υπουργός Συντονισμού.

Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρεσβευτή Φίλιπ Τάλμποτ, ο οποίος επισκέφθηκε τον Βασιλιά Κωνσταντίνο στα Ανάκτορα της οδού Ηρώδου Αττικού λίγο μετά την ορκωμοσία, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος του αποκάλυψε ότι δεν έλεγχε πλέον το στράτευμα και πως «Ορισμένοι απίστευτα βλάκες ακροδεξιοί μπάσταρδοι, που είχαν τον έλεγχο των τανκς, οδήγησαν την Ελλάδα στην καταστροφή».

Ο Βασιλιάς ισχυρίστηκε ότι σκέφθηκε προς στιγμή να εκτελέσει τους πραξικοπηματίες, όταν έφτασαν στα Ανάκτορα για να ορκιστούν. Σκέφθηκε, όμως, ότι η κίνησή του δεν θα είχε καμία αξία, μια και τα Ανάκτορα ήταν περικυκλωμένα από τανκς επανδρωμένα από αξιωματικούς που τους ήταν πιστοί.

Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος δεν ήταν καθόλου βέβαιος για τις επόμενες κινήσεις του και σκεπτόταν σοβαρά αν θα ήταν καλύτερο να μείνει ή να φύγει από τη χώρα. Ρώτησε τον Τάλμποτ πόσος χρόνος θα χρειαζόταν για να φτάσουν στο Τατόι αμερικανικά ελικόπτερα, προκειμένου να μεταφέρουν τον ίδιο και την οικογένειά του εκτός Ελλάδας και αν υπήρχε περίπτωση να αποβιβαστούν Αμερικανοί πεζοναύτες στην Ελλάδα για να τον βοηθήσουν να ανακτήσει τον έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στις 27 Απριλίου ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, με την ιδιότητα του υπουργού Προεδρίας, έδωσε συνέντευξη τύπου σε έλληνες και ξένους δημοσιογράφους.

Δικαιολόγησε το πραξικόπημα λέγοντας πως η επέμβαση του στρατού ήταν επιβεβλημένη εξαιτίας της πορείας της χώρας προς τον κομμουνισμό. Ως αιτίες αυτής της πορείας παρουσίασε την αδυναμία συνεννόησης των πολιτικών μεταξύ τους και με τον Βασιλιά, καθώς και μια σχεδόν καθολική αντίληψη αναρχίας στην ελληνική κοινωνία. Κατά τον Παπαδόπουλο ο στρατός ήταν η μόνη πολιτικά ουδέτερη δύναμη ικανή να αποτρέψει την καταστροφή.

Ως πρωταρχικό στόχο του νέου καθεστώτος παρουσίασε την ανάπλαση της κοινωνίας ώστε να αποβληθεί η αναρχική αντίληψη. Για να δικαιολογήσει τα κατασταλτικά μέτρα χρησιμοποίησε το παράδειγμα του ασθενή που πρόσκαιρα ακινητοποιείται πάνω στο χειρουργικό τραπέζι προκειμένου να αποκατασταθεί η υγεία του.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου αν η ασθένεια ήταν το ενδεχόμενο αποτέλεσμα των προκηρυχθεισών εκλογών το αρνήθηκε και είπε πως στόχος ήταν να αποτραπεί η πορεία προς τον κομμουνισμό μέσω του κοινοβουλίου, κατά το παράδειγμα της Τσεχοσλοβακίας.

Ισχυρίστηκε πως το πραξικόπημα ήταν αναίμακτο. Προσδιόρισε τους πολιτικούς που είχαν τεθεί υπό περιορισμό σε περίπου 25 και είπε πως σύντομα θα ήταν ελεύθεροι. Επίσης ανέφερε πως είχαν συλληφθεί περίπου 5.000 επικίνδυνοι κομμουνιστές, η τύχη των οποίων θα κρινόταν από επιτροπές ασφαλείας.

Υποστήριξε πως είχε βρεθεί υλικό, για τη συγκέντρωση του οποίου απαιτήθηκαν 70 φορτηγά, που αποδείκνυε ότι προετοιμαζόταν κομμουνιστικό πραξικόπημα. Για την τύχη της Αριστεράς είπε πως θα δημιουργηθούν συνθήκες τέτοιες που θα κάνουν τον κομμουνισμό ακίνδυνο, όπως στις μεγάλες χώρες της Ευρώπης.

Όταν ρωτήθηκε αν υπάρχει πρόθεση να κληθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής όταν γίνει μετάβαση από τη στρατιωτική διακυβέρνηση σε πολιτική, το διέψευσε.

Στη διάρκεια της επταετούς χούντας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.

Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας η τελευταία κυβέρνηση να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, (απόπειρα δολοφονίας Μακαρίου Γ΄, το πραξικόπημα της Κύπρου και τον Αττίλα Ι), ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή ο οποίος και ανέλαβε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

Η ελληνική δικτατορία 1967-1974 θεωρείται διεθνώς ένα ακόμα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, στην μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να προσεταιριστεί έθνη στη πολιτική σφαίρα επιρροής της, ενισχύοντας φιλοσοβιετικές και φιλοκομμουνιστικές ομάδες, συχνά οδηγούσε σε αντίδραση από τη μεριά των Δυτικών και κυρίως των Αμερικανών που ήταν επικεφαλής του δυτικού συνασπισμού σε όμοιες αντίστοιχες ενέργειες.

Στο εσωτερικό των χωρών, στις πιο βίαιες περιπτώσεις, αυτή η μάχη κατέληγε είτε σε πλήρη επικράτηση των κομμουνιστών όπως στο Βιετνάμ/Καμπότζη ή σε στρατιωτική δικτατορία των πιο ακραίων δυτικόφιλων εθνικιστών (Χιλή, Αργεντινή). Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως και στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι στρατιωτικοί ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν αυτό που εκλάμβαναν ως κομμουνιστικό κίνδυνο με περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και εγκαθίδρυση δικτατοριών. Σε αυτήν την δράση τους είχαν συχνά την σιωπηρή ανοχή έως και σε μερικές περιπτώσεις, την ανοιχτή συμπαράσταση της Δύσης και κυρίως των ΗΠΑ μέχρι ακόμα και την ωμή παρέμβαση της CIA και των παραγόντων της.

Κατά τον Σάμιουελ Χάντιγκτον η ελληνική δικτατορία δεν πρέπει να αναλύεται ως ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ως μέρος ενός παγκόσμιου παιχνιδιού, μέρος ενός κύματος δικτατοριών. Όπως εξηγεί ο συγγραφέας στο βιβλίο The Third Wave, με πολλές αναφορές στην ελληνική δικτατορία και μεταπολίτευση, ο κόσμος έχει περάσει τρία κύματα αποσταθεροποίησης και δημοκρατικοποίησης. Η Ελλάδα βρέθηκε στο τρίτο κύμα εκδημοκρατισμού, την περίοδο του 70-80 μαζί με άλλες χώρες όπως οι προαναφερθείσες Ισπανία, Πορτογαλία αλλά και οι Βραζιλία, Παναμάς, Γρενάδα κ.ά.

Μέσα στο στρατό υπήρχε παράνομη οργάνωση αξιωματικών, με το όνομα ΙΔΕΑ, που είχε πρόγραμμα πραξικοπήματος. Μέσα στον ΙΔΕΑ, δρούσε ο αξιωματικός Γεώργιος Παπαδόπουλος, ως υφιστάμενος του στρατηγού Νάτσινα. Οι μηχανισμοί αυτοί, ενεργοποιήθηκαν, ή μάλλον πήραν την εντολή να ενεργοποιηθούν, από τον Τζον Μόρι, πράκτορα της CIA στην Αθήνα, κατ΄ αρχήν για την ανατροπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, στη συνέχεια όμως με κύριο στόχο την επιβολή πραξικοπηματικής κυβέρνησης, αποτελούμενης μόνο από στρατιωτικούς.

Η Αφορμή,που οδήγησε στην Χούντα

Ο Γ. Παπανδρέου αναγκάστηκε από τον Κωνσταντίνο να παραιτηθεί στις 15 Ιουλίου 1965. Από εκείνη την ημέρα και μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 1966, ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να σχηματίσει κυβερνήσεις με τη συμμετοχή κατά διαστήματα 48 βουλευτών της παράταξης Ένωση Κέντρου (αποστατών) που εγκατέλειψαν τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ο όρος «Αποστασία» προήλθε από τον χαρακτηρισμό αποστάτες που αποδόθηκε στους βουλευτές της Ένωσης Κέντρου που, υπό την προτροπή του επίσης βουλευτή της Ένωσης Κέντρου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πήραν μέρος ή έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις της περιόδου αυτής. Ο Κωνσταντίνος αρχικά διόρισε πρωθυπουργό τον Γεώργιο Αθανασιάδη-Νόβα με υπουργούς αποστάτες βουλευτές την Ένωσης Κέντρου. Η νέα κυβέρνηση όμως δεν είχε πλειοψηφία στην Βουλή, οπότε σχηματίστηκε άλλη κυβέρνηση υπό τον Ηλία Τσιριμώκο. Όλη η περίοδος που ακολούθησε την αποπομπή της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου χαρακτηρίζεται γενικότερα ως περίοδος πολιτικής ανωμαλίας.

Η σύγκρουση είχε και οικονομικά αίτια: Όταν η Ένωση Κέντρου ανήλθε στην εξουσία, ο Παπανδρέου είχε επιβάλει στον εκατομμυριούχο μεγαλοεπενδυτή Τομ Πάπας την επαναδιαπραγμάτευση των συμβάσεων για τα διυλιστήρια της ESSO (της σημερινής ΕΚΟ). «Ο Πάπας αντέδρασε και πίεζε την ελληνική κυβέρνηση, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την κυβέρνηση των ΗΠΑ, να σταματήσει τις «σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις»… Τελικά το φθινόπωρο του 1964, η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου υποχρέωσε τον Τομ Πάπας να υπογράψει νέα σύμβαση με την ESSO PAPAS, καταργώντας τα περισσότερα από τα μονοπώλια που είχε». Η CIA, η πολυεθνική Esso και το αφεντικό της δεν υποχώρησαν αλλά υπονόμευαν την κυβέρνηση Παπανδρέου, ενώ «… τη σχέση του με τη CIA παραδέχθηκε ο ίδιος ο Πάπας, σε συνέντευξη που έδωσε στο Φρέντυ Γερμανό».

Στο βιβλίο που έγραψε ο Μακάριος Δρουσιώτης, 1974, Το άγνωστο παρασκήνιο της τουρκικής εισβολής, Αλφάδι, Λευκωσία, 2002, σσ. 14-18 αναφέρει: «… ο Τομ Πάπας ήταν αυτός που συνέδραμε οικονομικά για την εξαγορά των βουλευτών που είχαν αποστατήσει από την Ένωση Κέντρου. Ο Λευτέρης Βόδενας συνεργάτης του τότε εκδότη των εφημερίδων «Μακεδονία» και «Θεσσαλονίκη» ο οποίος είχε ενεργό συμμετοχή στην ανατροπή του Παπανδρέου, αφηγείται στο βιβλίο του Χρίστου Χριστοδούλου «Ο εκδότης Ιωάννης Βελλίδης»:

«… μια μέρα ανέβηκα στον 7ο όροφο της οδού Φιλελλήνων 1 και πήρα κάτι δέματα…. Τα πήρα από τα γραφεία της ESSΟ Πάπας που ήταν εκεί και τα κατέβασα στα γραφεία της «Μακεδονίας» που ήταν στο δεύτερο όροφο. Από κει πέρασαν κάποιοι βουλευτές και τα πήραν».

Σχέσεις Χούντας-ΗΠΑ

Οι Η.Π.Α. εφάρμοσαν την τακτική της realpolitik ως προς τις σχέσεις τους με το νέο καθεστώς. Έτειναν να αποδέχονται ως τετελεσμένο γεγονός τη δικτατορία επικαλούμενοι διάφορα εκλογικευτικά επιχειρήματα: ο απλός κόσμος της ελληνικής υπαίθρου και των αστικών κέντρων δεν έρχόταν σε ευθεία ρήξη με το καθεστώς. Γενικά η απουσία κάποιου ισχυρού αντιπολιτευτικού κινήματος στο εσωτερικό, η εκ μέρους της οικονομικής ολιγαρχίας του τόπου, υποστήριξης του καθεστώτος και οι διακηρύξεις της Χούντας για την πρόωθηση μέτρων εκδημοκρατισμού λειτουργούσαν αποτρεπτικά για την Αμερικανική πλευρά. Το κλειδί για την κατανόηση της αμερικανικής στάσης «βρίσκεται στο γεγονός της φιλοατλαντικής στάσης της ηγεσίας της χούντας».

Απαιτούσε λεπτό χειρισμό η δημόσια στάση που θα εκδήλωναν οι Η.Π.Α. με δεδομένη την αντίδραση της φιλελεύθερης πτέρυγας των Δημοκρατικών. Αρχικά ο Ντιν Ράσκ απέτρεψε την έκφραση λύπης της Ουάσινγκτον για το πραξικόπημα. Στη συνέχεια άσκησε διακριτική πίεση για την ασφάλεια του Ανδρέα Παπανδρέου, δια μέσου του αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα ασκήθηκε πίεση για την προώθηση όχι άμεσα μα το ταχύτερο δυνατόν ελευθεριών και, τέλος υιoθέτησε την πρόταση του Τάλμποτ να ανασταλεί η αποστολή βαρέων όπλων στο πλαίσιο του Military Assistance Program. Τον Ιούλιο του 1967 η Αμερικανική πλευρά και συγκεκριμένα ο Ντιν Ράσκ,ο Υπουργός των Εξωτερικών των Η.Π.Α., εισηγήθηκε την μερική άρση του αποκλεισμού αποστολής βαρέων όπλων, χωρίς να αρθεί πλήρως.

Είχε προηγηθεί η συνεργασία του καθεστώτος στον Πόλεμο των Έξι Ημερών με το να επιτρέψει τη χρήση των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα.Όταν εκδηλώθηκε το κίνημα του βασιλιά Κωνσταντίνου οι Αμερικανοί κράτησαν ουδέτερη στάση, αν και σε επίπεδο κορυφής προσδοκούσαν στην επικράτηση του βασιλιά, με τις δικές του όμως δυνάμεις, και χωρίς τη δική τους βοήθεια. Η αποχώρησή του στο εξωτερικό δημιουργούσε στις Η.Π.Α. ένα ζήτημα: στερούνταν ένα βασικό επιχείρημα, λόγω της παρουσίας του για μη αναγνώριση του καθεστώτος. Τελικά, στις 23 Ιανουαρίου 1968 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε επιστολή στο καθεστώς της Αθήνας αποκαθιστώντας πλήρως τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το εκπαιδευτικό σύστημα

Η δικτατορία θα ακύρωνε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Για τους Απριλιανούς η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που είχε προωθήσει η Ένωση Κέντρου ήταν μία από τις αιτίες της κακής κατάστασης της παιδείας και μια από τις πολλές αιτίες επιβολής της Δικτατορίας. Εκτός από τις αναμενόμενες παρεμβάσεις στις οργανώσεις των εκπαιδευτικών και των φοιτητών και τις διώξεις τους, τα μέτρα «εξυγιάνσεως και αποκαταστάσεως ευρυθμίας» στα πανεπιστήμια, και τις τροποποιήσεις σε βιβλία και προγράμματα, η δικτατορία ανέτρεψε σχεδόν στο σύνολό τους όσα συνέθεταν την μεταρρύθμιση. Το μόνο που δεν ακυρώθηκε πλήρως ήταν η «δωρεάν παιδεία» και οι προσπάθειες για την ίδρυση νέων πανεπιστημίων. Εδώ μάλιστα η δωρεάν διανομή διδακτικών συγγραμμάτων επεκτάθηκε και στην τρίτη βαθμίδα. Όπως σχολιάζει ο ιστορικός της εκπαίδευσης Αλέξης Δημαράς, «πέρα από το λαϊκίστικο χαρακτήρα του μέτρου, η κυβέρνηση εξασφάλιζε έτσι ουσιαστικότερο έλεγχο του περιεχομένου των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων από εκείνον που ήδη πραγματοποιούσε με τη γενική λογοκρισία».

Ο Α.Ν.129/67 περί οργάνωσης και διοίκησης της γενικής εκπαίδευσης που προωθήθηκε το καλοκαίρι του 1967 , αποσκοπούσε στην άσκηση των μαθητών στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και τον φρονηματισμό των μαθητών όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης. Καταργούνταν όλα τα αιρετά μέλη όλων των εκπαιδευτικών συμβουλίων, ενώ συστήθηκε ως ανώτατο γνωμοδοτικό συμβούλιο το Ανώτατο Εκπαιδευτικό Συμβούλιο. Ρυθμιζόταν η ζωή διδασκόντων και διδασκομένων με την επαναφορά της καθαρεύουσας, των Παιδαγωγικών Ακαδημιών, πραγματοποιήθηκε η κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και καθιερώθηκε η μετεκπαίδευση των εκπαιδευτικών από τα Διδασκαλεία της Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης.

Στα μέσα του 1971 η κυβέρνηση προχώρησε στην επαναφορά παλαιότερων προσανατολισμών αναφορικά με την επαγγελματική εκπαίδευση, η οποία εκδηλώνεται με την ίδρυση των Κέντρων Ανωτέρας Τεχνικής Εκπαιδεύσεως (ΚΑΤΕ) και την επέκταση του τεχνικο-επαγγελματικού κλάδου του συστήματος. Η συγκρότηση, το 1971, δύο συμβουλευτικών επιτροπών για τα εκπαιδευτικά θέματα, με προφανή τεχνοκρατική διάθεση, «εκφράζει την ίδια τάση αποκλεισμού των ιδεολογικών προβληματισμών».

Σχέσεις Πολιτείας-Εκκλησίας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας

Το πραξικόπημα βρήκε την Εκκλησία σε κατάσταση κρίσης: ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ ήταν ασθενής και υπέργηρος, η ιεραρχία ήταν διασπασμένη, υπήρχαν εκκρεμή ζητήματα όπως το μεταθετό των μητροπολιτών, οι κενές μητροπολιτικές θέσεις και η κάλυψή τους, το ζήτημα σύνταξης νέου Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας που θα αντικαθιστούσε εκείνον του 1943. Η πρόφαση για επέμβαση υπήρχε κι έτσι εκδόθηκε ο Α.Ν. 3/1967 στις 10 Μαΐου 1967 που συγκρότησε με συγκεκριμένη θητεία ‘’Ιερά Σύνοδο αριστίνδην’’.Επρόκειτο για μια αντικανονική επέμβαση στα εσωτερικά της εκκλησίας διότι εθίγετο το επισκοποσυνοδικό πολίτευμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στη συνέχεια ο τότε αρχιεπίσκοπος απομακρύνθηκε αναγκαστικώς με την κατάργηση της διάταξης του Ν.Δ.4589/1966 η οποία εξαιρούσε από την αυτοδίκαιη αποχώρηση των μητροπολιτών, από τα καθήκοντά τους μετά τη συμπλήρωση του ογδοηκοστού έτους της ηλικίας τους τον εκάστοτε αρχιεπίσκοπο.

Τον διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος Κοτσώνης μετά τη συγκρότηση τριπρόσωπου δελτίου και την επιλογή ενός από τα τρία από την Κυβέρνηση με το Β.Δ. 296/1967.Στην πρώτη φάση της δικτατορίας άλλες παρεμβάσεις της Πολιτείας ήταν η με συντακτική πράξη απαγόρευση στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς παντός ιερατικού βαθμού, της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας για διοικητικές πράξεις της δικτατορίας, η επιβολή «αντικανονικού και ανελεύθερου συστήματος απονομής εκκλησιαστικής δικαιοσύνης» κι ενός ιδιώνυμου εκκλησιαστικού αδικήματος: η απώλεια της έξωθεν καλής μαρτυρίας και η εξαιτίας αυτής αποχώρηση των κληρικών.

Με το Ν.Δ. 126/1969 θεσπίζεται νέος Καταστατικός Χάρτης. Κι ενώ διατηρείτο η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας και η Διαρκής Ιερά Σύνοδος, θεσπιζόταν κάτι καινούργιο ως προς τη συγκρότησή τους: καταργούνταν τα προβλεπόμενα από τον Πατριαρχικό τόμο του 1850 και την Πατριαρχική Πράξη του 1928 ‘’πρεσβεία’’ χειροτονίας και ίσου αριθμού μελών από τις «παλαιές» και «νέες χώρες».

Με τα συντάγματα του 1968 και 1973 δεν παρέκκλιναν από τη συνήθη μορφή των συνταγματικών διατάξεων. Η αλλαγή της ηγεσίας της δικτατορίας και η άνοδος του Ιωαννίδη δεν αφήνει ανεπηρέαστη και την Εκκλησία. Τους Φαίδωνα Γκιζίκη και Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο ορκίζει ο μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ Τίκας, κάτι που έδειχνε πως «de facto έθετε σε αμφισβήτηση»  τον Αρχιεπίσκοπο η νέα ηγεσία του καθεστώτος.

Μετά την παραίτηση του Ιερώνυμου, εκδίδεται η συντακτική πράξη 3 /1974, η οποία χαρακτήριζε αντικανονική την εκλογή του προηγούμενου αρχιεπισκόπου, και οριζόταν ο τρόπος εκλογής του νέου αρχιεπισκόπου. Από την εκλογική διαδικασία αποκλείονταν όσοι συνέπραξαν στην αντικανονική εκλογή του Ιερωνύμου και όσοι είχαν εκλεγεί την ίδια περίοδο.

Κάθε πράξη που θα εκδιδόταν κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης πράξης δεν μπορούσε να ακυρωθεί στο Συμβούλιο Επικρατείας. Από τριπρόσωπο δελτίο που εξέλεξαν εικοσιοκτώ μητροπολίτες, εξελέγη ο Σεραφείμ. Την ανάγκη αποκατάστασης της κανονικής τάξης που επεδίωκε η Συντακτική Πράξη 3 /1974, κλόνισε το Ν.Δ. 411/1974 με την ίδρυση οκτώ νέων μητροπόλεων που αποσπάσθηκαν από την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τις μητροπόλεις Αττικής και Θεσσαλονίκης , ενώ επετράπη η πλήρωση προνομιούχων Μητροπόλεων με μετάθεση.

Τέλος η καθιέρωση ενός νέου αδικήματος, της ‘’διατάραξης της ειρήνης και της ενότητας της Εκκλησίας’’ έπληξε καίρια την όλη προσπάθεια αποκαταστάσεως της κανονικής τάξης εντός της Εκκλησίας.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και η Ελλαδική Εκκλησία κατά την Δικτατορία

Μετά από επίσημα και ανεπίσημα διαβήματα, δημοσιεύματα του ξένου Τύπου στηλιτευτικά των μέτρων της Δικτατορίας, στις 17 Νοεμβρίου του 1967 ο διευθυντής της Commission of the Churches on International Affairs, Dr. Frederick Nolde έστειλε επιστολή στον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, με την οποία του ανέφερε πως Έλληνες μετανάστες εργάτες είχαν απειληθεί από όργανα του καθεστώτος, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες της Διεθνούς Αμνηστίας.

Στις αρχές του 1968 η Εκτελεστική Επιτροπή του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών, αφού έλαβε το παραπάνω υπόμνημα του Nolde, ζήτησε να επισκεφθεί και να συναντήσει στην Ελλάδα εκπροσώπους της Ελληνικής Κυβέρνησης και της Αρχιεπισκοπής. Ο τότε αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος όμως δεν έδωσε συνέχεια, και δεν διευκόλυνε την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα του Π.Σ.Ε, μια επίσκεψη με ιδιαίτερο συμβολισμό και διεθνή αντίκτυπο.

Ο καθηγητής Νικόλαος Ζαχαρόπουλος αναφέρει ότι μετά από αρκετό χρονικό διάστημα ο Γ.Γ του Π.Σ.Ε. ήλθε στην Ελλάδα αεροπορικώς, αλλά οι Ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν αρχικά την είσοδο στην χώρα. Μετά δύο ώρες του επετράπη. Στις 4 με 20 Ιουλίου 1968 θα πραγματοποιείτο στην Ουψάλα της Σουηδίας η Δ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε, η Ελλαδική Εκκλησία όμως αρνήθηκε να αποστείλει αντιπροσώπους λόγω των τεταμένων σχέσεων Ελλάδας και Σουηδίας την περίοδο εκείνη.

Επίσης ο Ιερώνυμος επικαλέστηκε την ανάμιξη του ΠΣΕ στη σχεδίαση του νέου Συντάγματος της χώρας. Έτσι όμως, ο Ιερώνυμος γινόταν «φερέφωνο της Δικτατορίας».Ο Ζαχαρόπουλος επισημαίνει πως η αποχή της Ελλαδικής Εκκλησίας από τις εργασίες της Συνέλευσης συνδεόταν και με τη θεματολογία της, που μεταξύ άλλων αφορούσε και την «κοινωνική και πολιτική δικαιοσύνη», κάτι που θα δυσχέραινε την Ελληνική αντιπροσωπεία.

Επίσης ο Ιερώνυμος αρνήθηκε να παραλάβει οικονομική βοήθεια που το Π.Σ.Ε. έστελνε για τους σεισμόπληκτους των Ιονίων νήσων, γιατί θα υποχρεωνόταν να ευχαριστήσει έναν οργανισμό που ασκούσε κριτική στη Δικτατορία. Στα τέλη του 1968 ο Γ.Γ. του Π.Σ.Ε., μετά από έκκληση της «οικουμενικής ομάδας» της πόλης Κρίφτελ της Δυτ. Γερμανίας, έστειλε προσωπικό και ανεπίσημο διάβημα προς τον Ιερώνυμο, με το οποίο τον καλούσε να παρέμβει με σκοπό την αποτροπή των θανατικών εκτελέσεων των Βερυβάκη και Παναγούλη. Ο Ιερώνυμος απάντησε χαρακτηρίζοντας την επιστολή αυτή, «παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας» και «επέμβαση υπέρ δολοφόνων».

Η εσωστρέφεια της πολιτικής ζωής τα χρόνια που προηγήθηκαν της δικτατορίας είχε ωθήσει στο περιθώριο όλα τα ζητήματα που σχετίζονταν με τη Συμφωνία Σύνδεσης Ελλάδος-ΕΟΚ, η οποία προέβλεπε τη μεθοδευμένη και σταδιακή ενσωμάτωση της ελληνικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και απαιτούσε δραστικές προσαρμογές σε διοικητικούς μηχανισμούς, οικονομικούς θεσμούς και δομές της χώρας. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας μόνο οι υποχρεώσεις που είχαν σχέση με το μέρος της Συμφωνίας που αφορούσε την τελωνειακή ένωση εφαρμόστηκαν. Η Ελλάδα και η Κοινότητα προσκολλήθηκαν στα συμφωνημένα χρονοδιαγράμματα για την εξάλειψη των δασμών. Όλοι οι άλλοι όροι, όπως αγροτική εναρμόνιση, και οικονομική βοήθεια, είχαν «παγώσει». Αυτή η επιλεκτική εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης άλλαξε κατά έναν τρόπο την ισορροπία των μειονεκτημάτων και πλεονεκτημάτων υπέρ της Κοινότητας. Με τη δικτατορία, οι σχέσεις της Ελλάδος και της Ευρώπης περιήλθαν σε μια κατάσταση, όπως την αποκαλεί ο καθηγητής Πάνος Καζάκος, ελεγχόμενης κρίσης.

Υπό την πίεση κυρίως των σκανδιναβικών κυβερνήσεων -η πρωτοβουλία είχε δρομολογηθεί από τις αρχές του 1969 από τον Ολλανδό αντιπρόσωπο Μαξ Βαν Ντερ Στουλ – η Ελλάδα (μετά από προτροπή της Βρετανίας) αποχώρησε από το Συμβούλιο της Ευρώπης τον Δεκέμβριο του 1969 για να προλάβει καταδίκη της για καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Κίνημα του Ναυτικού,το Πολυτεχνείο και το τέλος της δικτατορίας

Ο Νίκος Παππάς

Με τη λέξη Κίνημα του Ναυτικού αναφερόμαστε στην αντιστασιακή δράση ομάδας αξιωματικών του Eλληνικού Πολεμικού Ναυτικού, με σκοπό την ανατροπή της Χούντας των Συνταγματαρχών το 1973. Από το 1969 αρχίζει η προετοιμασία και η οργάνωση του Kινήματος, με κύριο πυρήνα την τάξη του 1948. Η οργάνωση εκτός από Αξιωματικούς του Ναυτικού μύησε και μερικούς αξιωματικούς της Αεροπορίας αλλά και του Στρατού. Ειδικότερα στο Στρατό, σημαντικό ρόλο είχαν ο Ιωάννης Αλεξάκης και ο Σπύρος Μουστακλής, που βασανίστηκε απάνθρωπα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Ο Σπύρος Μουστακλής

Το Κίνημα θα εκδηλωνόταν στις πρώτες ώρες της 23ης Μαΐου 1973. Τις βραδινές ώρες της 21 Μαΐου υπήρξαν οι πρώτες ενδείξεις ότι το κίνημα είχε προδοθεί. Στις 23 Μαΐου οι αξιωματικοί τίθενται υπό περιορισμό, ενώ η ΕΣΑ εισβάλει στο Ναύσταθμο. Οι πρώτες συλλήψεις δεν αργούν να γίνουν.

Στις 25 Μαΐου ο Νίκος Παππάς και το πολεμικό πλοίο «Βέλος» παίρνουν την απόφαση να αποχωρήσουν αιφνιδιαστικά από την άσκηση του Ν.Α.Τ.Ο. και να καταπλεύσουν στο Φιουμιτσίνο της Ιταλίας, όπου το πλήρωμά του ζήτησε πολιτικό άσυλο, επιφέροντας σημαντικό πλήγμα στη χούντα.

Τη σημασία των γεγονότων στο Ναυτικό προέβαλλαν έντονα οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα ελληνικά προγράμματα και η πληροφορία περί ανταρσίας του Βέλος, κυριάρχησε στη διεθνή ειδησεογραφία για πολλές ημέρες. Στην Ελλάδα, οι πολίτες μπορούσαν να ενημερωθούν από τις ελληνικές εκπομπές του βρετανικού BBC και της γερμανικής DW. Η ενέργεια του Ναυτικού προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Το Κίνημα του Ναυτικού, η σημαντικότερη ίσως αντίσταση μέχρι τότε, οργανώθηκε με σκοπό την απελευθέρωση της Χώρας και όχι μιας απλής αντικατάστασης των δικτατόρων. Σύμφωνα με τη Χούντα, πολιτικός σύμβουλος των Κινηματιών ήταν ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ότι στις 19 Μαΐου παρεδώθηκε στους Κινηματίες σχέδιο Διαγγέλματος, το οποίο θα απηύθυναν από τη Σύρο. Ο δε Πέτρος Γαρουφαλιάς είχε αναλάβει να ενισχύσει του κινηματίες με οικονομική βοήθεια για τη παροχή βοήθειας στις οικογένειες των μονίμων αξιωματικών, των υπηρετούντων στα πλοία τα οποία σχεδίαζαν να κινήσουν οι Κινηματίες.

Το καθεστώς θεώρησε εμπλεκόμενο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄ και αμέσως μετά, στις 1 Ιουνίου 1973, κατάργησε τη Βασιλεία και ανακήρυξε Προεδρική Δημοκρατία. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα του Κινήματος του Ναυτικού ήταν η ανανέωση της αντίστασης, αφού από το 1971 η Χούντα είχε δώσει την αίσθηση ότι είχε εδραιωθεί και ότι όλες οι ένοπλες δυνάμεις ήταν με το μέρος της.

Την χρονική περίοδο 1967-1972 η Χούντα με συντονισμένα χτυπήματα είχε καταφέρει να καταστήσει ανίκανους τους φοιτητές να αντιδράσουν μπροστά στις αυθαιρεσίες του κράτους. Στις αρχές όμως του 1973, το χάσμα μεταξύ κράτους και φοιτητών μεγάλωνε. Η Χούντα των Συνταγματαρχών, στην προσπάθειά της να περιορίσει τους φοιτητές, έβαλε σε εφαρμογή το διάταγμα 1347 για τις επιστρατεύσεις. Η φοιτητική ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει με αποτέλεσμα το Φεβρουάριο του 1973 να γίνει η πρώτη κατάληψη της Νομικής ενώ στις 14 Μαρτίου ακολούθησε και δεύτερη. Σημαντικό ρόλο στην κλιμάκωση της κατάστασης είχε και το μνημόσυνο του «Γέρου της Δημοκρατίας», Γεωργίου Παπανδρέου. Όλα έδειχναν ότι κάτι θα συνέβαινε.

Στις 14 Νοεμβρίου του 1973 εκατοντάδες φοιτητές είχαν συγκεντρωθεί από το πρωί στο κτήριο της Νομικής Σχολής και ετοιμάζονταν να κάνουν συνέλευση. Στο τέλος της συνέλευσης πραγματοποίησαν πορεία στην οδό Σόλωνος και Πατησίων. Το απόγευμα και ενώ οι φοιτητές είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, ο αστυνομικός διευθυντής Δασκαλόπουλος και ο εισαγγελέας Σαμήτας διέταξαν τους φοιτητές να διαλυθούν. Οι φοιτητές βρέθηκαν σε δίλημμα. Δημιουργήθηκε συντονιστική επιτροπή η οποία και αποφάσισε, στις 8:30 μ.μ., την κατάληψη του Πολυτεχνείου.

Από τις πρώτες πρωινές ώρες της 15ης Νοεμβρίου φάνηκε η στήριξη των πολιτών προς τους φοιτητές, με τρόφιμα, γραφική ύλη και φάρμακα. Το βράδυ μπήκε σε λειτουργία για πρώτη φορά ο σταθμός των «Ελεύθερων Πολιορκημένων». Στις 16 Νοεμβρίου ο κόσμος παρέμεινε στο πλευρό των φοιτητών ενώ οδοφράγματα άρχισαν να στήνονται στους δρόμους. Οι αστυνομικοί και τα τανκ (τεθωρακισμένα) άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Οι πρώτες συγκρούσεις με την αστυνομία δεν άργησαν να γίνουν ενώ στις 7 μ.μ. ανακοινώθηκε και ο πρώτος νεκρός των συγκρούσεων.

Τα μεσάνυχτα και ενώ οι φοιτητές επέμεναν στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, έκαναν την εμφάνιση τους τα πρώτα τανκ. Ο κόσμος είχε διαλυθεί βίαια ενώ ο καπνός από τα δακρυγόνα έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Στη 1:30 μ.μ. ο επικεφαλής του τάγματος του στρατού έδωσε διορία να εγκαταλείψουν το κτήριο. Οι φοιτητές αρνήθηκαν και παρέμειναν φωνάζοντας συνθήματα όπως «Κάτω η Χούντα και οι Αμερικάνοι». Στις 2:50 π.μ. ο επικεφαλής διέταξε το τανκ να γκρεμίσει την πύλη του Πολυτεχνείου. Ο στρατός υποσχέθηκε ελεύθερη δίοδο και άφησε πραγματικά τον κόσμο να φύγει τουλάχιστον από την πύλη της Στουρνάρη με κατεύθυνση πλατεία Εξαρχείων, αν και η αστυνομία περίμενε πιο πάνω στα στενά για να δείρει ή/και να συλλάβει όσους μπορούσε. Μέσα σε λίγη ώρα το κτήριο είχε αδειάσει. Παρόλαυτα μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου δεν υπήρξε κανένας θάνατος σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Δ. Τσεβά αλλά και με το 33437/11.10.74 έγγραφον της Συγκλήτου του Πολυτεχνείου προς την Εισαγγελία το οποίο επιβεβαιώνεται από τον εισαγγελέα Δ. Τσεβά.

Αυτό λένε οι υποστηρικτές του μύθου του πολυτεχνείου,όμως οι θάνατοι έξω από το πολυτεχνείο κάναν το πολυτεχνείο Εθνική γιοτή και σύμβολο της δημοκρατίας. Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Η πρώτη επίσημη καταγραφή τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, εντόπισε 18 επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες νεκρούς και 16 άγνωστους «βασίμως προκύπτοντες». Ένα χρόνο αργότερα ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας.

Οι πρώτες (δημοσιογραφικές) προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα. Σύμφωνα με έρευνα του διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχεται σε 23, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.

Ο Χρήστος Λάζος υποστηρίζει ότι οι νεκροί είναι 83 και ίσως περισσότεροι. Ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός και ένα πεντάχρονο αγόρι που εγκλωβίστηκε σε ανταλλαγή πυρών στου Ζωγράφου. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Τέλος χιλιάδες σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν οι τραυματίες πολίτες.

Από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973

Ο κατάλογος των νεκρών του Πολυτεχνείου σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, είναι:

  1. Σπυρίδων Κοντομάρης του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ένωσης Κέντρου), κάτοικος Αγίου Μελετίου, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 20.30-21.00, ενώ βρισκόταν στη διασταύρωση οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  2. Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.30 και 21.45, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη, τραυματίστηκε θανάσιμα στην καρδιά από πυρά που έριξαν εναντίον του άνδρες της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (όπως λεγόταν τότε το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).
  3. Σωκράτης Μιχαήλ, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ 21.00 και 22.30, ενώ βρισκόταν μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία κατά των διαδηλωτών, με αποτέλεσμα να υποστεί απόφραξη της αριστεράς στεφανιαίας. Μεταφέρθηκε ημιθανής στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. (F Σεπτεμβρίου), όπου και πέθανε.
  4. Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Molde της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ» και αργότερα, νεκρή ήδη, στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Αιγυπτία Τουρίλ Τεκλέτ» και η παρεξήγηση αυτή επιβιώνει ακόμη σε κάποιους «καταλόγους νεκρών».
  5. Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών.
  6. Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 γύρω στις 24.00, ενώ βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή του Πολυτεχνείου (Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων), τραυματίστηκε θανάσιμα στον τράχηλο από πυρά της αστυνομίας. Μεταφέρθηκε στο πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου, όπου απεβίωσε. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ι.Κ.Α. Ανακριβώς είχε αναφερθεί αρχικά από την Αστυνομία ως «Χαμουρλής».
  7. Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, από τα Καλάβρυτα, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973 ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια και στη συνέχεια κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, συνεπεία των οποίων πέθανε, από οξεία ρήξη αορτής, τρεις ημέρες αργότερα, στις 19.11.1973, ενώ μεταφερόταν στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ.
  8. Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Κατά τις βράδυνες ώρες της 16.11.1973, ενώ βρισκόταν στην περιοχή του Πολυτεχνείου, κτυπήθηκε από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις. Μεταφέρθηκε στο Θεραπευτήριο Πεντέλης, όπου πέθανε τη Δευτέρα, 19.11.1973, από οξύ αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Τάφηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου στις 9.9.1974, έγινε τελετή στη μνήμη του.
  9. Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια, Αθήνα, εργάτης. Κατά τις πρωινές ώρες της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης, τραυματίστηκε στην κοιλιά από ριπή στρατιωτικής περιπόλου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε τη Δευτέρα 19.11.1973.
  10. Αικατερίνη Αργυροπούλου σύζυγος Αγγελή, 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Άγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 10.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της, τραυματίστηκε στην πλάτη από σφαίρα. Διακομίστηκε στην κλινική «Παμμακάριστος» (Κάτω Πατήσια), όπου νοσηλεύτηκε επί ένα μήνα και κατόπιν μεταφέρθηκε στο σπίτι της, όπου πέθανε συνεπεία του τραύματος της μετά από ένα εξάμηνο (Μάιος 1974).
  11. Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 10.15 το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλους διαδηλωτές στην οδό Πατησίων, μεταξύ των κινηματογράφων «ΑΕΛΑΩ» και «ΕΑΛΗΝΙΣ», τραυματίστηκε από ριπή πολυβόλου που έριξε εναντίον τους περίπολος πεζοναυτών που επέβαινε ενός τεθωρακισμένου οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου πέθανε μετά από 12 μέρες, στις 30.11.1973.
  12. Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Χίου 35, Αιγάλεω. Στις 10.30 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα πολυκατοικίας επί της πλατείας Αιγύπτου 1, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Αυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Μεταφέρθηκε στην κλινική «Παντάνασσα» (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 10.30 με 11.00 περίπου το πρωί της 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Κότσικα, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από πυρά της στρατιωτικής φρουράς που ενέδρευε στην ταράτσα του Ο.Τ.Ε. (αυτουργός ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δυμπέρης, 573ου Τάγματος Πεζικού). Με διαμπερές τραύμα μεταφέρθηκε στο Κ.Α.Τ., όπου τον βρήκε νεκρό ο πατέρας του.
  14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Γύρω στις 11.30 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην πλατεία Ομονοίας, προσβλήθηκε από δακρυγόνα αέρια που έριχνε η Αστυνομία. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του, συνεπεία εμφράγματος.
  15. Γεώργιος Γεριτσίδης του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 12.00 της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του στα Νέα Λιόσια, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά που διέσχισαν τον ουρανό του αυτοκινήτου. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
  16. Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, από τα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 12.00 το μεσημέρι της 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της, τραυματίστηκε θανάσιμα στον αυχένα από πυρά. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και στη συνέχεια στον «Ευαγγελισμό», όπου πέθανε αυθημερόν.
  17. Δημήτρης Θεοδώρας του Θεοφάνους, 5 1/2 ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά στρατιωτικής περιπόλου με επικεφαλής αξιωματικό (πιθανόν ο ίλαρχος Σπυρίδων Σταθάκης του Κ.Ε.Τ/Θ), που βρισκόταν ακροβολισμένη στο λόφο του Αγίου Θεράποντος. Εξέπνευσε ακαριαία και όταν μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο των Παίδων, απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  18. Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρων 10, Άγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 13.00, της 17.11.1973, ενώ βάδιζε με τον 13χρονο γιο του στη διασταύρωση των οδών Χέϋδεν και Αχαρνών, τραυματίστηκε θανάσιμα στην κοιλιά από ριπή μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε απευθείας στο νεκροτομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, από το ΚεράσοΒο Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 13.30 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε με τις ανήλικες κόρες του στη διασταύρωση των οδών Δροσοπούλου και Κύθνου, απέναντι από το ΙΣΤ’ Αστυνομικό Τμήμα, βρέθηκε εν μέσω πυρών, προερχομένων από τους αστυνομικούς του Τμήματος, με αποτέλεσμα να πάθει συγκοπή. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του.
  20. Ανδρέας Κούμπος του Στέργιου 63 ετών, βιοτέχνης, από την Καρδίτσα, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Γύρω στις 11.00 με 12.00 της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου, τραυματίστηκε στη λεκάνη από πυρά μυδραλίου τεθωρακισμένου στρατιωτικού οχήματος. Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ., κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών και τέλος στο Κ.Α.Τ., όπου και πέθανε στις 30.1.1974.
  21. Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, από τη Μυτιλήνη, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 12.00 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά περιστρόφου αξιωματικού του Στρατού (αυτουργός ο συνταγματάρχης Νικόλαος Ντερτιλής). Μεταφέρθηκε στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. σε κωματώδη κατάσταση και κατόπιν στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου πέθανε αυθημερόν.
  22. Κυριάκος Παντελεάκης του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, από την Κροκέα Λακωνίας, κάτοικος Φερρών 5, Αθήνα. Στις 12.00 με 12.30 το μεσημέρι της 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος, τραυματίστηκε θανάσιμα από πυρά διερχομένου άρματος μάχης. Μεταφέρθηκε στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών, όπου και πέθανε στις 27.12.1973.
  23. Ευστάθιος Κολινιάτης, 47 ετών, από τον Πειραιά, κάτοικος Νικοπόλεως 4, Καματερό Αττικής. Κτυπήθηκε στις 18.11.1973 από αστυνομικούς με συμπαγείς ράβδους, και υπέστη κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων πέθανε στις 21.11.1973.
  24. Ιωάννης Μικρώνης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Άνω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών. Κτυπήθηκε μετά τα γεγονότα, υπό συνθήκες που παραμένουν ακόμη αδιευκρίνιστες. Συνεπεία της κακοποίησης του υπέστη ρήξη του ήπατος, εξαιτίας της οποίας πέθανε στις 17.12.1973 στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου νοσηλευόταν. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, ο τραυματισμός του συνέβη στην Πάτρα, άλλες όμως πληροφορίες τον τοποθετούν στην Αθήνα. Η περίπτωση του παραμένει υπό έρευνα.

Οι βεβαιωμένοι νεκροί ήταν 24 αλλά υπάρχουν χιλιάδες τραυματίες την ίδια μέρα με πολλή χαρακτηριστικό τραυματισμό εντός του Πολυτεχνείου εκείνου της Πέπης Ρηγοπούλου, που έπαθε συντριπτικά κατάγματα στα πόδια από την πτώση της μεγάλης σιδερένιας πύλης με την είσοδο του Τανκς στον χώρο του Πολυτεχνείου. Η περίοδος της δικτατορίας βέβαια τελείωσε όταν η Χούντα του Ιωαννίδη «κατέρρευσε» στις 24 Ιουλίου του 1974 κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Η εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε τέσσερις ημέρες νωρίτερα (στις 20 Ιουλίου 1974) και αποτέλεσε παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γνωστή με την ονομασία Αττίλας Ι που όμως είχε επέλθει κατάπαυση πυρός. Η Χούντα, που είχε την ευθύνη για την προάσπιση του νησιού, δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε, παραπλανημένη από τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών με αποτέλεσμα στην κατάληψη του 4% των εδαφών του νησιού.

Οι πραξικοπηματίες αφού τιμήθηκαν προαχθέντες όπως π.χ. ο Δ. Ιωαννίδης που προήχθη σε υποστράτηγο, από τον υπουργό Ε. Αβέρωφ, αργότερα συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για τη δράση τους στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Σημειώνεται ότι η ένοπλη κατάληψη της εξουσίας στις 21 Απριλίου και η περίοδος μέχρι και τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε «στιγμιαίο αδίκημα. Επίσης δεν ασκήθηκε δίωξη για την απόπειρα κατά της ζωής του Μακαρίου και το πραξικόπημα που ακολούθησε στην Κύπρο, με συμμετοχή Ελλήνων αξιωματικών που οδήγησαν τη Χώρα σε κίνδυνο πολέμου, αλλά ούτε και ανοίχθηκε μέχρι σήμερα ο περιβόητος «Φάκελος της Κύπρου», παρά τις πολιτικές βαρύγδουπες και πομπώδεις υποσχέσεις που δόθηκαν στον ελληνικό λαό.

Τα γεγονότα στην Κύπρο μαζί με το κίνημα του Ναυτικού και την εξέγερση του Πολυτεχνείου αλλά και οι διεθνής αντιδράσεις λόγω της καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων(βασανιστήρια) συνέτειναν στην πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Το ΕΑΤ-ΕΣΑ(Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας),που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και μετονομάστηκε το 1975 σε στρατονομία από τον Ευάγγελο Αβέρωφ ήταν το σώμα, που άσκησε την περισσότερη βία. Η ΕΣΑ βέβαια δεν ήταν δημιούργημα της Δικτατορίας. Συστάθηκε το 1951, λίγο μετά το τέλος του Εμφυλίου και ενώ επίκειτο η είσοδος της χώρας στο ΝΑΤΟ. Ως τότε, ο Στρατός Ξηράς δεν είχε ξεχωριστό σώμα στρατιωτικής αστυνομίας, και στρατονομικά καθήκοντα ασκούσε η Χωροφυλακή. Οι άνδρες της ΕΣΑ φορούσαν χαρακτηριστική στολή με γαλάζιο πηλήκιο και λευκά περιβραχιόνια ενώ έφεραν μεγάλα ξύλινα κλομπς (ρόπαλα).

Τον Απρίλιο του 1967, λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας από το πραξικόπημα, ο ηγέτης της χούντας, Γεώργιος Παπαδόπουλος διόρισε τον Δημήτριο Ιωαννίδη επικεφαλής της EΣA, η οποία μετατράπηκε στο πιο πιστό στη Χούντα σώμα ασφαλείας της Ελλάδας. Όταν ο Παπαδόπουλος κήρυξε στρατιωτικό νόμο μετά το πραξικόπημα του 1967, αυξήθηκε η δύναμη της ΕΣΑ ακόμη περισσότερο, καθιστώντας τη χούντα επικεφαλής του βραχίονα του νόμου και της τάξης, καθώς και (κυρίως) της καταστολής. Επί Ιωαννίδη, έφτασε να έχει δύναμη 20,000 ανδρών και έγινε μια πανίσχυρη παραστρατιωτική οργάνωση, που θα χρησιμοποιούσε ο επικεφαλής της το 1973 για να ανατρέψει τον Παπαδόπουλο.

Χιλιάδες πολιτικοί αντίπαλοι της χούντας συνελήφθησαν από την EΣA και στάλθηκαν σε ορισμένα από τα πιο έρημα νησιά του Αιγαίου. Σε πολλές από τις καταγγελίες για βασανιστήρια κρατουμένων στο πλαίσιο του καθεστώτος Παπαδόπουλου συμμετέχει η ΕΥΔ, και ιδίως στην ανάκριση το Ειδικόν Ανακριτικόν Τμήμα (ΕΑΤ).

Χρήση βασανιστηρίων από την ΕΣΑ κατά τη διάρκεια ανακρίσεων αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της επταετίας. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης ήταν ένα παράδειγμα ενός ατόμου σε βασανιστήρια κατά την EAT / EΣA, ενώ ο πολιτικός Νίκος Κωνσταντόπουλος είναι ένα άλλο παράδειγμα. Χαρακτηριστική για την βιαιότητα τον βασανιστηρίων είναι η ιστορία του Σπύρου Μουστακλή, αξιωματικού του ελληνικού στρατού με αντιδικτατορική δράση, ο οποίος συνεπεία των βασανιστηρίων του ΕΑΤ-ΕΣΑ έμεινε για δύο χρόνια παράλυτος και δεν κατάφερε ποτέ να ξαναμιλήσει.

Η ΕΣΑ το 1975 μετονομάστηκε σε Στρατονομία με απόφαση του Ευάγγελου Αβέρωφ. Τα ηγετικά μέλη της ΕΣΑ που συμμετείχαν σε βασανιστήρια δικάστηκαν από στρατοδικείο και καταδικάστηκαν, αν και πολλοί δεν εξέτισαν το σύνολο της ποινής τους (Χατζηζήσης, Θεοφιλογιαννάκος, Πέτρου). Έρευνα βασισμένη σε συνεντεύξεις 21 πρώην μελών της ΕΣΑ έδειξε ότι όλοι είχαν επιστρατευτεί αρχικά σε κανονική στρατιωτική θητεία κι έπειτα στην ΕΣΑ. Περνούσαν σειρά μεθοδικών εκπαιδεύσεων για μια περίοδο μηνών, ώστε να προετοιμαστούν ψυχολογικά για τα βασανιστήρια συλληφθέντων.

Σύμφωνα με μαρτυρίες από τις στρατιωτικές δίκες, το δόγμα της ΕΣΑ ήταν «Φίλος ή σακάτης βγαίνει όποιος έρχεται εδώ μέσα».

Στην Αθήνα η βάση της ΕΑΤ-ΕΣΑ ήταν στο δυτικό (υψηλότερο) τμήμα του σημερινού Πάρκου Ελευθερίας επί της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, όπου διατηρούνται σήμερα τέσσερα πέτρινα χαρακτηριστικά κτίρια στρατιωτικής αρχιτεκτονικής του τέλους του 19ου αιώνα, που έχουν κηρυχθεί διατηρητέα από το πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ (Φ.Ε.Κ. 229Δ’/26-3-1997) και σήμερα φιλοξενούν τα εξής μουσεία:

1. Μουσείο Αντιδικτατορικής και Εθνικής Αντίστασης
2. Μουσείο Γενικού Ενδιαφέροντος, υπό την ευθύνη του Συλλόγου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών (Σ.Φ.Ε.Α.)
3. Κέντρο Τεχνών
4. Μουσείο Ελευθέριου Βενιζέλου, υπό την ευθύνη του Δήμου Αθηναίων.

Την 24η Ιουλίου έφθασε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το προεδρικό αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εσταίν.

Το βόρειο τμήμα της Κύπρου (36,4% του εδάφους της) που μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, καταλήφθηκε με τον Αττίλα ΙΙ ο οποίος ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου του 1974, δηλαδή 20 ημέρες μετά, αφότου είχε αναλάβει η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και που ολοκληρώθηκε πέντε ημέρες αργότερα.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading