Το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1922

Μετά την κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922, υπήρχε αγανάκτηση στις τάξεις του στρατού και της τότε Ελληνικής κοινωνίας. Ο στρατός που πολέμησε στο μέτωπο της Μικράς Ασίας είχε συγκεντρωθεί στη Χίο και τη Λέσβο.

Το Κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 1922
Η ηγεσία της Επαναστατικής Επιτροπής που είχε αναλάβει την εξουσία με την επανάσταση του 1922: συνταγματάρχες Γονατάς (κέντρο), Πλαστήρας (δεξιά) και ο πολιτικός σύμβουλος της Επανάστασης Γεώργιος Παπανδρέου

Οι Βενιζελικοί στρατιωτικοί σχεδόν αμέσως σχημάτισαν Επαναστατική Επιτροπή υπό τους Συνταγματάρχες Νικόλαο Πλαστήρα, ως εκπρόσωπο του στρατού της Χίου, Στυλιανού Γονατά, ως εκπρόσωπο του στρατού της Λέσβου, και τον Αντιπλοίαρχο Δημήτριο Φωκά, ως εκπρόσωπο του Ναυτικού.

Η στρατιωτική ήττα και η καταστροφή του ελληνικού στοιχείου στην Μικρά Ασία, είχαν συγκλονίσει το πανελλήνιο και είχαν προκαλέσει τη γενική κατακραυγή εναντίον των υπευθύνων. Η κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη παραιτήθηκε και στις 28 Αυγούστου τη διαδέχτηκε κυβέρνηση του Νικολάου Τριανταφυλλάκου. Η μεταβολή όμως δεν είχε πλέον κανένα νόημα. Στα στρατιωτικά τμήματα που είχαν διασωθεί και είχαν περάσει στα δύο νησιά, η αγανάκτηση είχε κορυφωθεί.

Στις 9 Σεπτεμβρίου γίνονται από Ελληνικές και ξένες εφημερίδες οι πρώτες αναφορές για τον σχηματισμό κινήματος στα νησιά του Αιγαίου με σκοπό την καθαίρεση του Κωνσταντίνου και τη θέσπιση δημοκρατικού πολιτεύματος. Στις 11 Σεπτεμβρίου οι Κινηματίες κήρυξαν Επανάσταση. Την επόμενη μέρα, τα επαναστατημένα στρατεύματα επιβιβάστηκαν σε εμπορικά πλοία και με τη συνοδεία πολεμικών έπλευσαν στην Αθήνα. Πριν ακόμη το αποβατικό σώμα φτάσει στην Αττική, στρατιωτικό αεροπλάνο έριξε στην πρωτεύουσα προκηρύξεις της Επαναστατικής Επιτροπής με τις οποίες οι Κινηματίες ζητούσαν την παραίτηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ υπέρ του Διαδόχου, τη διάλυση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, το σχηματισμό μιας πολιτικά αχρωμάτιστης κυβέρνησης, που θα είχε την εμπιστοσύνη των συμμάχων της Αντάντ, την άμεση ενίσχυση του Θρακικού Μετώπου και την τιμωρία των υπευθύνων της μικρασιατικής καταστροφής.

Στις 13 Σεπτεμβρίου τα πλοία με το στρατό έφτασαν στο Λαύριο και την επομένη ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ παραιτήθηκε και έφυγε για την Ιταλία. Βασιλιάς ανακηρύχτηκε ο γιος του και Διάδοχος Γεώργιος Β΄. Στις 14 Σεπτεμβρίου τα επαναστατικά στρατεύματα μπήκαν στην Αθήνα, όπου ματαίωσαν την προσπάθεια του αποστρατευμένου υποστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου να επωφεληθεί από την επανάσταση και να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ενώ στις 16 Σεπτεμβρίου σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση με πρόεδρο το Σ. Κροκιδά. Την εξουσία όμως είχε ουσιαστικά η Επαναστατική Επιτροπή (αρχηγός της ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας), που ανέθεσε τη διεθνή εκπροσώπηση της Χώρας στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη διάσκεψη της Λωζάνης όπου στις 24 Ιουλίου 1923 υπέγραψε τη Συνθήκη της Λωζάνης με την Τουρκία, που καθορίζει την σχέση των δύο χωρών μέχρι σήμερα. Ωστόσο η κυβέρνηση στην Αθήνα υπό τον Σωτήριο Κροκίδα και ουσιαστικό πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα πραγματοποίησε μπαράζ συλλήψεων. Συνέλαβε τα περισσότερα στελέχη της κυβερνήσεως Γούναρη, καθώς και τον ίδιο τον Γούναρη, όπου συγκεντρώθηκαν στην αστυνομική διεύθυνση Αθηνών. Έπρεπε να απονεμηθεί δικαιοσύνη, ωστόσο υπήρχαν διαφορετικές προσεγγίσεις και πολλές αντιδράσεις ιδίως στο εξωτερικό.

Η μετριοπαθής προσέγγιση ζητούσε τη δίκη των υπευθύνων ενώ η σκληροπυρηνική (Παπαναστασίου, Πάγκαλος, Οθωναίος) την άμεση εκτέλεσή τους χωρίς δίκη. Οι ξένες δυνάμεις ζητούσαν να γίνει δίκη αλλά χωρίς συνοπτικές διαδικασίες και με όλα τα μέσα υπεράσπισης που δικαιούνταν οι κατηγορούμενοι. Στις 9 Οκτωβρίου όμως έγινε μαι ογκώδης διαδήλωση 100.000 πολιτών στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα όπου απαίτησε την άμεση εκτέλεση των υπευθύνων. Η λογική που είχε περάσει η επαναστατική επιτροπή στον λαό ήταν ότι η Ελλάδα δεν ηττήθηκε αλλά προδόθηκε. Αν και αυτό βέβαια είχε μια δόση αλήθειας, όπως αποδεικνύεται σήμερα δεν ήταν η απόλυτη αλήθεια. Έπρεπε ωστόσο να βρεθεί ο αποδιοπομπαίος τράγος και βρέθηκε στο πρόσωπο 8 ανθρώπων που σύμφωνα με την έκθεση της Ανακριτικής Επιτροπής, που υπεγράφη στις 24 Οκτωβρίου αλλά δημοσιεύθηκε στον τύπο στις 26 Οκτωβρίου, παραπέμφθηκαν σε δίκη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Από αυτούς οι 6 εκτελέστηκαν σε μια δίκη που ουσιαστικά ήταν προαποφασισμένο το αποτέλεσμα.

Οι 7 από τους 8 κατηγορούμενους, από τα αριστερά, Μ. Γούδας, Γ. Μπαλτατζής, Ξ. Στρατηγός, Δ. Γούναρης, Ν. Στράτος, Ν. θεοτόκης, Π. Πρωτοπαπαδάκης

Οι 8 που παραπέμφθηκαν σε δίκη ήταν ο Δημήτριος Γούναρης, αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος και πρωθυπουργός την περίοδο 1921 – 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, υπουργός οικονομικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και πρωθυπουργός το 1922, ο Νικόλαος Στράτος, πρωθυπουργός το 1922 (για μερικές ημέρες μόνον) και υπουργός Εσωτερικών το 1922, ο Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργός εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη, ο Νικόλαος Θεοτόκης, υπουργός στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη, ο Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της στρατιάς της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, ο Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α. και υπουργός στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη και ο Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. και υπουργός στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη.

Στιγμιότυπο από την δίκη

Κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως οι κρατούμενοι βρίσκονταν σε απομόνωση, ενώ τους στερήθηκε και η πρόσβαση σε έγγραφα απαραίτητα για την υπεράσπισή τους. Όλων η απολογία ήταν μικρή πλην του Γούναρη που παρέδωσε απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων. Στις 31 Οκτωβρίου συνήλθε το έκτακτο στρατοδικείο στο κτίριο της Παλαιάς Βουλής. Πρόεδρος του στρατοδικείου ορίστηκε ο Αλέξανδρος Οθωναίος, αναπληρωτής πρόεδρος ο υποναύαρχος Κωνσταντίνος Βούλγαρης και μέλη του οι συνταγματάρχες Δημοσθένης Φλωριάς, Θεόδωρος Χαβίνης, Ανδρέας Παναγιωτόπουλος, ο πλοίαρχος Ιωάννης Γιαννηκώστας, ο αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Μαμούρης, ο στρατιωτικός δικαστικός σύμβουλος β΄ τάξεως Κωνσταντίνος Τσερούλης, ο αντιπλοίαρχος Κωνσταντίνος Φραγκόπουλος, οι ταγματάρχες Ν. Βαμβακόπουλος και Χ. Γραβάνης και ο λοχαγός Ανδρέας Κατσαράκης. Αναπληρωματικά μέλη ορίστηκαν οι Μιχαήλ Ζωγράφος, Λεωνίδας Κανάρης, Γεώργιος Σκανδάλης, Βασίλης Τζιότζιος, Αθανάσιος Ζάγκας, Θεόδωρος Βουτσαράς, Πλούτ. Χαλόφτης και Βύρων Καραπαναγιώτης.

Επαναστατικοί επίτροποι διορίστηκαν επίσης ο αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, οι συνταγματάρχες Νικόλαος Ζουρίδης και Νεόκοσμος Γρηγοριάδης και γραμματέας του δικαστηρίου ο Ιωάννης Πεπονής. Συνήγοροι υπεράσπισης ήταν οι Αναστάσιος Παπαληγούρας για τους Πρωτοπαπαδάκη και Μπαλτατζή, Κωνσταντίνος Τσουκαλάς για τους Γούναρη, Στράτο και Χατζανέστη, Σ. Σωτηριάδης για τον Γούδα, Οικονομίδης για τον Στρατηγό, Αριστοτέλης Ρωμανός για τον Θεοτόκη, Δουκάκης για τον Χατζανέστη ενώ οι Νοταράς και Πολίτης συμμετείχαν στην υπερασπιστική ομάδα. Επίσημος σκιτσογράφος της δίκης ήταν ο Περικλής Βυζάντιος.

Η διαδικασία ξεκίνησε με την κατάθεση των δώδεκα μαρτύρων κατηγορίας μεταξύ των οποίων ήταν οι Αναστάσιος Παπούλας (άνηκε πρωτύτερα στη φιλοβασιλική παράταξη), αντιστράτηγος ε.α., Μ. Πάσσαρης, συνταγματάρχης, Π. Σουμίλας, υποστράτηγος, Γ. Σπυρίδωνος, συνταγματάρχης, Μιλτιάδης Κοιμήσης, αντισυνταγματάρχης, Θεόδωρος Σκυλακάκης, ταγματάρχης και υπασπιστής του Πάγκαλου, Κ. Κανελλόπουλος, λοχαγός, Λεωνίδας Σπαής, λοχαγός, Αναστάσιος Βενετσανόπουλος, διευθυντής επιμελητείας του υπουργείου στρατιωτικών, Γεώργιος Δημητρίου Ράλλης, ο οποίος διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, Φωκίων Νέγρης, Βενιζελικός πολιτικός, και Κωνσταντίνος Ρέντης, διπλωματικός υπάλληλος και μετέπειτα υπουργός. Μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης ήταν οι Νικόλαος Ρίζος-Ραγκαβής, συνταγματάρχης, Παναγιώτης Παναγάκος, ταγματάρχης, Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος, ο οποίος μάλιστα αμφισβήτησε το ποινικό μέρος του κατηγορητηρίου.

Πέρα από τη συμπεριφορά του Οθωναίου, ἡ δίκη, όπως επισημαίνει και ο Γρηγόρης Δαφνής, διεξήχθη απολύτως κανονικά. Οἱ κατηγορούμενοι εἶχον πλήρη ἐλευθερίαν ὑπερασπίσεως. Δεν επετράπη όμως να χρησιμοποιήσουν οι κατηγορούμενοι δημόσια έγγραφα, τα οποία ήταν πολύτιμα σε παρόμοια δίκη όταν αντιμετώπιζαν κατηγορίες για πράξεις δύο ετών. Ο Στράτος παρατήρησε, μάλλον δηκτικώς, ότι πρέπει από μνήμης να μνημονεύουν τα σχετικά έγγραφα αλλά, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι βέβαιο ότι θα γίνουν πιστευτά, ειδάλλως – αν οι δικαστές πίστευαν όσα λέγουν οι κατηγορούμενοι – δεν θα υπήρχε λόγος να δικασθούν.

Οι κατηγορούμενοι αμύνθηκαν των κατηγοριών ενώ ιδιαίτερη εντύπωση δημιούργησε η κατάθεση του Παπούλα που προσπάθησε να αποδώσει όλες τις ευθύνες στον Χατζηανέστη, τον οποίο ο ίδιος είχε προτείνει για τη συγκεκριμένη θέση. Ο Γεώργιος Δημητρίου Ράλλης, αν και αντιπολιτευόμενος των κατηγορουμένων, διαφώνησε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας ενώ ο Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος προσήλθε ως μάρτυς υπεράσπισης, αν και ήταν στενός συνεργάτης του Βενιζέλου.

Ο συνταγματάρχης Πάσσαρης, καταθέτει στην Δίκη των Έξι

Ο Δημήτριος Γούναρης δεν είχε την ευκαιρία ολοκληρωμένης υπεράσπισης αφού αναγκαζόταν να λείπει λόγω του τύφου που τον ταλαιπωρούσε, ωστόσο είχε δώσει μια απολογητική έκθεση 67 σελίδων. Η απόφαση του εκτάκτου στρατοδικείου ήταν αναμενόμενη και προαποφασισμένη, εις θάνατον καταδικάστηκαν οι 6 από τους 8 κατηγορούμενους. Οι αντιδράσεις στην απόφαση ήρθαν και από το εσωτερικό της χώρας αλλά και από το εξωτερικό. Η μεγάλη Βρετανία πίεζε ώστε να μην γίνουν εκτελέσεις, ο Ιωάννης Μεταξάς, αργότερα δικτάτορας, ζήτησε οι κατηγορούμενοι να έχουν την ευκαιρία έφεσης.

Στις 15 Νοεμβρίου διαβάστηκε από τον Οθωναίο η τελική απόφαση, όπου έστειλε για εκτέλεση τους Γεώργιο Χατζηανέστη, Δημήτρη Γούναρη, Νικόλαο Στράτο, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Γεώργιο Μπαλτατζή και Νικόλαο Θεοτόκη. Οι άλλοι 2 κατηγορούμενοι (Γούδας και Στρατηγός) τους δόθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης. Την επόμενη οι μέρα οι κατηγορούμενοι εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες και μεταφέρθηκαν στο Α’ νεκροταφείο όπου θάφτηκαν με επίσης συνοπτικές διαδικασίες.

Το σημείο όπου εκτελέσθηκαν οι έξι καταδικασμένοι σε θάνατο ως υπεύθυνοι για τη Μικρασιατική καταστροφή

Η εκτέλεση των πολιτικών δημιούργησε διεθνείς αντιδράσεις. Η Ιταλία ζήτησε από τον πρέσβη της να διακόψει τις επαφές με την ελληνική κυβέρνηση, οι ΗΠΑ εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για την εκτέλεση των έξι, η οποία θα δυσκόλευε τη συνέχιση της οικονομικής αρωγής στην Ελλάδα, η Σουηδική και Βελγική κυβέρνηση εξέφρασαν τη βαθιά αγανάκτησή τους ενώ η Βρετανία διέταξε τη διακοπή των διμερών σχέσεων με παράλληλη ανάκληση του πρεσβευτή της. Επίσης διατυπώθηκαν παρατηρήσεις προς την ελληνική αντιπροσωπεία στη Λωζάννη, που εκπροσωπούνταν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Η στάση του Βενιζέλου για το θέμα της δίκης των έξι θεωρείται πάντως από τους περισσότερους αμφιλεγόμενη, αφού επί της ουσίας δεν διαφωνούσε με τις εκτελέσεις απλά σε έγγραφο που έφτασε σε χρόνο μετά την εκτέλεση, ζητούσε να εκτελεστούν μόνο οι διατελέσαντες πρωθυπουργοί Δημήτριος Γούναρης, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, Νικόλαος Στράτος και ο αρχηγός του στρατού Γεώργιος Χατζηανέστης και όχι ο Μπαλτατζής και Θεοτόκης. Αργότερα κατάλαβε ότι ήταν λάθος οι εκτελέσεις, όπως και πολλοί από αυτούς που τις αποφάσισαν. Ήταν μια βιαστική κίνηση αλλά δυστυχώς αναγκαία πολιτική κίνηση, όπως είπε αργότερα ο Πάγκαλος υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμό της Πατρίδας.

Η Εκκλησία της Αναστάσεως (γνωστή και σαν “παρεκκλήσι των έξι”) αφιερωμένη στη μνήμη των έξι εκτελεσθέντων.

Το 1933 εντοιχίστηκε μαρμάρινη πλάκα στην είσοδο του υπουργείου δικαιοσύνης με τα ονόματα των εκτελεσθέντων, ενώ στον τόπο εκτελέσεως στο Γουδή κατασκευάστηκε η εκκλησία της Αναστάσεως.

Ο Σωτήριος Κροκιδάς πάντως παραιτήθηκε την επόμενη μέρα από την πρωθυπουργία, αφού διαφώνησε με την ποινή και την εκτέλεση, στην θέση του ήρθε ο Στυλιανός Γονατάς. Οι επαναστάτες θέλαν να δώσουν την διακυβέρνηση στον Αλέξανδρο Ζαΐμη αλλά ο ίδιος διαφώνησε και έτσι ανέλαβε ο Στυλιανός Γονατάς, όπου έγινε προσπάθεια ανατροπής του από τους στρατηγούς Παναγιώτη Γαργαλίδη, Γεώργιο Λεοναρδόπουλο και το συνταγματάρχη Γεώργιο Ζήρα. Το κίνημα αυτό χαρακτηρίστηκε από την πλήρη αποτυχία, ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ ύστερα από προτροπή του Πλαστήρα απεχώρησε από την Ελλάδα στις 19 Δεκεμβρίου του 1923 και ορίστηκε ως αντιβασιλέας ο Παύλος Κουντουριώτης.

Ο Αρχηγός της επαναστάσεως του 1922 Νικόλαος Πλαστήρας με τον Πρωθυπουργό Στυλιανό Γονατά και τον τότε Συνταγματάρχη Λουκά Σακελαρόπουλο έξω από την Μητρόπολη.

Εντωμεταξύ στις 16 Δεκεμβρίου του 1923 έγιναν εκλογές με μόνη συμμετοχή του Βενιζελικού κόμματος που αναδείχθηκε κυβέρνηση και αντιπολίτευση τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Οι φιλομοναρχικοί δεν συμμετείχαν στις συγκεκριμένες εκλογές. Ο Βενιζέλος αναδείχθηκε πρωθυπουργός έχοντας στην φαρέτρα του την συνθήκη της Λωζάνης και το κίνημα της 11ης Σεπτεμβρίου ουσιαστικά είχε λήξει, αφού ο ίδιος ο Πλαστήρας έδωσε την διακυβέρνηση στην εκλεγμένη κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο των 400 βουλευτών.

Ο Βενιζέλος όμως ήταν υπέρ της Συνταγματικής Βασιλείας, ενώ ο Παπαναστασίου υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας, εντέλει επικράτησε η δεύτερη άποψη. Ο Βενιζέλος αποχώρησε από τη χώρα και την διακυβέρνηση της Χώρας ανέλαβε ο Γεώργιος Καφαντάρης. Από το 1924 ως το 1935 η Ελλάδα βρισκόταν στην λεγόμενη Β’ Ελληνική δημοκρατία. Το 1928 ο Βενιζέλος επανήλθε στην πολιτική σκηνή, και κυβέρνησε μέχρι το 1932. Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδο αναταραχών, εντωμεταξύ στην Ελλάδα επέστρεψε ο Βασιλιάς Γεώργιος το 1935, λίγο αργότερα έγινε η δικτατορία του Μεταξά. Η συνέχεια λίγο- πολύ γνωστή.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading