Γράφει η Τασσώ Γαΐλα

Ο Ιωσήφ Ραφτόπουλος γεννήθηκε το 1893 στο χωριό Σκεπαστό της Ανατολικής Ρωμυλίας-Θράκης(σήμ. Ν. Βουλγαρία), και μετά το πέρας των εγκυκλίων σπουδών του στο χωριό, οι γονείς του έστειλαν τον νεαρό Ιωσήφ στην Κωνσταντίνου Πόλη όπου και φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Κατόπιν, εργάσθηκε ως δάσκαλος σε απομεμακρυσμένα Ελληνικά Σχολεία της Μ. Ασίας επί 3 έτη.
Διακαής πόθος του νεαρού Θρακιώτη Ιωσήφ ήταν να έλθει στην τότε ελεύθερη ηπειρωτική Ελλάδα και αυτό θα το πετύχει το 1914 όταν θα διορισθεί δάσκαλος σε σχολείο των Αθηνών.
Χρόνια πολιτικών, κοινωνικών ανακατατάξεων και ζυμώσεων εκείνα για την Ελλάδα,λίγο μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, λίγο μετά την απελευθέρωση Ηπείρου και Μακεδονίας, και ο νεαρός δάσκαλος Ιωσήφ καίτοι είχε αποδεχτεί τον διορισμό του ως δασκάλου, παραιτήθηκε για να αναμειχθεί στην πνευματική κίνηση της Αθήνας. Τυπώνει και μοιράζει στους φίλους του τα πρώτα του ποιήματα και αρχίζει ο νεαρός ιδεολόγος-σοσιαλιστής Ιωσήφ τη λογοτεχνική του συνεργασία με τον ‘Νουμά’ καθώς και άλλα φιλολογικά περιοδικά της περιόδου εκείνης.

Με τα πρώτα του οκτάστιχα γραμμένα σε ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο, αναβιώνει θρύλους και παραδόσεις θυμίζοντας το παράδειγμα του Κρυστάλλη.
Πέρα στο ποτάμι
Πέρα στο ποτάμι, στα γλυκά νερά,
Νεράϊδα στο φεγγάρι νύχτα λούζεται.
Το μαρτυράνε οι γέροι και το λένε οι νιοί
Να παν να ιδούν γυρεύουν κι όλοι σκιάζονται.
Κι ένα παιδί, ένα αγόρι, δεν εσκιάχτηκεν,
Και κίνησε και πάει και κρυφαγνάντεψεν,
Επιάστηκε η λαλιά του, ο νους του εσάλεψεν,
και δεν εξαναφάνη κι ουδ’ ακούστηκεν.
Αργότερα ο Ιωσήφ θα στραφεί σε μια περισσότερο προσωπική αναζήτηση και θα κατακτήσει το χώρο της ατομικής περισυλλογής με στίχους ρομαντικούς, πλούσιους σε μελαγχολικές νότες που φτάνουν ως την απελπισμένη τρυφερότητα του ελεγειακού υποκειμενισμού.
Μεγάλος ο ποιητικός οίστρος του νεαρού Ιωσήφ, μεγάλη και η …φτώχεια του στην Αθήνα του 1914 λίγο πριν την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας. Η ανέχεια τον οδηγεί στα υπόγεια τυπογραφεία εφημερίδας όπου εργάζεται ως διορθωτής(όπως και ο ποιητής Κ. Κρυστάλλης 1868—1894), και ακριβώς όπως ο ομότεχνός του Ηπειρώτης, λόγω των δυσμενών συνθηκών εργασίας θα υποστεί τον πρώτο κλονισμό της υγείας του. Διορίζεται σε κατώτερη θέση του Υπ. Γεωργίας, αλλά, λόγω των αριστερών πολιτικών φρονημάτων του θα βρεθεί απολυμένος και στην φυλακή! Όλα αυτά θα κλονίσουν οριστικά την υγεία του σχεδόν πένητα ποιητή, που συνεχίζει τον αγώνα του και καταφέρνει να πάρει πτυχίο από την Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και να διορισθεί Έφορος Αρχαιοτήτων στους Δελφούς…
Είναι πλέον πολύ αργά…Η ύπουλη ασθένεια της εποχής, αιτία θανάτου και του ποιητή Κρυστάλλη που τόσο θαύμαζε ο Ιωσήφ, θα ‘κερδίσει’ και τον ίδιο. Απελπισμένη αναζήτηση της ελπίδας όλη η ζωή του μελαγχολικού ποιητή που η πονεμένη του ψυχή θα συναντήσει-επιτέλους- το όνειρο, την χαμένη ελπίδα, ΤΩΡΑ, στο τέλος, λίγο πριν την βίαιη πορεία του προς την ανυπαρξία, στο πρόσωπο μιας νεαρής κοπέλας της Ί τ σ α, φυματική και αυτή στο Νοσοκομείο Σωτηρία όπου θα εισαχθεί ο Ιωσήφ αναζητώντας την θεραπεία του.
Η μοίρα του, δυστυχώς, είναι πλέον αποφασισμένη. Το τέλος πλησιάζει. Ο 29χρονος Ιωσήφ δεν θα βιώσει με την αγαπημένη του Ίτσα την ολοκλήρωση του έρωτά τους λόγω της προχωρημένης κατάστασης της υγείας του.
Κι όσο διάστημα θα παραμείνει ο αισθαντικός ποιητής γράφει, γράφει καθισμένος κάτω από τα πεύκα του Σωτηρία εκεί που πήγε αναζητώντας την δική του σωτηρία, γράφει ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του συλλογής, εμπνευσμένος από την παρουσία της γλυκιάς Ίτσα.
Τίτλος: Ίτσα, εξαίσιο χάρισμα…
Ίτσα! Εξαίσιο χάρισμα της πλάσης, ώ αιθερία
Ψυχή, της ομορφιάς χαρά, δόξα της αρμονίας!
Γυναίκα όπου μια ατμόσφαιρα σε περιβάλλει αιθρία
Ειρήνης…Ώ με τα φτερά της φήμης της αιωνίας,
Πέτα λαλώντας, ύμνε μου, σ’ ανατολή και δύση,
Όποιος το τέλειο αναζητά την Ιτσα ας ατενίσει!
Ίτσα,ως οι μάγοι ήρθα μα αντίς για σμύρνα και λιβάνι
Την πολυστέναχτην, ιδού, ψυχή μου σ’ αφιερώνω.
Ώ, κάτω απ’ των ματιών σου τους ουρανούς ας κάνει
Η χάρη σου έξω απ’ αριθμό να αισθάνουμαι και χρόνο
Κι’ ήχους για ναύρω απ’ τους φρικτούς ελεύθερους χειμώνες
Ίτσα, να γλυκοκελαδούν στους αιώνες, οι αιώνες.
Αφιερωμένος στον ανεκπλήρωτο έρωτά του, την Ίτσα και στις σοσιαλιστικές του ιδέες, ο Ιωσήφ μια μέρα κατεβαίνει επικεφαλής μελλοθανάτων του σανατορίου στους δρόμους της Αθήνας. Κρατά μια μαύρη σημαία στα χέρια του, διαμαρτύρεται για τους άθλιους όρους ζωής στο σανατόριο, το σανατόριο όπου 5 μήνες πριν τον θάνατό του θα γράψει και το τελευταίο του ποίημα, ποίημα που αντανακλά τον βαθύ του έρωτα για την Ίτσα κοπέλα φυματική που θα χάσει και αυτή τη μάχη με την ζωή λίγο μετά τον θάνατο του αγαπημένου της ποιητή.

΄Οντας στο κατώφλι του θανάτου ο Ιωσήφ και στη μεγάλη ένταση της αρρώστιας του γράφει τα καλύτερα του ποιήματα. Το τελευταίο του…
Τίτλος:΄Ι τ σ α, π ο υ ν α ‘σ α ι α γ ά π η μ ο υ…
΄Ι τσα! Που να’σαι, αγάπη μου, που να΄σαι ωιμένα, ωιμένα.
Ίτσα, μονάχα μια στιγμούλα γύρισ’ απ’ τα ξένα
Έτσι μονάχα μια στιγμή κι’ ύστερα φύγε πάλι
Κι’ ύστερα φύγε, κι’ άλλη πια φορά μην έρχεσαι άλλη.
Μα γρήγορα σαν το πουλάκι, σχίσε τον αιθέρα
Κι όπου και να’ σαι πρόφτασε προτού βραδιάσει η μέρα.
Όπου και να’ σαι, όπου και να’ σαι άχ! Έλα πριν νυχτώσει,
Γιατί για μένα , αγάπη μου, πια δεν θα ξημερώσει.
Σημείωση: το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε στον Αθηναϊκό τύπο το 1923, λίγο μετά τον θάνατο του ποιητή στο Σωτηρία σε ηλικία μόλις των 30 ετών.
«Ζωή και Αγάπη», βιβλία Αα-Ζ στην εργογραφία του Ιωσήφ Ραφτόπουλου, με έτη κυκλοφορίας από το 1914-1921.
«Διαλεκτά», ο τίτλος της συλλογής με ποιήματά του που τύπωσαν οι λιγοστοί φίλοι του το 1924, εκπληρώνοντας την τελευταία επιθυμία του.
Σκίτσα: Ρία Γαΐλα-Εικονογράφος.
Πηγές:
- Μιχάλη Περάνθη: Μεγ. Ελλ. Ανθ. Ποιήσεως/1954
- Βιογραφικό Λεξικό Συγχρόνων Ελλήνων Συγγραφέων/Εκδ. Παγουλάτου
![]()