(“Living”) Δραματική ταινία, βρετανικής παραγωγής του 2022, σε σκηνοθεσία Όλιβερ Ερμάνους, με τους Μπιλ Νάι, Έιμι Λου Γουντ, Άλεξ Σαρπ, Όλιβερ Κρις, Μάικλ Κοκρέιν κα.

Αν δεν υπήρχε το πρωτότυπο, το αριστουργηματικό «Ikiru» του Ακίρα Κουροσάβα, στο οποίο βασίστηκε ο Όλιβερ Ερμάνους, θα είχαμε μείνει άφωνοι και θα είχαν αναπτερωθεί οι ελπίδες μας ότι το σινεμά έχει ελπίδες να αναστηθεί. Αλλά όποιος έχει δει το συγκλονιστικό δράμα που γύρισε ακριβώς πριν από 70 χρόνια ο Κουροσάβα, καταλαβαίνει ότι υπάρχουν έτοιμες οι βάσεις για ένα πετυχημένο ριμέικ, αλλά να κάνει και τις αναπόφευκτες συγκρίσεις και να παραδοθεί, για μία ακόμη φορά, στο μεγαλείο του Ιάπωνα σκηνοθέτη.
Παραδόξως ο Ερμάνους τα πάει αρκετά καλά, βασιζόμενος, με τη σειρά του, στο άψογο σενάριο του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Καζούο Ισιγκούρο, που έχει υπογράψει τα «Απομεινάρια Μιας Ημέρας», αλλά υπάρχει πάντα αυτή η απόσταση που τον χωρίζει με τον μεγάλο δημιουργό, τον ανυποχώρητο ιδεολόγο, της βαθιάς γνώσης της ανθρώπινης φύσης, τη χαρισματικής του ματιάς που τον έκανε ξεχωριστό. Ο Ερμάνους – ευτυχώς προσγειωμένος – ακολουθεί ταπεινά και πιστά το πνεύμα του πρωτότυπου φιλμ και καταφέρνει να σταθεί σε υψηλά επίπεδα, αξιοποιώντας και την τεράστια ερμηνεία του Μπιλ Νάι, που θα μπορούσε να συγκριθεί με τον ανεπανάληπτο πρωταγωνιστή του Κουροσάβα Τακάσι Σιμούρα, και που δικαίως πρέπει να θεωρείται ο μεγαλύτερος εν ζωή Βρετανός ηθοποιός.
Το περίφημο «Ikiru» («Ο Καταδικασμένος»), που για το ευρύ κοινό έμεινε σχεδόν στην αφάνεια, σε σχέση με άλλες ταινίες του Κουροσάβα, είχε αφεθεί για χρόνια ανέγγιχτο από διάσημους σκηνοθέτες, παρότι το είχαν λατρέψει, μπρος στο φόβο των συγκρίσεων ή και θεωρώντας ότι πρόκειται για ιεροσυλία.
Αυτό το τόλμησε τελικά ο Ισιγκούρο, που ήταν όνειρό του, να κάνει το ριμέικ του «Ikiru» και να το μεταφέρει στη βρετανική πραγματικότητα, έχοντας ως οδηγό τον άνισο, μέχρι τώρα, σκηνοθέτη Ερμάνους.
Το σενάριο μάς πάει στο μεταπολεμικό Λονδίνο του 1952, της οικονομικής ανάπτυξης, όπου ένας βετεράνος δημόσιος υπάλληλος, ένας τυπικός γραφειοκράτης, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο και έχει έξι μήνες ζωής. Μία είδηση που θα τον φέρει απέναντι στη συνειδητοποίηση της χαμένης ζωής του μέχρι τότε και την απόφασή του να κάνει κάτι που θα αφήσει το αποτύπωμά του σε αυτό τον κόσμο, θα αποκτήσει νόημα η ζωή του. Και αυτό το νόημα θα το βρει προωθώντας ένα αίτημα, που χρόνιζε, για μια παιδική χαρά. Γιατί η δημιουργία μιας παιδικής χαράς μπορεί να μην αλλάξει τον κόσμο, αλλά θα αλλάξει τη ζωή του γκρίζου γραφειοκράτη. Για να δικαιολογήσει και το νόημα της ταινίας «θα ήταν κρίμα να πεθάνεις χωρίς να ζήσεις ποτέ». Να σβήσει, μεμιάς και διαπαντός, το παρατσούκλι που του είχαν βγάλει στο γραφείο, εκείνο του «ζόμπι». Ένας άνθρωπος κουρασμένος, που έχει ξεμείνει μόνος, μετά το θάνατο της γυναίκας του και την αποξένωση με τον γιο και τη νύφη του, έχει να αντιμετωπίσει μια απάνθρωπη γραφειοκρατία, η οποία δεν οδηγεί πουθενά, εκτός από τη σταθεροποίηση της ισχύς της εξουσίας και της νομενκλατούρας.
Ο Ερμάνους, «τρέχει» με συνέπεια το σενάριο, κρατά σωστές αποστάσεις από εντυπωσιασμούς, διαθέτει τη διακριτικότητα να μιλήσει με αποχρώσεις, χωρίς έντονες μελοδραματικές κορυφώσεις τις περισσότερες φορές, ακολουθώντας το λακωνικό κείμενο του Ισιγκούρο και τις καυστικές απόψεις για τον περιβόητο καθωσπρεπισμό και τις ανερχόμενες «αξίες» μιας κοινωνίας που ρέπει προς τη βουλιμία.
Από κει και πέρα, η αναπαράσταση του μεταπολεμικού Λονδίνου είναι εξαιρετική, τα κοστούμια και τα ήθη της εποχής τονώνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα της ταινίας, καλλωπίζουν το αποτέλεσμα και δίνουν μία οικειότητα, που τραβούν το μάτι, αλλά περιορίζουν τις σκέψεις για το βαθύτερο νόημα που συνταράσσει στο πρωτότυπο φιλμ. Δηλαδή, γιατί πρέπει ένας άνθρωπος να φτάνει κοντά στο μοιραίο, στο αναπόφευκτο, για να λάβει γενναίες αποφάσεις, να σταθεί απέναντι σε κάθε εξουσία, να δικαιώσει την ύπαρξή του. Παρά ταύτα η ταινία του Νοτιοαφρικανού Ερμάνους δεν παύει να είναι ένα πολύ καλό φιλμ, το οποίο ανεβάζει ακόμη περισσότερο η συγκρατημένη, λιτή, συγκινητική ερμηνεία του Μπιλ Νάι.
Με λίγα λόγια… Στο Λονδίνο το 1952 ο Γουίλιαμς, ένας βετεράνος δημόσιος υπάλληλος, αποτελεί ένα μικρό γρανάζι στη γραφειοκρατία της αναδόμησης της μεταπολεμικής Αγγλίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Καθώς άπειρα χαρτιά κατακλύζουν το γραφείο του, μαθαίνει ότι έχει μια θανάσιμη ασθένεια. Έτσι ξεκινάει να ψάχνει κάποιο νόημα στη ζωή του, όσο του μένει ακόμα χρόνος.
Πληροφορίες από το Left
![]()