Πέθανε ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος

Σε ηλικία 83 ετών, έφυγε σήμερα από της ζωή, ο τέως βασιλιάς της Ελλάδας, Κωνσταντίνος Β’ Γκλύξμπουργκ, μετά από σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε τις τελευταίες εβδομάδες. Ο τέως βασιλιάς νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες στην εντατική ιδιωτικού θεραπευτηρίου των Αθηνών.

Πέθανε ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος

Μαζί με τον Βασιλιά σήμερα έφυγε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο η οποία στα βάθη του χρόνου θα αξιολογηθεί από τους ιστορικούς του μέλλοντος. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο τελευταίος βασιλιάς της Ελλάδος αποχώρησε από το πολίτευμα στο δημοψήφισμα του 1974, το δημοψήφισμα που έφερε την β'( ή γ’ κατά άλλους) ελληνική δημοκρατία. Ήταν ο βασιλιάς που προκάλεσε άθελα του ή ηθελημένα, και αυτό θα το κρίνει η ιστορία, τη δικτατορία της περίοδο 1967-1974. όπου οδήγησε και στο Κυπριακό.

Ας δούμε όμως μερικά στοιχεία από τον βίο του

Ο Κωνσταντίνος Γλυξμπουργκ γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1940 στην Αθήνα, στα ανάκτορα το Παλαιού Ψυχικού. Γονείς του ήταν ο πρίγκιπας Παύλος της Ελλάδας, αδελφός και διάδοχος του βασιλιά της Ελλάδας Γεωργίου Β΄, και η πριγκίπισσα της Ελλάδας, του Αννοβέρου, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας, Φρειδερίκη. Ο Πρίγκιπας Παύλος έγινε βασιλιάς της Ελλάδος το 1947, μετά τον θάνατο του Γεωργίου του Β’. Ο Παύλος ως ρυθμιστής του πολιτεύματος είχε πολλές αμαρτίες σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για την πολιτική κατάσταση της χώρας μας. Στις 6 Μαρτίου του 1964 μετά τον θάνατο του Παύλου, ο Κωνσταντίνος έγινε ο βασιλιάς της Ελλάδος, ήταν 24 ετών.

Η πολιτική κατάσταση την περίοδο της βασιλείας του Κωνσταντίνου (1964-1967) ήταν ιδιαίτερα πολωμένη μεταξύ του πρωθυπουργού και αρχηγού της Ενώσεως Κέντρου Γεωργίου Παπανδρέου και του αρχηγού της Ε.Ρ.Ε. Παναγιώτη Κανελλόπουλου, ο οποίος ουσιαστικά υποκαθιστούσε τον αυτοεξόριστο ιδρυτή του κόμματος Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η πολιτική κατάσταστη έφερε την δικτατορία των συνταγματαρχών. Εντωμεταξύ το 1964, τον Σεπτέμβριο, λίγους μήνες μετά την ενθρόνισή του ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε την τότε πριγκίπισσα της Δανίας, Άννα Μαρία με την οποία απέκτησε τρείς γιούς και δύο κόρες.

Αριστερά ο Γεώργιος Παπανδρέου, δεξιά ο Κωνσταντίνος Β’, την περίοδο λίγο πριν τα Ιουλιανά του 1965

Η οικογένεια του Κωνσταντίνου, το 1941, διέφυγε στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο. Ήταν η αρχή της Γερμανική κατοχής. Στη διάρκεια του πολέμου η οικογένειας έζησε για μεγάλα διαστήματα στο Κέιπ Τάουν της Νότιας Αφρικής. Το 1946, μετά την απελευθέρωση η βασιλική οικογένεια επέστρεψε στη χώρα. Όσο για τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο δημοτικό σχολείο που λειτούργησε μέσα στα ανάκτορα Ψυχικού. Τις γυμνασιακές του σπουδές έκανε στο εθνικό εκπαιδευτήριο Αναβρύτων και συνέχισε στη Σχολή Ευελπίδων. Στις 28 Ιουνίου του 1958, ανακηρύχτηκε αξιωματικός και στα τρία όπλα. Ασχολήθηκε ενεργά με τον προσκοπισμό και το 1959, ανακηρύχτηκε αρχιπρόσκοπος. Το 1960, αναδείχτηκε χρυσός ολυμπιονίκης στη Ρώμη, στο αγώνισμα της ιστιοπλοϊας.

Ας επιστρέψουμε όμως στην βασιλεία του. Το 1964 ανακηρύχτηκε βασιλιάς. Στις 15 Ιουλίου του 1965, προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης του Γεωργίου Παπανδρέου, αμφισβητώντας το δικαίωμα του πρωθυπουργού να αναλάβει προσωπικά το υπουργείο Εθνικής Αμυνας. Με αυτή του την παρέμβαση προκάλεσε τα λεγόμενα Ιουλιανά, όπου οι πολίτε διαδήλωναν καθημερινά στους δρόμους και βέβαια εκείνη η περίοδος ήταν που δολοφόνησε τον φοιτητή της ΑΣΟΕΕ, Σωτήρη Πέτρουλα. Η παραίτηση του Παπανδρέου προκάλεσε αναταραχή, ο Κωνσταντίνο ο Β’ διόρισε τις βραχύβιες κυβερνήσεις Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα (15 Ιουλίου) και Ηλία Τσιριμώκου (20 Αυγούστου), οι οποίες δεν συγκέντρωσαν ψήφο εμπιστοσύνης. Στις 17 Σεπτεμβρίου διόρισε νέα κυβέρνηση υπό το Στέφανο Στεφανόπουλο, η οποία διατηρήθηκε στην εξουσία επί 15 περίπου μήνες.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1966, διόρισε την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Ιωάννη Παρασκευόπουλου η οποία έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και στις 3 Απριλίου 1967, διόρισε πρωθυπουργό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο με σκοπό τη διεξαγωγή εκλογών. Λίγες ημέρες αργότερα έγινε το πραξικόπημα της 21η Απριλίου, όπου υπέδειξε για τη θέση του πρωθυπουργού τον Κωνσταντίνο Κόλλια και προσυπέγραψε το διορισμό της υπό αυτόν κυβέρνησης.

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Β΄ ανάμεσα σε μέλη της δικτατορικής κυβέρνησης αμέσως μετά την ορκωμοσία του δεύτερου κλιμακίου στις 22 Απριλίου 1967. Διακρίνονται οι Παπαδόπουλος, Κόλλιας, Σπαντιδάκης, Μακαρέζος (πρώτη σειρά), Ζωιτάκης, Παττακός (δεύτερη σειρά).

Στις 13 Δεκεμβρίου οργάνωσε αντιδικτατορική κίνηση που απέτυχε. Κατέφυγε με την οικογένειά του στη Ρώμη και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Την 1η Ιουνίου 1973, το δικτατορικό καθεστώς ανακοίνωσε την κατάλυση της βασιλείας και στις 29 Ιουλίου έκανε “δημοψήφισμα” για να κατοχυρώσει την απόφασή του αυτή.

Το 1974, ύστερα από την πτώση των συνταγματαρχών και την αποκατάσταση της δημοκρατίας, έγινε το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου για το πολιτειακό, με το οποίο ο Κωνσταντίνος Β’ κηρύχτηκε οριστικά έκπτωτος, με ποσοστό ψήφων 69,18 % υπέρ της προεδρευομένης Δημοκρατίας.

Ο Κωνσταντίνος απηύθυνε ωστόσο την επόμενη της ψηφοφορίας το ακόλουθο μήνυμα: «Έλληνες και Ελληνίδες. Πιστός στη διακήρυξή μου, επαναλαμβάνω ότι προέχει η εθνική ενότητα χάριν της ομαλότητας, της προόδου και της ευημερίας της Χώρας και εύχομαι ολόψυχα οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψε από τη χθεσινή ψηφοφορία »

Μετά το δημοψήφισμα ο Κωνσταντίνος παρέμεινε στο εξωτερικό αποφεύγοντας να επιστρέψει στην Ελλάδα, την οποία επισκέφθηκε πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 1981 για να παρακολουθήσει την νεκρώσιμη ακολουθία της μητέρας του, Φρειδερίκης. Οι διαφορές του με το ελληνικό κράτος για την πρώην βασιλική περιουσία των τριών κτημάτων του, δηλαδή το Μον Ρεπό στην Κέρκυρα, το Κτήμα Τατοΐου, και το κτήμα Πολυδενδρίου στην Αγιά Λάρισας οδήγησαν τελικά στα δικαστήρια, καθώς εξ αρχής κατέστη σαφές το ενδιαφέρον του Κωνσταντίνου για τα χρήματα, δηλαδή ο ιδιοτελής χαρακτήρας των Γλύξμπουργκ, όπως διαπιστώνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και μέλος της υπερασπιστικής ομάδας της ελληνικής κυβέρνησης στην υπόθεση της βασιλικής περιουσίας στην εκδίκαση στο Στρασβούργο.

Το 1992 σύναψε συμφωνία με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δια της οποίας εκχωρούσε το μεγαλύτερο μέρος της ακίνητης περιουσίας του στην Ελλάδα σε ένα μη κερδοσκοπικό ίδρυμα με αντάλλαγμα την απόδοση των παλαιών θερινών ανακτόρων του Τατοΐου και το δικαίωμα να εξαχθεί ένας μεγάλος αριθμός κινητών περιουσιακών στοιχείων από τη χώρα. Η σύμβαση ψηφίστηκε με τον νόμο 2086/1992 περί κυρώσεως της μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του τέως Βασιλέως Κωνσταντίνου σύμβασης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο κερκυραϊκός λαός πραγματοποίησε κατάληψη στο ανάκτορο Μον Ρεπό διαδηλώνοντας κατά της συμφωνίας και δηλώνοντας ότι το ανάκτορο ανήκει στον κερκυραϊκό λαό και όχι στον μονάρχη.

Επίσης το 1992 μεταφέρθηκε με κοντέινερ όλη η κινητή περιουσία που βρισκόταν στα παλαιά ανάκτορα Τατοΐου, η οποία σύμφωνα με δημοσιεύματα συμπεριλάμβανε κλασικές και βυζαντινές αρχαιότητες. Τα κοντέινερ με τα οποία μεταφέρθηκαν τα κινητά αντικείμενα από το Τατόι προκάλεσαν την κατακραυγή της κοινής γνώμης. Μάλιστα καταγράφηκε το γεγονός πως εκλάπησαν πίνακες ζωγραφικής, θρησκευτικές εικόνες και κοσμήματα. Σημειώθηκε ακόμη πως ο νόμος του 1992 της κυβέρνησης Μητσοτάκη εξυπηρετούσε σκανδαλωδώς τα συμφέροντα του Κωνσταντίνου.

Το 1993 έκανε μια πρώτη μεγάλη επίσκεψη στην Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση ενοχλήθηκε από αυτή την περιοδεία του και αντιμέτωπη με τις όλο και ισχυρότερες διαμαρτυρίες της αντιπολίτευσης του ζήτησε να αποχωρήσει. Το 1994 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ακύρωσε με τον νόμο 2215/1994 τη συμφωνία του 1992 και αφαίρεσε από τον Κωνσταντίνο την ιδιοκτησία του στην Ελλάδα και την ελληνική ιθαγένεια θεωρώντας ότι η βασιλική περιουσία είχε ήδη απαλλοτριωθεί με το νομικό διάταγμα της Χούντας των Συνταγματαρχών. Ο συγκεκριμένος νόμος αναγνώριζε ότι η απαλλοτρίωση της βασιλικής περιουσίας από τη Χούντα ήταν εξ αρχής νόμιμη και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά το 1974, οπότε και αποκαταστάθηκε η δημοκρατία, ενώ αποκαλούσε τον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο ως Κωνσταντίνο Γλύξμπουργκ ζητώντας παράλληλα από τα μέλη της οικογένειας να δηλώσουν ένα επίθετο στα ληξιαρχεία ως όρο για την επανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας.

Η τέως βασιλική οικογένεια προσέφυγε στα πολιτικά δικαστήρια και στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενάντια στον ν. 2215/1994. Αν και δικαιώθηκε από τον Άρειο Πάγο με την απόφαση 1/1996 της ολομέλειας, απορρίφθηκε από την ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση 4575-8/1996. Τελικά το 1997 το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, συμφώνησε με το ΣτΕ δεχόμενο ότι ο ν. 2215/1994 είναι συνταγματικός.

Στις 21 Οκτωβρίου 1994 κατέθεσε, μαζί με άλλα οκτώ μέλη της βασιλικής οικογένειας, προσφυγή κατά της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο ισχυριζόμενος ότι ο νόμος 2215/1994 παραβίαζε διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Την προσφυγή υπέγραφαν μεταξύ άλλων οι Rosalyn Higgins, καθηγήτρια στο London School of Economics και μετέπειτα η πρώτη γυναίκα μέλος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, και Georges Vedel, μέλος του γαλλικού συνταγματικού δικαστηρίου και διαπρεπής νομικός, ενώ το κύριο έργο της υπεράσπισης είχαν οι νομικοί λόρδος Λέστερ και Nathene – Arnaouti συνεπικουρούμενοι από τους δικηγόρους Μπράβο και Γεωργιάδη. Με την προσφυγή η βασιλική οικογένεια υποστήριζε ότι με την δήμευση της περιουσίας τους (κτήμα Τατόι, Mon Repos στην Κέρκυρα, κτήμα Πολυδενδρίου στη Λάρισα), χωρίς την καταβολή αποζημίωσης παραβιάστηκαν τα ιδιοκτησιακά δικαιώματά τους, ότι είχαν υποστεί απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση σχετικά με την υπόθεση της ιθαγένειας, ότι είχε προσβληθεί η προσωπικότητα και η ιδιωτική ζωή τους σχετικά με την επιβολή του επωνύμου “Γλυξμπουργκ”, και ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη.

Τον Οκτώβριο του 1998 δημοσιεύθηκε η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία έκρινε ως παραδεκτό λόγο το περιουσιακό σκέλος της προσφυγής και όχι τα υπόλοιπα παραπέμποντας την υπόθεση σε νέο τμήμα με νέα σύνθεση. Τον Νοέμβριο του 2000 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του πρώτου άρθρου του Πρώτου Πρωτοκόλλου ενώ στις 28 Νοεμβρίου 2002 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιδίκασε 13,7 εκατομμύρια ευρώ, από τα οποία αποδόθηκαν 13,7 εκατομμύρια ευρώ στον τέως βασιλιά Κωνσταντίνο. Να σημειωθεί ότι στην προσφυγή ο τέως βασιλιάς και τα υπόλοιπα μέλη υπολόγιζαν την βασιλική περιουσία σε 161 εκατομμύρια ευρώ.

Οι νομικοί εκπρόσωποι του ελληνικού Δημοσίου επισήμαναν στο υπόμνημά τους ότι για το ύψος της αποζημίωσης πρέπει να συνεκτιμηθούν τρία κρίσιμα στοιχεία:

  1. Ο Κωνσταντίνος και τα μέλη της οικογενείας του είναι απλοί πολίτες ιδιώτες, χωρίς προνόμια και με αυτή την παραδοχή η περιουσία πρέπει να αποτιμηθεί αποκλειστικώς σε χρήμα.
  2. Οι αιτούντες δεν έχουν καταβάλει φόρους και άλλες οφειλές προς το Δημόσιο από κτήσεως της επίδικης περιουσίας.
  3. Μεγάλο μέρος των εκτάσεων των επίμαχων κτημάτων είναι δασικά και ως τέτοια έχουν μικρή εμπορική αξία, εξαιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων αξιοποίησής τους.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως ο Κωνσταντίνος διεκδικούσε πίνακα του Τζορτζ Σκοτ και άλλα αντικείμενα τα οποία, όμως, σύμφωνα με φορτωτικές που προσκόμισε η ελληνική πλευρά είχαν μεταφερθεί με τα κοντέινερ από το Τατόι το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς του 1991. Αυτό αποκάλυψε πως ο Κωνσταντίνος ψευδόταν και προκάλεσε θυμηδία στους δικαστές.

Τελικά, με απόφαση του δικαστηρίου ο τέως βασιλιάς έλαβε ως αποζημίωση 13,7 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία εισπράχθηκαν από τη ΔΟΥ Αχαρνών, τον Μάρτιο του 2003. Το Ελληνικό Κράτος κατέβαλε αυτό το ποσό από τον προϋπολογισμό “φυσικών καταστροφών”, θέλοντας να κάνει έναν πολιτικό υπαινιγμό, και εξέδωσε το σχετικό πιστωτικό εκκαθαριστικό από τη ΔΟΥ Αχαρνών ως κατά τόπον αρμόδια, με το σκεπτικό ότι τελευταίος τόπος διαμονής του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα ήταν τα Ανάκτορα στο Τατόι. Ο Κωνσταντίνος, στη συνέχεια, αφού παρέλαβε μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου το ποσό, ανήγγειλε τη δημιουργία του Ιδρύματος «Άννα – Μαρία» με έδρα το Λιχτενστάιν ως φορέα διάθεσης της αποζημίωσής του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Μέχρι σήμερα όμως οι δραστηριότητες του ιδρύματος δεν έχουν γίνει γνωστές.

Οι απόγονοι του Κωνσταντίνου είναι η Αλεξία, που γεννήθηκε το 1965, ο Παύλος, που γεννήθηκε το 1967,ο Νικόλαος, που γεννήθηκε το 1969, η Θοδώρα που γεννήθηκε το 1983, και ο Φίλιππος, που γεννήθηκε το 1986.

Οι γιοι του Κωνσταντίνου, Παύλος και Νικόλαος, διεκδικούν η κηδεία να τελεστεί με τιμές αρχηγού κράτους, που σημαίνει να προηγηθεί λαϊκό προσκύνημα και όλα όσα προβλέπει το συγκεκριμένο τελετουργικό. Επιμένει, μάλιστα, ότι δικαιούνται κηδεία δημοσία δαπάνη και με τιμές αρχηγού κράτους, καθώς υπήρξε αρχηγός του ελληνικού κράτους.

Όπως αναφέρουν δημοσιεύματα οι δύο γιοί του προσπαθούν να διευθετήσουν μία σειρά από νομικές εκκρεμότητες και για τον λόγο αυτόν έχουν απευθυνθεί σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο του κέντρου των Αθηνών, προκειμένου να ενημερωθούν και να αναζητήσουν τρόπους υπέρβασης των νομικών εκκρεμοτήτων που αφορούν την τελετή της κηδείας του άλλοτε μονάρχη.

Σε ό,τι αφορά τον τόπο ταφής πάντως, το ζήτημα φαίνεται να μην αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα, αφού η μητέρα του Φρειδερίκη ετάφη στο Τατόϊ και μάλιστα σε εποχές πολύ πιο φορτισμένες από τη σημερινή.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading