Γράφει ο Δημήτρης Σεβαστάκης για την Αυγή

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν μουσικά ανένταχτος την περίοδο του μεταδικτατορικού έπους, όπου όλες οι ηρωικές φαντασιώσεις ήταν δυνατές. Εκτός από το ευρηματικό κολάζ «media luz» έδωσε πολλές, εξαιρετικές συλλογές. Μερικές με ιδιαίτερο, πικρό χιούμορ. «Πού βαδίζουμε, κύριοι». Θυμάστε; «Τα ’φτιαξε ο Μηνάς με την Ανέτα, που τα ΄χε με τον Δήμο τον τρελό, χώρισε ο Χρηστάκης με την Τέτα…» κ.λπ. Ένα δαιδαλώδες έπος από ερωτικές συνάψεις, χωρισμούς, αλλαγές, μεταπηδήσεις κ.λπ. Κάπως μου θυμίζουν story εκλογικής μαγειρικής. Οι εκλογές εξελίσσονται και σε ένα παιχνίδι μεταγραφών. Όπως κάθε χρόνο συμβαίνει με τους ποδοσφαιρικούς αστέρες και τα τηλεοπτικά πρωινάδικα ή μεσημεριανάδικα. Φεύγει ο τάδε από την εκπομπή του δείνα. Αν ακούσει κανείς τις σπαρταριστές αθλητικές εκπομπές του καλοκαιριού, όπου, επειδή δεν υπάρχουν αμιγείς αθλητικές ειδήσεις, επινοούν οι καημένοι οι δημοσιογράφοι μεταγραφικές κινήσεις, μετακινήσεις, αναχωρήσεις, δυσαρέσκειες. Οι πιο έξυπνοι δίνουν μικρόφωνο στο κοινό. Λέει ο καθένας ό,τι του κατέβει, χωρίς έτσι να εκτίθεται ο συντάκτης. Η φήμη είναι μορφή πραγματικότητας. Συμπυκνώνει την επιθυμία ή την αποστροφή. Αλλά τι είδους συλλογική επιθυμία συμπυκνώνουν οι μεταγραφικές κινήσεις στη πολιτική; Για παράδειγμα, εξαιρετικά φιλόδοξα άτομα, που αφού βρίσουν επί χρόνια τον ΣΥΡΙΖΑ (τα γνωστά, σεισμός γίνεται, ο ΣΥΡΙΖΑ φταίει) στο τέλος ελεούνται εντασσόμενοι στο «κλυδωνιζόμενο σκάφος». Πολλοί στέγασαν κατά καιρούς την ανόητη και συχνά ατάλαντη φιλοδοξία τους, τσιμπολογώντας από παντού, μετακινούμενοι από κόμμα σε κόμμα ή από κόμμα σε ομάδα και τούμπαλιν. Μετέβαλαν προσωπικές πικρίες ή μίση σε πολιτικές κατασκευές. Τους περιφέρουν για λίγο, τους καταναλώνουν και μετά συνήθως τους πετάνε. Ο κύκλος τους κλείνει μετά την εκλογική σκακιέρα και την εντυπωσιοθηρική, διαφημιστική δομή που αυτή η σκακιέρα έχει αποκτήσει. Στη πραγματικότητα, ο κύκλος τους είναι ήδη κλεισμένος. Έχει κλείσει ήδη από την αυτονόμηση της φιλοδοξίας από την ιδεολογική και συναισθηματική εμπλοκή.
Μην μπερδεύουμε μετακινήσεις ιδεολογικού χαρακτήρα, που «ακούν» σε ένα ιδιαίτερα συνεκτικό πολιτικο-ιδεολογικό πρωτόκολλο, με τυχοδιωκτικές μεταγραφές. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Το κριτήριο είναι τι έλεγε και τι λέει ο καθείς. Ποια εσωτερική συνέπεια διατρέχει τον πολιτικό ισχυρισμό του, παλαιότερα και τώρα. Συχνά, όταν κάποιος εγκατέλειπε έναν κομματικό χώρο, αυτό εκλαμβάνονταν σαν ένα είδος ερωτικής ρήξης. Κάτι επώδυνο και άπιστο. Του χρεώνονταν η φυγή, δεν του πιστώνονταν η πιθανή πολυετής προσφορά του. Μερικές φορές συγχωρούνταν. Άλλοτε «διαγράφονταν» οριστικά από την παραταξιακή επικράτεια. Γενικώς η μετα-κίνηση είναι κάτι ιδιάζον.
Η πιο τραγική κατηγορία είναι αυτοί που θέλουν, αλλά δεν τους θέλουν. Που προσπαθούν, αλλά δεν. Υπάρχουν κι αυτοί που θέλουν να προσχωρήσουν, αλλά ψιλοντρέπονται. Είναι banal ο χώρος (και επομένως δεν είναι αντάξιος της ιδιοφυΐας τους). Άλλοι διστάζουν γιατί βλέπουν τις ανταγωνιστικές, παλιές κομματικές καραβάνες της περιοχής και φοβούνται. Λείχουν, με απέραντα κείμενα, λένε αυτό που θέλει να ακούσει η εξουσία, αλλά κάπως διστάζουν στο τελευταίο βήμα. Πολλές φορές διακρίνεις στα κείμενα ή τις δηλώσεις: «είμαι διαθέσιμος, πάρτε με». Η τραγωδία της προσφερόμενης δουλείας, δεν σχετίζεται με την πολιτική διαφωνία ή την πολιτική συμφωνία.
Υπάρχουν και οι μαγεμένοι. Κάποιος ηγέτης θέλγεται, εντυπωσιάζεται. Ε, ο επαρχιωτισμός δεν είναι προνομιακό έδαφος κανενός. Όλοι μπορεί να πάσχουν.
Συνήθως ο μη ιδεολόγος, ο αριβίστας, ερχόμενος, αν δεν μείνει ευχαριστημένος (δεν πάρει τη θέση) θα ξαναφύγει. Έχουν γραφεί άπειρες τέτοιες ιστορίες ταξιδιωτικής πολιτικής τρέλας. Και μάλλον θα συνεχίσουν να γράφονται.
![]()