Επίκαιρα γεγονότα από το μακρινό 1964

Το βράδυ της 3ης Ιουλίου 1964 ομάδα ακροδεξιών νεαρών εισβάλλει στο κτίριο της Βουλής, σε μια πρωτοφανή ενέργεια για τα κοινοβουλευτικά χρονικά της Ελλάδας. Ήταν μια μέρα σαν σήμερα λοιπόν που η ομάδα αυτή θα εσέβαλλε στο ελληνικό κοινοβούλιο πριν απο 59 ακριβώς χρόνια.

Επίκαιρα γεγονότα από το μακρινό 1964

Πλέον αυτό γίνεται και νόμιμα, αλλά τελοσπάντων ας πάμε στα μονοπάτια της ιστορίας. Στις 5 Ιουλίου του 1964 επρόκειτο να διεξαχθούν δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα. Τη χώρα κυβερνούσε η Ένωση Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου που είχε πάρει στις εκλογές του 1964 το 52,72% των ψήφων στις 16 Φεβρουαρίου.

Ο Παπανδρέου εκείνη την ημέρα μόλις είχε επιστρέψει από το πρώτο επίσημο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου είχε δεχθεί αφόρητες πιέσεις από τον Αμερικανό πρόεδρο Λίντον Τζόνσον για λύση του Κυπριακού. Τον δημαρχιακό θώκο της Αθήνας διεκδικούσαν τρεις βουλευτές, πίσω από τους οποίους ήταν στοιχημένες οι τρεις βασικές πολιτικές παρατάξεις της εποχής. Ο ένας ήταν ο απόστρατος στρατηγός Παυσανίας Κατσώτας που εκπροσωπούσε την κυβερνητική Ένωση Κέντρου, ο έτερος ήταν ο ασφαλιστής Γεώργιος Πλυτάς, που εκπροσωπούσε τη δεξιά ΕΡΕ και ο τρίτος ήταν ο καθηγητής του ΕΜΠ, Νίκος Κιτσίκης, που εκπροσωπούσε την αριστερή ΕΔΑ.

Το βράδυ της 3ης Ιουλίου η Βουλή βρισκόταν σε συνεδρίαση για το Κυπριακό. Την ίδια ώρα, ο υποψήφιος δήμαρχος της Δεξιάς, Γεώργιος Πλυτάς, πραγματοποιούσε την κεντρική προεκλογική του συγκέντρωση στην Πλατεία Κλαυθμώνος. Μετά το τέλος της ομιλίας του, μερικές εκατοντάδες νεαροί ξεχύθηκαν προς την οδό Πανεπιστημίου, φωνάζοντας συνθήματα κατά του κυβερνώντος κόμματος και του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου και υπέρ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που βρισκόταν αυτοεξόριστος στο Παρίσι. Οι διαδηλωτές περνούσαν μπροστά από το εκλογικό κέντρο του υποψηφίου της Αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη και μόλις που συγκρατήθηκαν από την αστυνομία για να μην τα κάνουν γυαλιά-καρφιά.

Στη συνέχεια διέκοψαν την κυκλοφορία και ανέτρεψαν ένα αυτοκίνητο στη Βουκουρεστίου και έφτασαν στη διασταύρωση της Βασιλίσσης Σοφίας, όπου διαλύθηκαν προσωρινά από την αστυνομία. Οι ακροδεξιοί όμως ανασυγκροτήθηκαν και χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση, εισέβαλλαν στο προαύλιο της Βουλής και κατόπιν στο κτίριο, φωνάζοντας «Προδότη Παπανδρέου», «Καραμανλής», «Παπανδρέου, παπατζή». Το σύνθημα της εισβολής φαίνεται να το έδωσε ο υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος του ψηφοδελτίου Πλυτά, συγγραφέας Ρένος Αποστολίδης.

Οι επιδρομείς, περίπου 50 τον αριθμό, συμπλέκονται με βουλευτές και υπαλλήλους της Βουλής, που προσπαθούν να τους εμποδίσουν να εισέλθουν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Ο θόρυβος και η φασαρία φθάνουν όμως μέσα στην αίθουσα και η συνεδρίαση διακόπτεται. Τελικά, οι εισβολείς απωθούνται από τη φρουρά της Βουλής και συλλαμβάνονται 32 από αυτούς. Στο μεταξύ, από τις άγριες συμπλοκές στους διαδρόμους της Βουλής, αρκετοί κυβερνητικοί βουλευτές έχουν τραυματιστεί (Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Γεώργιος Μπακατσέλος, Ιωάννης Τσιριμώκος, Χρήστος Αποστολάκος, Ιάκωβος Διαμαντόπουλος κ.ά.), ενώ σοβαρότερα όλων είναι ο Μιχάλης Λεφάκης, διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Υπουργού Οικονομικών, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Γύρω στις 11 το βράδυ η συνεδρίαση της Βουλής επαναλαμβάνεται, όταν η κατάσταση έχει εξομαλυνθεί. Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου ανεβαίνει στο βήμα και στηλιτεύει «τους βέβηλους και βαρβάρους, καθώς και τους ηθικούς αυτουργούς». Σε δυσκολότερη θέση όμως βρίσκεται ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Παναγιώτης Κανελλόπουλος, καθώς οι εισβολείς ανήκαν κυρίως στο κόμμα της ΕΡΕ. Καταγγέλλει μεν το περιστατικό, αλλά επιρρίπτει ευθύνες στην κυβέρνηση, που «ενέπνευσε πνεύμα αναρχίας». Οι βουλευτές της ΕΚ αντιδρούν και απειλούνται σοβαρά επεισόδια, αυτή τη φορά μέσα στην αίθουσα του κοινοβουλίου. Τα πνεύματα ηρεμούν, όταν οι βουλευτές της ΕΡΕ αποχωρούν από την αίθουσα.

Οι 32 συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στο αυτόφωρο, με βάση τον νόμο 4000 «περί τεντιμποϊσμού». Η δίκη ξεκίνησε στις 7 Ιουλίου, την επαύριο των δημοτικών εκλογών, στις οποίες η Αριστερά είχε σημειώσει αξιοσημείωτα κέρδη. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, ένας αξιωματικός της Γενικής Ασφάλειας κατέθεσε ότι η επίθεση κατά της Βουλής οργανώθηκε από παρακρατικές οργανώσεις, όπως ο φιλοναζιστικός «Όμιλος Εθνικής Αναγεννήσεως» και η φοιτητική ΕΚΟΦ. Μάρτυρες κατηγορίας, όπως οι υπουργοί Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και Δημήτριος Παπασπύρου, υποστήριξαν ότι η επίθεση κατά της Βουλής εξυπηρετούσε τις εχθρικές προς την Κύπρο δυνάμεις και γι’ αυτό τη χαρακτήρισαν προδοτική.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, με διαρκείς διαξιφισμούς μεταξύ των συνηγόρων υπερασπίσεως και πολιτικής αγωγής. Το δικαστήριο εξέδωσε την ετυμηγορία του στις 15 Ιουλίου 1964. Δύο από τους κατηγορουμένους, ο Ρένος Αποστολίδης και ο νομαρχιακός υπάλληλος Αχιλλέας Βήττας, καταδικάσθηκαν σε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών και άλλοι 22 σε μικρότερες ποινές.

Μεταξύ των αθωωθέντων φιγουράρει το όνομα του 18χρονου Παναγιώτη Μιχαλόλια ή Μιχαλολιάκου, που δεν είναι άλλος από τον γνωστό ποινικολόγο Τάκη Μιχαλόλια, αδελφό του ηγέτη της Χρυσής Αυγής, Νίκου Μιχαλολιάκου.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, επωφελούμενη από την ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί, θέλησε να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με τα «παρακρατικά όργανα της Δεξιάς». Ο Υπουργός Εσωτερικών Ιωάννης Τούμπας δήλωνε σχετικά: «Πληροφορώ τον ελληνικόν λαόν, ότι εις τους κόλπους του υπάρχουν και δρουν παρακρατικαί οργανώσεις, αι οποίαι οικειοποιούνται κρατικά καθήκοντα, οργανώνουν τα μέλη των στρατιωτικώς, τα εκγυμνάζουν και εμφυσούν εις αυτά το πνεύμα της δυναμικής ενεργείας και επιβολής».

Ο υπουργός κατήγγειλε τη ναζιστική και φασιστική ιδεολογία ορισμένων από τις οργανώσεις αυτές, τις οποίες χαρακτήρισε καρκίνωμα για τη Δημοκρατία και στηλίτευσε τη συνεργασία τους με παράγοντες της ΕΡΕ και την αστυνομία. Το Υπουργείο Εσωτερικών έδωσε στη δημοσιότητα πίνακα μάλιστα με οκτώ οργανώσεις, που ήταν νόμιμες, αλλά «είχαν παρεκτραπεί του προορισμού τους». Οι οργανώσεις αυτές ήταν οι:

  1. Πανελλήνια Εθνική Σταυροφορία
  2. Οργάνωσις Εθνικής Νεολαίας
  3. Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Ελλάδος
  4. Σύνδεσμος Εθνικοφρόνων Ελασιτών
  5. Κυανή Φάλαγξ
  6. Αντικομουνιστική Σταυροφορία
  7. Εθνική Αντικομουνιστική Οργάνωσις
  8. Εθνική Αντίστασις Ελλάδος

Ο κατάλογος περιείχε επίσης και τρεις μυστικές οργανώσεις:

  1. Καρφίτσα​
  2. Εγγυηταί του Βασιλέως
  3. Εθνική Κοινωνική Αλλαγή

Τον επόμενο χρόνο έντεκα από τις οργανώσεις αυτές διαλύθηκαν από τα κατά τόπους πρωτοδικεία.

Το 1965 ο καταδικασθείς ως υποκινητής της επιδρομής Ρένος Αποστολίδης εξέδωσε το βιβλίο «Κατηγορώ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την εισβολή στο «Κυνοβούλιο». Εξηγεί ότι η πράξη του αυτή έγινε για να υπογραμμίσει στον κόσμο πως δεν ανέβασε στην εξουσία παρά τον «χασάπη Παπατζή του ’44, τον άνθρωπο των Αγγλοαμερικάνων, που εγκατέστησε τη Δεξιά στην Ελλάδα».

Η οργάνωση Καρφίτσα και ο Γιοσμάς

Η οργάνωση αυτή ήταν το μαχητικό τμήμα της νόμιμης οργάνωσης με την ονομασία «Σύνδεσμος Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος». Αρχηγός τη οργάνωσης ήταν ο Ξενοφών Γιοσμάς, ένας δωσίλογος της κατοχής, που ήταν δημοσιογράφος, στρατιωτικός, ο οποίος εμπλάκηκε εκείνη την εποχή με τη νυπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη, που είχε προηγηθεί το 1963.

Η Καρφίτσα ήταν οργάνωση με κύρια αιχμή τον αντικομμουνισμό και τον φιλομοναρχισμό. Η οργάνωση είχε ανθρώπους από φτωχά λαϊκά στρώματα που αναζητούσαν διέξοδο στα προβλήματα στέγασης και εργασίας και συντονίζονταν από εκπροσώπους των σωμάτων ασφαλείας και καθοδηγούνταν από άτομα, όπως δοσίλογοι που βρήκαν καταφύγιο από τη μνήμη της προηγούμενης δράσης τους στη συνεργασία με την αστυνομία, εντασσόμενοι στο πλέγμα εξουσίας.

Φωτογραφία από αντίστοιχο άρθρο στη μηχανή του χρόνου

Ο Γιοσμάς γεννήθηκε το 1906 στο Κιρκαγάτς της Μικράς Ασίας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Κατερίνη, όπου ασχολήθηκε με το επάγγελμα του εκδότη-δημοσιογράφου. Μαζί με τον Κυριάκο Ζορμπά (1900-1982) ήταν ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Ολύμπια Νέα».

Το 1924-25 συμμετείχε στην οργάνωση των πρώτων προσκοπικών ομάδων στην Κατερίνη και το 1937 στην οργάνωση της Α 143 Φάλαγγας της ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας). Ήταν πολιτικό στέλεχος του Αγροτικού Κόμματος και συνδέθηκε στενά με τον βουλευτή Φίλιππο Δραγούμη. Το 1930 κατηγορήθηκε για απάτη και φυλακίστηκε. Κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο πολέμησε στην Αλβανία.

Το 1943 σε συνεργασία με την γερμανική Μυστική Αστυνομία Στρατού (Geheime Feldpolizei, GFP), οργάνωσε τις «Αντικομμουνιστικές Ομάδες Ασφαλείας» και στη συνέχεια εντάχθηκε ως Καπετάν Παρμενίων στην «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση Κατερίνης, Πιερίων και Ολύμπου» (ΕΑΟ). Ως αντικομμουνιστής οπλαρχηγός έδρασε κατά του ΕΛΑΣ Πιερίων και Ολύμπου συμμετέχοντας στην εξόντωση αρκετών στελεχών του ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ.

Το καλοκαίρι του 1944 υπό την πίεση του ΕΛΑΣ μεταφέρθηκε με τον Κισά-Μπατζάκ (αρχηγό του Εθνικού Ελληνικού Στρατού, ΕΕΣ), και μερικούς από τους άντρες τους, στη Θεσσαλονίκη όπου διηύθυνε το Γραφείο Τύπου και Προπαγάνδας του ΕΕΣ. Αργότερα, ως ανθυπολοχαγός, ανέλαβε τη διοίκηση του Λόχου Προπαγάνδας στο Εθελοντικό Τάγμα του Γεωργίου Πούλου.

Με την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, διέφυγε στη Γερμανία και κατόπιν στη Βιέννη όπου συμμετείχε στην τελευταία κατοχική κυβέρνηση Τσιρονίκου που μεταφέρθηκε εκεί, ως υπουργός Προπαγάνδας. Τον Νοέμβριο του 1945 καταδικάστηκε από το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων ερήμην σε θάνατο ως συνεργάτης των Γερμανών.

Το 1947 επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Γιοσμάς συνελήφθη όντας ήδη καταδικασμένος σε θάνατο, ενώ καταδικάστηκε και σε έναν επιπλέον χρόνο κάθειρξη και σε ισόβια στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων, για συνεργασία με τη γερμανική Μυστική Αστυνομία Στρατού. Το 1949 κατέθεσε αίτηση αναθεώρησης της απόφασης με την οποία του είχε επιβληθεί η θανατική ποινή, η οποία απορρίφθηκε.

Με διάταγμα της 7ης Απριλίου του 1950 ο βασιλιάς Παύλος του απένειμε χάρη, μετατρέποντας τη θανατική ποινή σε πρόσκαιρα δεσμά 20 ετών. Στα μέσα Νοεμβρίου του 1950 το Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων αποφάσισε τη συγχώνευση των έως τότε ποινών που του είχαν επιβληθεί και τελικά ο Γιοσμάς αφέθηκε ελεύθερος από τις φυλακές Επταπυργίου Θεσσαλονίκης στις 8 Ιουνίου του 1952, έχοντας μείνει στη φυλακή για συνολικά πέντε χρόνια. Πιθανόν σ’ αυτή την τόσο ευνοϊκή διευθέτηση να συνέβαλε ο παλιός γνώριμός του, Παναγιώτης Γούλας, συνταγματάρχης του ΓΕΣ και ηγετικό στέλεχος της ΠΑΟ.

Μετά την αποφυλάκισή του, το αντικομμουνιστικό κλίμα της εποχής είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την επισκίαση του δωσιλογικού του παρελθόντος και του ποινικού του μητρώου, αλλά και την αναβάπτισή του ως εθνικόφρονα. Έτσι το 1953, επί κυβέρνησης Παπάγου, διορίστηκε από τη Νομαρχία Θεσσαλονίκης πρόεδρος της σχολικής εφορείας του 24ου Δημοτικού Σχολείου Τούμπας όπου υπηρέτησε για 8 χρόνια, μέχρι το 1961.

Από τον Ιούνιο του 1958 έως τον Δεκέμβριο του 1962 ο Γιοσμάς εξέδιδε τη μηνιαία εφημερίδα «Εξόρμησις των Ελλήνων», χρηματοδοτούμενη από κονδύλια της ΚΥΠ και του υπουργείου Βορείου Ελλάδος, με αντικομμουνιστικό και ελληνοχριστιανικό προσανατολισμό.

Από το 1957 προσλήφθηκε ως αντιπρόσωπος για τις συνομιλίες με τις κρατικές αρχές, από τον «Οικοδομικό Συνεταιρισμό Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος» ο οποίος δέχονταν ως συνεταίρους αγωνιστές που πολέμησαν κατά του ΕΑΜ στην Κατοχή και κατά των κομμουνιστών στον Εμφύλιο. Κύρια επιχειρήματα για την προώθηση των αιτημάτων του συλλόγου για παραχώρηση οικοπέδων και οικοδομικών αδειών στον συνεταιρισμό ήταν η «εθνικοφροσύνη» των μελών του.

Το 1960 μαζεύοντας παλιούς γνωστούς και συμπολεμιστές του, αλλά και νέα μέλη, ίδρυσε το «Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως Βορείου Ελλάδος». Ο Σύνδεσμος είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη και σκοπός του ήταν η αναγνώριση και ενίσχυση όσων συμμετείχαν στον «αντικομμουνιστικό αγώνα» κατά την περίοδο της ναζιστικής Κατοχής. Μεταξύ των μελών του ήταν πρώην δωσίλογοι του τάγματος Πούλου.

Ο Γιοσμάς ανέλαβε ο ίδιος την ιδεολογική διαφώτιση των μελών, καθώς και την προπαρασκευή της μετανάστευσης μελών του Συνδέσμου στην Δυτική Γερμανία την οποία επισκεπτόταν τακτικά, όντας καλός γνώστης της γερμανικής γλώσσας. Έμβλημα του συνδέσμου ήταν ο γερμανικός Σιδηρούς Σταυρός. Το ίδιο έμβλημα έφερε και η εφημερίδα που εξέδιδε ο Γιοσμάς.

Παρά το παρελθόν του, ο Γιοσμάς μεταβλήθηκε σε προνομιακό συνομιλητή των αρχών ασφαλείας της Θεσσαλονίκης και των τοπικών βουλευτών της ΕΡΕ. Ειδικότερα διατηρούσε στενές επαφές με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της πόλης και κυρίως με την Χωροφυλακή, όντας στενός φίλος του στρατηγού Κωνταντίνου Μήτσου. Ο Μήτσου μάλιστα αρκετές φορές είχε παραθέσει γεύματα στην περιοχή Αρετσού στον Γιοσμά και τους οπαδούς του.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο Σύνδεσμος και ο ίδιος ο Γιοσμάς αναλάμβαναν να διευθετούν προβλήματα και αιτήματα που είχαν τα μέλη του στις κρατικές αρχές. Ως παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν η παραχώρηση εργατικής κατοικίας σε μέλος του συνδέσμου, επαγγελματικές άδειες, προσλήψεις αλλά και εγγυήσεις για αποφυλάκιση. Τα μέλη του συνδέσμου προμηθεύονταν με ταυτότητες που τους εξασφάλιζαν προνομιακή μεταχείριση. Ο Γιοσμάς διεξήγαγε την «εθνική και ηθική διαπαιδαγώγηση» των μελών, που παρά τις περί αντιθέτου διαβεβαιώσεις του φέρονται να ξυλοκοπούσαν οπαδούς της Αριστεράς για να τους τρομοκρατήσουν.

Τα φρονήματα του Συνδέσμου ήταν που κατέστησαν τα μέλη του χρήσιμα για τις Αρχές. Την Πρωτομαγιά του 1962 τα μέλη του συνδέσμου παρευρέθηκαν με περιβραχιόνια στην συγκέντρωση του Εργατικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, επιφορτισμένα από τη χωροφυλακή για την τήρηση της τάξης.

Τον Μάιο του 1963, κατά την επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας Σαρλ ντε Γκωλ στη Θεσσαλονίκη, μέλη του συνδέσμου χρησιμοποιήθηκαν από τη χωροφυλακή για την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας. Μετά από αυτό, αποτέλεσαν έμπιστα πρόσωπα που χρησιμοποιήθηκαν ως ομάδες κρούσης σε εργατικές συγκεντρώσεις.

Στις 22 Μαΐου 1963 δολοφονήθηκε ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης από τον Σπύρο Γκοτζαμάνη και τον Μανώλη Εμμανουηλίδη. Ο Γκοτζαμάνης ήταν μέλος του Συνδέσμου. Άλλα μέλη του Συνδέσμου τραυμάτισαν τον βουλευτή Γιώργο Τσαρουχά. Ο Γιοσμάς κατηγορήθηκε για ηθική αυτουργία εκ προθέσεως στη δολοφονία του Λαμπράκη και επικίνδυνη σωματική βλάβη εις βάρος του Τσαρουχά.

Ο Γιοσμάς προφυλακίστηκε στις 16 Ιουλίου του 1963 με εντολή του ανακριτή Χρήστου Σαρτζετάκη, ενόσω αποκαλυπτόταν από τις εφημερίδες το δωσιλογικό παρελθόν του. Δικηγόρος του ήταν ο υπουργός Προεδρίας της ΕΡΕ, Τάκος Μακρής. Ο ίδιος στη δίκη για τη δολοφονία του Λαμπράκη διαβεβαίωνε για την αθωότητά του και επικαλούταν τον πατριωτισμό και τις αντικομμουνιστικές πεποιθήσεις του χωρίς να παραλείψει να αναφερθεί στη συνεργασία του με τους Γερμανούς.

Τελικά δεν καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία αλλά για διατάραξη της κοινής ειρήνης με ποινή ενός έτους που είχε ήδη καλυφθεί από το διάστημα της προφυλάκισής του. Ο Σύνδεσμος του Γιοσμά πάντως διαλύθηκε σε μια επιχείρηση ξηλώματος πενήντα παρόμοιων παρακρατικών ακροδεξιών οργανώσεων από την κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου (Κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου 1964), με την υπ’ αριθμ. 96/14.4.64 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης,ύστερα ειδικά από την εισβολή στο κοινοβούλιο που περιγράφθηκε παραπάνω.

Ο Γιοσμάς πέθανε από εγκεφαλικό στις 14 Ιανουαρίου του 1975, σε ηλικία 69 ετών. Ο γιος του, Αλέξανδρος Γιοσμάς, ήταν υποψήφιος βουλευτής Ροδόπης με το ψηφοδέλτιο του ΛΑΟΣ το 2007. Στο μυθιστορηματικό Ζ (από το «Ζει», με θέμα τη δολοφονία του Λαμπράκη) του Βασίλη Βασιλικού περιγράφεται με το όνομα “Αρχηγόσαυρος”.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading