Ο γεννημένος στην Τσεχία συγγραφέας Μίλαν Κούντερα πέθανε σήμερα σε ηλικία 94 ετών, όπως μετέδωσε σήμερα η τσεχική δημόσια τηλεόραση και επιβεβαίωσε ο εκδοτικός του οίκος στη Γαλλία, όπου ζούσε από το 1975.

Η ανακοίνωση του Γαλλικού εκδοτικού οίκου αναφέρει ότι Γαλλο-τσέχος συγγραφέας πέθανε την Τρίτη 11 Ιουλίου, στο διαμέρισμά του στο Παρίσι.
Ο Κούντερα έγινε ιδιαίτερα γνωστός με τα έργα του “Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι”, “Το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης” και “Το Αστείο”.
Ο βίος του
Ο Κούντερα γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1929 σε μία μεσοαστική και ιδιαίτερα καλλιεργημένη οικογένεια στο Μπρνο της Τσεχοσλοβακίας (σήμερα ανήκει στην Τσεχία). Ο πατέρας του, Λούντβιχ Κούντερα (1891-1971), ήταν σημαντικός μουσικολόγος και πιανίστας, μαθητής του μεγάλου συνθέτη Λέος Γιάνατσεκ. Ο Μίλαν διδάχτηκε πιάνο από τον πατέρα του και αργότερα σπούδασε μουσικολογία και σύνθεση. Έτσι, μουσικολογικές επιρροές εμφανίζονται συχνά στο έργο του, όπως στο βιβλίο του Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι, στο οποίο ενθέτει πεντάγραμμα με μελωδίες του Μπετόβεν ως εκφραστικό μέσο μιας συγκεκριμένης ψυχολογικής κατάστασης.
Ο Κούντερα ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο Μπρνο το 1948 και έπειτα σπούδασε Λογοτεχνία και Αισθητική στη Σχολή Τεχνών του Πανεπιστημίου του Καρόλου στην Πράγα. Έπειτα από δύο ακαδημαϊκούς κύκλους μετεγγράφηκε στη Σχολή Κινηματογράφου της Ακαδημίας Θεάματος της Πράγας και αρχικά παρακολούθησε διαλέξεις στη σκηνοθεσία και στη σεναριογραφία.
Ο ίδιος ανήκε σε μια γενιά νεαρών Τσέχων που διαθέτοντας ελάχιστη έως ανύπαρκτη τριβή με την προπολεμική Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας και η ιδεολογία τους επηρεάστηκε δραστικά από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη γερμανική κατοχή. Ήδη από τα εφηβικά του χρόνια ο Κούντερα γράφτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τσεχοσλοβακίας με ενεργή κοινωνική και πολιτική δράση, η οποία το 1950 οδήγησε στην απότομη παύση των ακαδημαϊκών σπουδών του. Την ίδια χρονιά ο Μίλαν Κούντερα και ο συγγραφέας Ζαν Τρεφούλκα εκδιώχθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα με την κατηγορία των “αντικομματικών δραστηριοτήτων”.
Το 1962, ο Τρεφούλκα θα περιγράψει το γεγονός στη νουβέλα του Happiness Rained On Them ενώ το 1967 και ο ίδιος ο Κούντερα θα εμπνευστεί και θα βασίσει εκεί το κύριο θέμα του μυθιστορήματός του Το Αστείο. Με την αποφοίτησή του, το 1952, ο Κούντερα προσλήφθηκε από τη Σχολή Κινηματογράφου ως εισηγητής στην Παγκόσμια Λογοτεχνία. Το 1956 επανεντάχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα και αποβλήθηκε για δεύτερη φορά το 1970. Μαζί με άλλους συγγραφείς της κομμουνιστικής μεταρρύθμισης, όπως ο Πάβελ Κόχουτ, είχε μερική ανάμειξη στην Άνοιξη της Πράγας του 1968. Η σύντομη αυτή περίοδος μεταρρυθμιστικής δράσης κατεστάλη βίαια από τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία τον Αύγουστο του 1968. Ένα γεγονός που επηρρέασε ολόκληρο το κομμουνιστικό κίνημα σε ανατολική και δυτική Ευρώπη.
Ο Κούντερα ωστόσο μετά την άνοιξη της Πράγας, όπως ονομάστηκε η προσπάθεια του Κομμουνιστικού κόμματος της Τσεχοσλοβακίας να εκδημοκρατίσει το πολίτευμα της χώρας, παρέμεινε για μερικά χρόνια ακόμα προσκείμενος στον μεταρρυθμιστικό τσέχικο κομμουνισμό και παράλληλα συγκρούστηκε σφοδρά μέσω του τύπου με τον συμπατριώτη του συγγραφέα Βάτσλαβ Χάβελ. Η συλλογιστική του Κούντερα πρότεινε κατά βάση ότι θα έπρεπε να κυριαρχήσει η ψυχραιμία, αναφέροντας ότι “κανένας δεν φυλακίζεται, ακόμα, για τις απόψεις του” και ισχυριζόμενος ότι “η σπουδαιότητα του Φθινοπώρου της Πράγας ίσως τελικά αποβεί ιστορικά σημαντικότερη από εκείνη της Άνοιξης της Πράγας”.
Εν τέλει ο Κούντερα παραιτήθηκε από τα μεταρρυθμιστικό του όραμα και μετακόμισε στη Γαλλία το 1975. Δίδαξε για λίγα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Ρεν και πολιτογραφήθηκε Γάλλος το 1981. Ο Κούντερα επιμελήθηκε όλες τις μεταφράσεις των βιβλίων του στη Γαλλική γλώσσα, ενώ λόγω της κομμουνιστικής λογοκρισίας τα βιβλία του δεν κυκλοφορούσαν στην γεννέτειρά του μέχρι και το 1989, που έγινε η βελούδινη επανάσταση, η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Τσεχοσλοβακίας και αργότερα (1993) η διάσπαση της χώρας σε Τσεχία και Σλοβακία.
Ο Κούντερα αν και έγραφε στην Τσεχική γλώσσα, από το 1993 και μετά έγραφε στην Γαλλική, ενώ μεταξύ 1985-1987 μετέφρασε όλα του τα βιβλία στη Γαλλική γλώσσα ο ίδιος. Τα βιβλία του βέβαια έχουν μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες.
Το πρώτο βιβλίο του διάσημου συγγραφέα εκδόθηκε το 1962 με τίτλο: οι κλειδοκράτορες. Το 1967 κυκλοφόρησε το αστείο, όπου εξέθετε σατιρικά τη φύση του ολοκληρωτισμού της κομμουνιστικής περιόδου. Το γεγονός αυτό τον οδήγησε βέβαια στη “μαύρη λίστα” όπως και στην απαγόρευση του λογοτεχνικού του έργου, όπως προείπαμε.
Το 1968 κυκλοφόρησαν οι γελοίοι έρωτες, το 1973 το βαλς του αποχαιρετισμού και το 1978 το Βιβλίο του Γέλιου και της Λήθης. Στο βιβλίο αυτό που κυκλοφόρησε λίγο μετά την μετακόμιση του στη Γαλλία (1975) παροτρύνει του Τσεχοσλοβάκους πολίτες να αντισταθούν στο κομμουνιστικό καθεστώς παραθέτοντας ποικίλους τρόπους. Λογοτεχνικά πρόκειται για μια ασυνήθιστη μίξη μυθιστορήματος, συλλογής μικρών ιστοριών και προσωπικών ονειροπολήσεων του ίδιου και φέρεται ως χαρακτηριστικό του συγγραφικού του ύφους κατά τη διάρκεια της εξορίας του. Οι κριτικοί της λογοτεχνίας έχουν επισημάνει την ειρωνεία του γεγονότος πως η Τσεχοσλοβακία στην οποία αναφερόταν ο Κούντερα “λόγω του ιστορικού πολιτικού επαναπροσδιορισμού, δεν είναι ακριβώς εκεί”, στοιχείο που μοιάζει με το θέμα του “είδους εξαφάνισης κι επανεμφάνισης” το οποίο εξερευνάται στο βιβλίο.
Στη Γαλλία πια ο Κούντερα κυκλοφορεί το 1981 το βιβλίο “Ο Ιάκωβος κι ο αφέντης του – Φόρος τιμής στον Ντενί Ντιντερό σε τρεις πράξεις. Το 1984 κυκλοφορεί το εμβληματικό «η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι» και το 1986 «η τέχνη του μυθιστορήματος».
Το 1990 κυκλοφορεί η Αθανασία, όπου ήταν και το τελευταίο που γράφτηκε στην Τσεχική γλώσσα και κοσμοπολίτικο, σαφέστερα φιλοσοφικό και ελάχιστα πολιτικό σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του, ενώ παράλληλα ορίζει το ευρύτερο ύφος της μετέπειτα δημιουργίας του.
Στο εμβληματικό «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», ο Κούντερα χρονικογραφεί την εύθραυστη φύση της μοίρας του ατόμου ως μονάδας, ισχυριζόμενος πως η μοναδική ανθρώπινη ζωή είναι ασήμαντη υπό το Νιτσεϊκό πρίσμα της αυτούσιας αιώνιας επανάληψής της μέσα σ’ ένα άπειρο σύμπαν. Το 1988 ο Αμερικανός σκηνοθέτης Φίλιπ Κάουφμαν δημιούργησε την κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου. Το αποτέλεσμα, που ενώ θεωρήθηκε γενικά επιτυχημένο, ενόχλησε αρκετά τον συγγραφέα, με αποτέλεσμα να απαγορεύσει τις διασκευές στα μυθιστορήματά του.
Μετά το 1990 κυκλοφορεί στα Γαλλικά, το 1993 τις προδομένες διαθήκες, το 1995 την βραδύτητα και το 1997 την ταυτότητα. Επίσης κυκλοφορεί το 200 την άγνοια, και το 2005 το Πέπλο. Τα δύο τελευταία του βιβλία, δηλαδή η Συνάντηση και η γιορτή της ασημαντότητας, κυκλοφόρησαν το 2007 και το 2013 αντίστοιχα.
Οι διώξεις βέβαια του συγγραφέα συνεχίστηκαν και μετά την πτώση του Κομμουνισμού, αφού στις 13 Οκτωβρίου του 2008 η τσέχικη εβδομαδιαία εφημερίδα Respekt δημοσίευσε έρευνα που διεξήγαγε το “Τσέχικο Ινστιτούτο Σπουδών Ολοκληρωτικών Καθεστώτων”, η οποία φέρει τον Μίλαν Κούντερα ως καταγγέλλοντα στην αστυνομία έναν νεαρό πιλότο, τον Μίροσλαβ Ντβοράτσεκ. Η έρευνα βασίστηκε σε αστυνομικό αρχείο του 1950 το οποίο ανέφερε ως πληροφοριοδότη τον “Μίλαν Κούντερα, γεννηθέντα 1.4.1929”.
Ως θύμα της επακόλουθης σύλληψης υποδεικνυόταν ο Μίροσλαβ Ντβοράτσεκ, ο οποίος φερόταν να άφησε την Τσεχοσλοβακία κατόπιν εντολής να καταταγεί στο πεζικό απαλλασσόμενος από τα καθήκοντά του στην Αεροπορική Ακαδημία και επέστρεψε στην Τσεχοσλοβακία ως δυτικός κατάσκοπος. Ο Ντβοράτσεκ επέστρεψε μυστικά μέσω του φεγγίτη στο φοιτητικό θάλαμο της Ίβα Μιλίτκα, ερωμένης ενός φίλου του. Η Μιλίτκα έβγαινε και αργότερα παντρεύτηκε με κάποιον συμμαθητή, τον Ιβάν Ντλασκ, ο οποίος γνώριζε τον Κούντερα.
Τα αστυνομικά αρχεία της εποχής αναφέρουν ότι η Μιλίτκα ανέφερε την παρουσία του Ντβοράτσεκ στην πόλη, πρώτα στον Ντλασκ, εκείνος στον Κούντερα κι εκείνος τελικά στην αστυνομία. Παρόλο που η κομμουνιστική εισαγγελία ζήτησε τη θανατική ποινή του Ντβοράτσεκ, εκείνος τελικά καταδικάστηκε σε 22 χρόνια φυλάκισης, του επιβλήθηκε πρόστιμο 10.000 κορόνες για καταπάτηση περιουσίας, του αφαιρέθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα και τελικά εξέτισε 14 χρόνια καταναγκαστική εργασία σε κομμουνιστικό στρατόπεδο και σε ορυχείο ουρανίου έως και την αποφυλάκισή του. Έπειτα από τη δημοσίευση της Respekt (στην οποία αναφέρεται ότι ο Μίλαν Κούντερα δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον Ντβοράτσεκ), ο Κούντερα αρνήθηκε την κατηγορία, αναφέροντας ότι δεν τον γνώρισε ποτέ καθώς κι ότι δεν μπορούσε καν να θυμηθεί τη γνωριμία του με τη Μιλίτκα.
Οι δηλώσεις του δημοσιεύτηκαν στην Τσεχία, αλλά στις 14 Οκτωβρίου του 2008 η Υπηρεσία Σωμάτων Ασφαλείας της Τσεχίας απέκλεισε το ενδεχόμενο να είναι πλαστά τα αστυνομικά αρχεία της εν λόγω έρευνας αλλά αρνήθηκε να προβεί σε οποιεσδήποτε επεξηγήσεις. Ο Βότσεκ Ρίπκα του “Τσέχικου Ινστιτούτου Σπουδών Ολοκληρωτικών Καθεστώτων” ανέφερε σχετικά “υπάρχουν δύο ειδών εμπεριστατωμένες αποδείξεις, η έκθεση της αστυνομίας και τα σχετικά έγγραφα της, αλλά φυσικά δεν μπορούμε να είμαστε 100% βέβαιοι. Εκτός κι αν αναζητήσουμε τους επιζήσαντες αναμεμειγμένους, πράγμα που δυστυχώς είναι αδύνατον, και έτσι η υπόθεση δεν θα μπορεί να ολοκληρωθεί”.
Επίσης προσέθεσε ότι η υπογραφή της αστυνομικής έκθεσης ταιριάζει με το όνομα εργαζόμενου στο αντίστοιχο τμήμα των Σωμάτων Ασφαλείας αλλά λείπει το αστυνομικό πρωτόκολλο. Ο Ντοβοράτσεκ έχει νωπές τις μνήμες και θεωρεί ακόμα ότι προδόθηκε από την Ίβα Μιλίτκα. Η σύζυγός του αμφισβητεί τις “αποδείξεις εναντίον του Μίλαν Κούντερα. Ο Ντλασκ που φέρεται από το αστυνομικό δελτίο να ανέφερε στον Κούντερα την παρουσία του Ντβοράτσεκ στην πόλη, πέθανε το 1990.
Είχε αναφέρει στη γυναίκα του, Μιλίτκα, τη γνωστοποίησή του στον Κούντερα για την άφιξη του Ντβοράτσεκ. Δύο μέρες μετά την ευρεία κυκλοφορία του δημοσιεύματος, μια πτυχή της ιστορίας εκτέθηκε από τον ιστορικό λογοτεχνίας Ζντένεκ Πέσατ. Κατ’ αυτήν, ως πληροφοριοδότης αναφέρεται ο Ντλασκ ο οποίος του είχε προσωπικά εκμυστηρευτεί την πράξη του”. Ο Πεσάτ, ο οποίος ήταν εκείνη την εποχή μέλος ενός παρακλαδιού του Τσεχοσλοβάκικου Κομμουνιστικού Κόμματος ανέφερε την πεποίθησή του ότι ο Ντλασκ κατέδωσε τον Ντβοράτσεκ ούτως ώστε να προστατέψει την κοπέλα του από τις συνέπειες της επαφής της με κάποιον πράκτορα-προβοκάτορα. Το γεγονός ότι ως όνομα του πληροφοριοδότη στην έκθεση της αστυνομίας αναφέρεται το όνομα του Κούντερα, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο εκείνος να πληροφόρησε την αστυνομία (και όχι το παρακλάδι του Τσεχοσλοβάκικου Κομμουνιστικού Κόμματος) ξεχωριστά από τον Ντλασκ.
Ανάμεσα στις έντυπες αντιδράσεις στο δημοσίευμα, υπάρχει και εκείνη του Τσέχου συγγραφέα Ίβαν Κλίμα υπό μορφήν άρθρου σε ημερήσιο φύλλο της εφημερίδας “Lidové”: “Από την πλευρά του αναγνώστη, είναι απολύτως δικαιολογημένα τα αισθήματα λύπης κι απογοήτευσης όπως και η κλονισμένη εμπιστοσύνη προς κάποιον που θαυμάζαμε και πιστεύαμε. Όμως κανένα απ’ αυτά δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει ή να συγχωρέσει τα δικά μας παραπτώματα”. Ο Βάτσλαβ Χάβελ επίσης έχει δηλώσει τη δυσπιστία του προς την όλη ιστορία. Η γερμανική εφημερίδα Die Welt σχολίασε το γεγονός συγκρίνοντας τον Μίλαν Κούντερα με τον νομπελίστα συγγραφέα και δραματουργό Γκίντερ Γκρας, για τον οποίο, το 2006, αποκαλύφθηκε ότι υπηρέτησε στη Waffen-SS (Ένοπλα SS) κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στις 3 Νοεμβρίου του 2008, 11 παγκοσμίου φήμης συγγραφείς ανακοίνωσαν τη στήριξη τους στον Μίλαν Κούντερα. Ανάμεσα στους μυθιστοριογράφους που τον υποστήριξαν ήταν οι Σαλμάν Ρασντί, Φίλιπ Ροθ, Κάρλος Φουέντες, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Τζον Μάξγουελ Κοτσί, Ορχάν Παμούκ, Ζωρζ Σεμπρούν και Ναντίν Γκορντιμέρ. Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονταν, επίσης, τέσσερις κάτοχοι του βραβείου Νόμπελ.
Ο Κουντέρα βέβαια δεν πήρε ποτέ νόμπελ, αλλά το 1985 έλαβε το το βραβείο Jerusalem Prize. Η ομιλία του κατά την παραλαβή του βραβείου βρίσκεται τυπωμένη στη συλλογή δοκιμίων του “Η τέχνη του Μυθιστορήματος”.
Το 1987 Κέρδισε το Αυστριακό Κρατικό βραβείο (The Austrian State Prize) Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας.
Το 2000 βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο Herder (Herder Prize).
To 2007 τιμήθηκε με το Τσεχικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Θρυλείται επίσης ότι είχε εξεταστεί η συμμετοχή του ως υποψήφιου βράβευσης για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, χωρίς όμως να έχουν δοθεί ακόμα τα έγγραφα από τη Σουηδική ακαδημία.
![]()