Σαν σήμερα πριν 87 χρόνια και συγκεκριμένα το 1936 επιβλήθηκε η δικτατορία του Μεταξά. Ο Μεταξάς βέβαια δεν ανέβηκε στην εξουσία με τα όπλα αλλά με τις μηχανοραφίες του έναντι των πολιτικών του εχθρών.

Ας ξεκινήσουμε όμως την ιστορία από την αρχή.
Η Κατάσταση της χώρας πριν την 4η Αυγούστου του 1936
Η Ελλάδα είχε βγει από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τους Βαλκανικούς πολέμου, ναι μεν διπλάσια σε εδάφη αλλά και πληγωμένη κυρίως λόγω της μικρασιάτικης καταστροφής του 1922. Πέρα όμως από τα συμβάντα των συνεχιζόμενων πολέμων, η χώρα μας υπέφερε από τα δικά της πολιτικά πάθη. Ο εθνικός διχασμός (1915-1922) είχε αφήσει βαρύτατο πλήγμα στον ελληνικό λαό. Από τι μία πλευρά ήταν η συντηρητική παράταξη, πιστή στα ιδεώδη της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας, αλλά και του βασιλιά. Από την άλλη πλευρά υπήρχε η φιλοβενιζελική παράταξη, που είχε πιο προοδευτικά πρότυπα και εξέφραζε τον φιλελευθερισμό. Πέρα τούτου όμως υπήρχε και το παγκόσμιο σύστημα που είχε δημιουργήσει την ελπίδα της αλλαγής διαμέσω της Σοβιετικής ένωσης. Οι ιδέες της αριστεράς της περιόδου ήταν συνυφασμένες με τις ελπίδες που δημιουργούσε η επανάσταση στη Ρωσία, που δημιούργησε την Σοβιετική ένωση. Η ΕΣΣΔ βέβαια κατέρευσσε το 1989-1990, αλλά αυτό δεν μπορούσαν οι άνθρωποι της εποχής να το προβλέψουν.
Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση ήρθαν οι εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 όπου διεξήχθησαν υπό τον εκλογικό νόμο της απλής αναλογικής (Α.Ν. 30/12/1935). Οι εκλογές όμως οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο καθ’ότι οι δύο μεγάλες παρατάξεις της εποχής, οι βενιζελικοί και οι βασιλόφρονες, είχαν κερδίσει 142 και 143 έδρες και δεν μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση, αφού καμία τους δεν κάλυπτε την αρχή της δεδηλωμένης.
Το ΚΚΕ επίσης έπαιζε σημαντικό ρόλο μέσα από τον σχηματισμό του Παλλαϊκού μετώπου, είχε 15 έδρες, ενώ στις εκλογές του 1933 και 1935 δεν είχε καταφέρει να βγάλει βουλευτές. Με το πέρας των εκλογών λοιπόν, το ΚΚΕ διεξήγαγε διαπραγματεύσεις τόσο με το Λαϊκό κόμμα, όσο και με το κόμμα των Φιλελευθέρων.
Τελικά στις 19 Φεβρουαρίου του 1936 υπογράφτηκε μυστικά το Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα μεταξύ των Φιλελευθέρων και του Παλλαϊκού Μετώπου. Πρακτικά, το σύμφωνο αυτό σήμαινε πως το ΚΚΕ και το κόμμα των Φιλελευθέρων θα δημιουργούσαν ένα λαϊκό δημοκρατικό μέτωπο, όπως όριζε η στρατηγική της Κομιντέρν εκείνη την περίοδο. Στις 2 Μαρτίου, έγινε και η πρώτη συνεδρίαση της βουλής και οι βουλευτές έδωσαν την καθιερωμένη ορκωμοσία. Οι βουλευτές του ΚΚΕ κατέθεσαν έγγραφο έντυπο, που ανέφερε ότι οι βουλευτές του Παλλαϊκού Μετώπου δεν δεσμεύονται από τον τυπικό όρκο, που έδωσαν.

Στη δεύτερη συνεδρίαση της βουλής στις 6 Μαρτίου διεξήχθη ψηφοφορία για την ανάδειξη προέδρου της βουλής. Οι βουλευτές του ΚΚΕ, βάσει του συμφώνου Σοφούλη-Σκλάβαινα, ψήφισαν για πρόεδρο τον Σοφούλη. Ακολούθησαν έντονοι λεκτικοί διαξιφισμοί μεταξύ των βουλευτών.
Στις 5 Μαρτίου του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς ο οποίος είχε μπει στη βουλή με το κόμμα των ελευθεροφρόνων και με ποσοστό 3,94%, διορίστηκε υπουργός στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Δεμερτζή. Στις 14 Μαρτίου ανέλαβε υπουργός αεροπορίας και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης. Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής πέθανε όμως στις 13 Απριλίου του 1936 και ο βασιλιάς διόρισε ως πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, που ήταν όμως οπαδός της δικτατορικής εκτροπής.
Στις 27 Απριλίου μετά τις προγραμματικές δηλώσεις του πρωθυπουργού, η βουλή έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση Μεταξά με 241 ψήφους υπέρ, 16 κατά και 4 αποχές. Κατά ψήφισαν οι βουλευτές του ΚΚΕ και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Στις 30 Απριλίου η βουλή ωστόσο διέκοψε πρόωρα τις εργασίες της έως τις 30 Σεπτεμβρίου, εξουσιοδοτώντας την κυβέρνηση να διοικήσει τη χώρα με νομοθετικά διατάγματα, υπό τον όρο να επιτηρείται από μία 40μελή κοινοβουλευτική επιτροπή.
Στο Α’ εξάμηνο του 1936 σημειώθηκε ένα σπάνιο φαινόμενο, αφού οι περισσότεροι μεγάλοι ηγέτες της εποχής είχαν πεθάνει μυστηριωδώς σε πολλές περιπτώσεις, θα αναφέρουμε στη συνέχεια τα πρόσωπα
- Ο Γεώργιος Κονδύλης, ηγέτης της δεξιάς-συντηρητικής παράταξης, πέθανε στις 31 Ιανουαρίου του 1936 σε ηλικία 57 ετών
- Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ηγέτης της φιλελεύθερης παράταξης, πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1936 στο Παρίσι σε ηλικία 72 ετών
- Ο Κωνσταντίνος Δεμερτζής, ηγέτης της φιλελεύθερης παραταξης και πρωθυπουργός από τις 3ο Νοεμβρίου του 1935 μέχρι τον θάνατό του στις 13 Απριλίου του 1936 ήταν 60 ετών
- Ο Παναγής Τσαλδάρης, ηγέτης της δεξιάς-συντηρητικής παράταξης, πέθανε στις 17 Μαΐου του 1936 σε ηλικία 68 ετών
Τα παραπάνω πρόσωπα ήταν πρόσωπα κλειδιά για την περίοδο εκείνη και σε συνδυασμό με τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης του Μαΐου 1936 θα δώσουν την δικαιολογία που χρειαζόταν ο διορισμένός πρωθυπουργός για την κατάλυση του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος. Όλα αυτά βέβαια ήταν η αφορμή, το πραγματικό αίτιο ήταν ότι τα αστικά κόμματα φοβόντουσαν το ενδεχόμενο μίας γενικευμένης λαϊκής εξέγερσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια του ελέγχου και σε επικράτηση κάποιου είδους Κομμουνιστικής εξουσίας, κατά τα πρότυπα της ΕΣΣΔ.

Τα αιματηρά γεγονότα της Θεσσαλονίκης κατά τη διάρκεια της απεργίας των καπνεργατών, ακολουθήθηκαν από παρόμοια συμβάντα, λίγο καιρό αργότερα, στο Βόλο και δημιούργησαν τον φόβο στους μεγαλοαστούς ότι θα μπορούσαν να χάσουν την εξουσία τους, για αυτό η δικτατορία φάνταζε ως ιδανική λύση.
Μετά από αυτά τα γεγονότα με τις αιματηρές συγκρούσεις εργατών με τις δυνάμεις της χωροφυλακής, ο Ιωάννης Μεταξάς έθεσε στον βασιλιά το ζήτημα της δικτατορικής διακυβέρνησης της χώρας. Επάρθησαν έκτακτα μέτρα, τα οποία ήταν μελετημένα εντός του πλαισίου της αυξανόμενης έντασης των διεθνών σχέσεων και της επικείμενης απειλής της ευρωπαϊκής σύρραξης που θα ερχόταν. «Η δικτατορία εκρίνετο απαραίτητος διά λόγους εξωτερικής πολιτικής» θα έλεγε αργότερα ο ίδιος ο Μεταξάς.
Ο μοχθηρός υπουργός του καθεστώτος αυτού, Κωνσταντίνος Μανιαδάκης σε προεκλογική του ομιλία στα πλαίσια των εκλογών του 1950 θα δήλωνε πως η δικτατορία επιβλήθηκε για λόγους εξωτερικούς και για αυτό θα συμπληρώναμα ότι η αντίδραση των αστικών κομμάτων της εποχής στη δικτατορία ήταν χλιαρή επειδή και ενωρίτερα είχαν επιβληθεί ή είχαν γίνει απόπειρες επιβολής τέτοιου καθεστώτος και από άλλους πολιτικούς (περιλαμβανομένου του Βενιζέλου), που είχε ήδη από το 1929 επιβάλλει το ιδιώυμο, που στόχο είχε την ποινικοποίηση των αντρεπτικών ιδεών και ιδίως του Κουμμουνισμού. Το ιδιώνυμο έφυγε από το νομικό σύστημα της χώρας μας το 1974 και αυτό επέτρεψε την κάθοδο του ΚΚΕ και όλων των αριστερών κομμάτων από τότε μέχρι σήμερα στις εκλογές.
Από το 1929 θεωρούνταν ότι η άρση των κοινοβουλευτικών θεσμών θα μπορούσε να γίνει επιτρεπτή προκειμένου να επανέλθει η χώρα στην ομαλότητα. Όλα τα καθεστώτα της Ευρώπης πάντως είχαν έρθει στην εξουσία μέσω εκλογικών-νόμιμων διαδικασιών. Τόσο οι φασίστες της Ιταλίας όσο και οι ΝΑΖΙ της Γερμανίας είχαν έρθει στην εξουσία με νόμιμο τρόπο και ο πρώτος στόχος τους ήταν η ανατροπή των κουμμουνιστικών ιδεών. Η Ελλάδα δεν θα εαποτελούσε εξαίρεση.
Το πραξικόπημα
Το βράδυ της 4ης Αυγούστου του 1936 ο Μεταξάς πήγε στα Ανάκτορα για να συναντήσει τον Βασιλιά Γεώργιο. Μαζί του είχε έτοιμα τα διατάγματα για την αναστολή ορισμένων βασικών άρθρων του συντάγματος και τη διάλυση της βουλής, με αφορμή τη γενική απεργία που είχαν κηρύξει για τις 5 Αυγούστου τα συνδικάτα, με από κοινού απόφαση της ΓΣΕΕ και της Ενωτικής ΓΣΕΕ. Τα εργατικά σωματεία, με τον τρόπο αυτό, εξέφραζαν την αντίθεσή τους για την επιβολή καθεστώτος υποχρεωτικής διαιτησίας, στις διενέξεις εργαζομένων και εργοδοτών.
Το ίδιο βράδυ στο υπουργείο εξωτερικών ο Μεταξάς συγκάλεσε έκτακτο υπουργικό συμβούλιο. Παρά τις αντιδράσεις και παραιτήσεις κάποιων υπουργών όπως ο Γεώργιος Μαντζαβίνος κι ο Αριστοτέλης Ι. Βαλαωρίτης, ο Μεταξάς κατάφερε την αναστολή σημαντικών άρθρων του Συντάγματος και με τη στήριξη του βασιλιά εγκαθίδρυσε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.
Ο ίδιος, με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, το οποίο δημοσιεύτηκε την επόμενη ημέρα στις εφημερίδες, δικαιολόγησε την επιβολή καθεστώτος περιορισμού των πολιτικών και άλλων δικαιωμάτων (ουσιαστικά ήδη είχε εγκαθιδρύσει δικτατορία με την ψήφιση Βασιλικού Διατάγματος περί κήρυξης στρατιωτικού νόμου και διάλυσης της Γ’ Αναθεωρητικής Βουλής), επικαλούμενος επιβεβαιωμένες πληροφορίες των αρχών ασφαλείας, περί επικείμενης κουμουνιστικής δράσης, με πρόσχημα το συλλαλητήριο της επόμενης ημέρας, οι οποίες θα πραγματοποιούνταν βάσει σχεδίου για τη βίαιη ανατροπή του πολιτικού και κοινωνικού καθεστώτος. Εικασίες βέβαια που δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ.
Ο Μεταξάς θα έγραφε στο ημερολόγιό του:
«Η Ελλάς έγινε από της 4ης Αυγούστου Κράτος αντικομμουνιστικό, Κράτος ολοκληρωτικό. Κράτος με βάση αγροτική και εργατική, και κατά συνέπεια αντιπλουτοκρατικό. Δεν είχε βέβαια κόμμα ιδιαίτερο να κυβερνά. Αλλά κόμμα ήτανε όλος ο Λαός, εκτός από τους αδιόρθωτους κομμουνιστάς και τους αντιδραστικούς παλαιοκομματικούς».
Ο Χαρακτήρας του Καθεστώτος
Το καθεστώς του Μεταξά είχε εθνικιστικό και πατερναλιστικό χαρακτήρα και έντονες ομοιότητες με τα αντίστοιχα καθεστώτα της Ιταλίας και της Γερμανίας. Σημαντική του βέβαια διαφορά ήταν ότι δεν υϊοθετούσε τις ρατσιστικές διακρίσεις. Δηλαδή θεωρητικά δεν κυνήγαγε τους Εβραίους το καθεστώς, ωστόσο πρακτικά δεν υπήρχε ισότιμη μεταχείριση μεταξύ των χριστιανών και των Εβραίων, απλά δεν οργάνωσε διώξεις και καθάρσεις όπως γινόταν με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γερμανία.

Ο Μεταξάς έφτιαξε την νεολαία της ΕΟΝ ενώ όλα τα κόμματα συμπεριλαμβανομένου και του δικού του, έπαψαν να λειτουργούν. Στην ΕΟΝ μπορούσαν να γίνουν μέλη «Χριστιανοί πολίται ελληνικής εθνικότητος, ανεξαρτήτου φύλου, από ηλικίας 8 ετών μέχρι 25». Η εγγραφή παιδιών άλλων εθνικοτήτων όπως των Αρμένιων ή των Εβραίων γινόταν μόνο κατόπιν έγκρισης της κεντρικής διοίκησης της νεολαίας.
Σε αντίθεση επίσης με τον Φασισμό και τον Ναζισμό το καθεστώς δεν είχε ευρεία λαϊκή βάση. Το καθεστώς του Μεταξά είχε πιο πολύ ομοιότητες με αυτό του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία και του “Εστάντο Νόβο” στη Βραζιλία. Ο Μεταξάς βέβαια χρησιμοποιούσε πολλά αρχαία σύμβολα. Ο στόχος του ήταν κυρίως η δίωξη των Κουμουνιστών, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και οι φυλακές γέμιζαν με μέλη του ΚΚΕ και βέβαια με την ηγεσία του. Το ΚΚΕ που διχάστηκε εκείνη την περίοδο λόγω των τεχνικών που χρησιμοποίησε ο Μανιαδάκης, που έφτιαξε πλαστή ηγεσία του κόμματος που δίχασε τους ανθρώπους που πιστεύαν σε αυτές τις ιδέες, (προσωρινή διοίκηση, την ονόμασε το καθεστώς), ενώ η πραγματική διοίκηση ήταν υπό τον Νίκο Πλουμπίδη, Παλαιά κεντρική επιτροπή του ΚΚΕ). Η σύγχυση αυτή βέβαια λύθηκε αργότερα.
Το καθεστώς του Μεταξά στην εξωτερική πολιτική προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Βρετανίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά, και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί.
Φαίνεται, όμως, ότι, ήδη από το 1936, η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς. Οι δεσμεύσεις του Μεταξά προς το Λονδίνο φάνηκαν λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας, στις 20 Αυγούστου 1936, όταν σύνηψε συμφωνία με τους Άγγλους κατόχους Ελληνικών ομολόγων, με την οποία αύξησε το τοκοχρεολύσιο του εξωτερικού δημοσίου χρέους από 30% που προβλεπόταν για τη διετία 1935-1937 σε 40%. Επίσης σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι σε επιστολή του ο Μεταξάς στον Πρέσβη της Ελλάδος στην Αγγλία έγραφε ότι αι μόναι προνομιακαί επιχειρήσεις εν Ελλάδι είναι αι Αγγλικαί.
Σημαντικό ρόλο για αυτό έπαιξε η απόρριψη της ανανέωσης του συμφώνου Βενιζέλου – Τιτόνι (1928) περί της Ελληνοιταλικής φιλίας από τον Ιωάννη Μεταξά, το 1938, ένα χρόνο πριν το ξέσπασμα του Β’ ΠΠ. Παρ΄όλη την επίδραση των Γερμανικών οικονομικών συμφερόντων στην Ελλάδα το αγγλικό μονοπωλιακό κεφάλαιο παρέμενε το ισχυρότερο.
Τα 3 δυτικά κεφάλαια (Αγγλία, Γαλλία, Αμερική) κατείχαν εκείνη την εποχή το 70% των ξένων κεφαλαίων, ενώ το Γερμανικό και το Ιταλικό 5% και 4,5% αντίστοιχα. Οι Άγγλοι αποδέχονταν, επίσης, την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε, το 1938, στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία αυτή αρνήθηκε διπλωματικά αφού δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει σχετικά με τη στάση της Ελλάδας σε επικείμενο πόλεμο.
Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις αν και ήταν τυπικές, η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις της Γερμανικής αστικής τάξης. Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, όπως και η στάση της Ιταλίας με τις συνεχείς προκλήσεις. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα.
Το καθεστώς Μεταξά επίσης προσπαθούσε να έχει καλές σχέσεις με την γειτονική Τουρκία, μια σχέση που είχε αρχίσει από την εποχή του Βενιζέλου.Ένας πρόσθετος λόγος που συνέβαλλε σε αυτήν την πολιτική ήταν και η ιταλική παρουσία στα Δωδεκάνησα και το Αιγαίο.
Ο πόλεμος του 1940
Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια: «Alors, c’est la guerre» (γαλλικά:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»).

Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ’ άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Ορισμένοι πάλι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.
Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, στο οποίο κατέληγε με τα εξής λόγια:
«Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών». Κατόπιν αυτού, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα. Οι νέοι σε διαδηλώσεις τους εισέβαλαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις, ενώ συνελήφθησαν πολλά άτομα ιταλικής υπηκοότητας (ανάμεσά τους και αρκετοί καλλιτέχνες). Εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευσαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα.
Ο φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Νίκος Ζαχαριάδης, έγραψε ανοικτή επιστολή, ζητώντας από τον λαό να αντισταθεί, παρότι εξακολουθούσε να ισχύει το Σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ (περί μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας), παραβαίνοντας έτσι την εκ Μόσχας κομματική γραμμή.
Επίσης, εξόριστοι δημοκράτες των νησιών των Κυκλάδων (Φολέγανδρος, Κίμωλος, Ανάφη) με αίτησή τους, ζήτησαν από το Υπουργείο Ασφαλείας να σταλούν στο μέτωπο, οι μεν άνδρες στην πρώτη γραμμή, οι δε γυναίκες ως νοσοκόμες σε προωθημένα ιατρεία, όπως στην Κίμωλο με πρωτοστάτες τη Φούλα Χατζιδάκη και τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Μετά την αρνητική απάντηση των κρατούντων και μπροστά στον κίνδυνο να τους παραδώσουν στους ναζί, οι εξόριστοι συνεδρίασαν και αποφάσισαν δραπέτευση.
Όταν τελικά ο πόλεμος είχε ξεσπάσει στα ελληνο-αλβανικά σύνορα, στο Βερολίνο επικράτησε οργή για την ακατανόητη και λανθασμένη πράξη απο πλευράς στρατηγικής του Μουσολίνι. Ειδοποίησαν τον Μεταξά ότι η παρουσία μικρών βρετανικών αεροπορικών μονάδων δεν αποτελούσε αιτία κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας εφόσον βέβαια τους απαγορευόταν η χρήση αεροδρομίων στη Βόρεια Ελλάδα.
Η Γερμανοιταλική εισβολή (το έπος του 1940) ολοκληρώθηκε τον Απρίλιο το 1941. Έκτοκτε ξεκίνησε η τριπλή κατοχή (Γερμανία, ιταλία, Βουλγαρία), η οποία ολοκληρώθηκε το 1944. Ο Μεταξάς πέθανε εν μέσω του πολέμου στις 29 Ιανουαρίου του 1941 στα 70 του χρόνια. Την ηγεσία της χώρας ανέλαβε ο Αλέξανδρος Κορυζής, όπου λίγο πριν την εισβολή των Γερμανών στην Αθήνα, αυτοκτόνησε (18 Απριλίου του 1941). Στις 30 Απριλίου του 1941 οι Γερμανοί όρισαν ως πρωθυπουργό τον Γεώργιο Τσολάκογλου, αργότερα πρωθυπουργός έγινε ο Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και το 1943 ο Ιωάννης Ράλλης.
Παράλληλα με την ηγεσία που ορίζαν οι κατοχικές δυνάμεις, υπήρχε και η εξόριστη κυβέρνηση του Καΐρου. Μετην αυτοκτονία του Κορυζή, πρωθυπουργός έγινε ο Εμμανουήλ Τσουδερός. Καθώς όμως τα γερμανικά στρατεύματα προέλαυναν, η κυβέρνηση μετακινήθηκε αρχικά στην Κρήτη και έπειτα στο Κάιρο της Αιγύπτου. Από εκεί ο βασιλιάς Γεώργιος μετέβη στο Κέηπ Τάουν και έπειτα στο Λονδίνο.
Από το Λονδίνο εξέδωσε, τον Οκτώβριο του 1941, μία συντακτική πράξη «περί οργανώσεως των κρατικών εξουσιών» στα ζητήματα εκείνα που «λόγω των περιστάσεων ανωτέρας βίας, δεν δύναται να εφαρμοσθή πλήρως το Σύνταγμα του 1911», αναγνωρίζοντας έτσι την τυπική ισχύ του: ο βασιλιάς θα είχε το δικαίωμα να διορίζει τον πρωθυπουργό και, μετά από πρότασή του, τα μέλη της κυβέρνησης, τη νομοθετική εξουσία θα ασκούσε ο βασιλιάς μέσω της έκδοσης αναγκαστικών διαταγμάτων μετά από πρόταση της κυβέρνησης και τη δικαστική «ειδικά δικαστήρια».
Προκειμένου να μην υπάρχει δυσαρμονία με τη ρητορική των Συμμάχων περί μάχης υπέρ της κυριαρχίας και της δημοκρατίας, όπως αυτή είχε εκφραστεί στη Χάρτα του Ατλαντικού, με νέα συντακτική πράξη της 4ης Φεβρουαρίου 1942 χαρακτηρίστηκε άκυρο το διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1936 που είχε αναστείλει τις ελευθερίες στην Ελλάδα, αλλά η κυβέρνηση αυτή ήταν εκτός Ελλάδος. Επέστρεψε στην χώρα το 1944 με πρώτο πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπαπανδρέου.
![]()