Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Η Μεγαλοσύνη των ανθρώπων δεν μετριέται με την εξωτερική περιβολή και το «περισπούδαστο-κούφιο» ύφος… μην αξιολογείτε λοιπόν τους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ από τα ακριβά ρούχα και τα πάσης φύσεως στολίδια…
Κάποια Χριστούγεννα…. μακρινά… πολύ μακρινά!
Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ακρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.
Ο Σταμάτης Σταματίου (Στὰμ Στὰμ) δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις 10 δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής.
Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του.
Ακολουθεί ο διάλογος όπως τον κατέγραψε Στ. Σταματίου:
«-Κι᾿ αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;
Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.
–Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.
Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός να φύγει, ξαναγύρισε.
–Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τί δικαίωμα θα πληρωθώ;
–Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.
–Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.
–Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε εμείς!…
–Έ, τότε, πάρτε κι᾿ εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε.
Και τα άφησε σιγά και μαλακά πάνω στο τραπέζι. Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.
–Μα τι είναι, επί τέλους αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;
–Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου ζητήσατε.
–Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιός είσθε εσείς;
–Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
–Ο ίδιος;
–Ο ίδιος και ολόκληρος!
Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πέννα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, εικόνες, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρα να συνέλθω.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο Πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!…
Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος, και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!…
Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που ανιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ εζωντάνεψε, εμπρός μας, ανθρώπους μακρινούς κι᾿ αγνώστους, που τους έκαμε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση…, εκεί ενώπιόν μου!…
Του έσφιξα το χέρι χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα.
Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι…
Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λυώνει εμπρὸς στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβύσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ…»…
Και αφού το διαβάσατε σκεφτείτε το πάλι!!!
![]()