Γράφει ο Δημήτρης Παπαχρήστου για την Εφημερίδα των Συντακτών
Η αδράνεια ροκανίζει το μέλλον. Είναι τίτλος βιβλίου του Περικλή, που σημαίνει, για να έχουμε μέλλον, πρέπει να σταθούμε όρθιοι, σπάζοντας τους αρμούς της ακινησίας κάθε μέρα.

Ο Περικλής είναι πέτρα που έμεινε όρθια και δεν χορτάριασε. Εγινε γλυπτό της φύσης. Εγινε σφουγγάρι και ρούφηξε τη μνήμη και πέτρωσε. Και πείσμωσε. Και έγινε μνήμη ζωντανή που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας.
Εγινε αναφορά όχι μόνο για ό,τι έκανε με τους συντρόφους του αλλά για την ανάλωση της ζωής του να υπερασπίζεται ό,τι πίστεψε έως θανάτου. Εγινε «λαθρομετανάστης», γι’ αυτό βρέθηκε στο πλευρό των μεταναστών κάθε κατηγορίας που είναι μία, των ανθρώπων που αναζητάνε το δικαίωμα, με τίμημα τον θάνατο, στη ζωή. Και ήξερε πως η αγάπη για τον θάνατο κάνει τον άνθρωπο αθάνατο, λέγοντας στους κανονικούς της υποταγής που «αγαπάνε τη δική τους πλαστική και πλασματική ζωή μέσα στην ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που είναι εικονική και εκλαμβάνεται ως αληθινή, αφυπνιστείτε»…
Ηρθε και ο τρομοκορονοϊός να ανατρέψει τον κοινωνικό εφησυχασμό και να βάλει τάξη σε όλα, με τον φόβο του θανάτου.
«Υπάρχει όμως και το αντίδοτο που δεν μπορούν να το βρουν στα εργαστήρια οι επιστήμονες για να συμβουλέψουν τους εντεταλμένους πολιτικούς να παραπλανήσουν παίζοντας τις ζωές μας» που έλεγε ο Περικλής.
Είναι ο ιός της μνήμης που μένει ζωντανός και διά του αναστοχασμού ο έγκλειστος ένοικος θα βγει με τα χέρια του να σπάσει το καβούκι της ματαιότητας και να φωνάζει πως τίποτα δεν είναι μάταιο όταν ζούμε αληθινά.
Με τον Περικλή παραδεχτήκαμε όταν ήρθαμε στα δύσκολα πως είναι προτιμότερο να αγωνίζεται κανείς ακόμα και μάταια παρά να ζει μάταια.
«Ο θάνατος είναι μια απλή βραδιά. Εζησα την πλούσια φτώχεια μου. Δεν αγωνίστηκα με τα εικονίσματα του Μαρξισμού – Λενινισμού, αλλά με το όνειρο να αλλάξουμε τον κόσμο».
Στο πρόσωπό του συναντήθηκαν και διασταυρώθηκαν γόνιμα πολλές ιδιότητες, γιατί δεν ήθελε να γίνει άνθρωπος χωρίς ιδιότητες.
Κράτησε ζωντανό το συναίσθημα, τον φόβο που φοβήθηκε, αλλά το γέλιο και το κλάμα τα άφηνε να ομορφαίνουν τις ρυτίδες του προσώπου του. Το δάκρυ του περίσσευε. Δεν ήταν συνηθισμένος άνθρωπος με τη στάση ζωής του. Εσπαζε την κανονικότητα αυτή που επικαλούνται και θέλουν να μας φέρουν και να μας χρεώσουν οι κρατούντες όπου γης.
Τον έρωτα τον ζούσε, δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό, αν δεν τον ωθούσε προς τα εμπρός με τη δύναμη των αντιθέτων ακόμα και στη σύγκρουση με τον θάνατο, καθότι ο έρωτας είναι ανίκητος και για μια στιγμή μπορεί να τον θανατώσει και… η επανάσταση χωρίς τον έρωτα δεν γίνεται, θα καταντήσει νεκρή εκσπερμάτωση.
Ο Περικλής Κοροβέσης δεν είναι το χθες. Είναι ο νυν και αεί, είναι πρόγονος των αρχαίων ημών προγόνων. Θα ανακαλυφθεί ακόμα περισσότερο, ως άνθρωπος, ως συγγραφές, ποιητής, δημοσιογράφος και ως ακτιβιστής πολίτης του κόσμου. Δεν φοβόταν τις μειοψηφίες. Θεωρούσε πως είναι το αλάτι της γης και της ζωής. Και δεν τον ένοιαζε που δικαιώνονται εκ των υστέρων, αλλά γιατί ήταν απόβλητες και από τις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς. Οταν σε συνέντευξή του είπε πως «η Αριστερά, αν δεν καθαρίσει με το παρελθόν, δεν έχει μέλλον», του ζητούσαν να ανακαλέσει ή να παραιτηθεί από βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, ειδάλλως θα διαγραφεί.
Είχε φάει την πετριά του Κεφαλονίτη απ’ τη γέννησή του, το ’41. Εγινε σεισμός στην Κολυμβήθρα στο σπίτι όπου τον βαφτίσανε. «Πιωμένοι ελαφρώς ήμασταν και ο πατέρας του καθηγητής είχε έρθει από την Αλεξάνδρεια». Μου το εξομολογήθηκε ο νονός του μια μέρα στον οδό του Μικελάκη Αβλιχού, ποιητή αναρχικού, που είχε λάβει μέρος στην Κομμούνα του Παρισιού το 1871, όταν παρουσιάζαμε τα βιβλία του στο Αργοστόλι. «Τον είπαμε Περικλή. Συμφώνησαν ο πατέρας και η μάνα του γιατί είχε απ’ όταν γεννήθηκε κλέος, μέτωπο υψηλό σαν να φορούσε περικεφαλαία».
Χρόνια ήταν στο «κέντρο του περιθωρίου». Οταν γινόταν κάτι τρέχαμε, συμμετείχαμε στις συλλογικότητες με πνεύμα αλληλεγγύης. Ενότητα και αγώνας για τον Περικλή δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα. Το απέδειξε με τις επιλογές του τις πολιτικές και ας μην του βγήκαν.
Στον πολιτισμό της κατανάλωσης και της βαρβαρότητας που παράγει η παγκοσμιοκρατία έλεγε όχι. Αποξενώνει και αλλοτριώνει τους ανθρώπους, γι’ αυτό χρειάζεται διπλός αγώνας για τον εξανθρωπισμό του ανθρώπου και των κοινωνιών, έγραφε στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Δεν έπαψε να καταγγέλλει τα σύγχρονα βασανιστήρια που συνεχίζονται δημοκρατικότατα επιστημονικώ τω τρόπω. Δεν είχε ξεχάσει το 1969, που συνέβαλε τα μέγιστα με τους «Ανθρωποφύλακες» και με την κατάθεσή του να καταδικαστεί η δικτατορία των συνταγματαρχών από το Συμβούλιο της Ευρώπης.
Ο Περικλής δεν είναι παρελθόν, είναι ο νυν και αεί, ο αδελφός μου ο μεγάλος.
![]()