Το σιφούνι: αυτό, τα φταίει όλα!
Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη (Φθινόπωρο 2020)
Ένας μακρινός αντίλαλος έρχεται σήμερα στ΄ αυτιά μας, βλέποντας αυτό το μεγάλο «φαγοπότι» που ξαναστήθηκε, και η γλώσσα που είναι στοιχείο ζωντανό, εργαλείο παλλόμενο του «κοινωνικο/πολιτικού μα και του πολιτισμικού γίγνεσθαι» είναι φυσικό να δέχεται και να αντιδρά στους κραδασμούς της καθημερινότητας με τρόπο γνήσιο, αυθεντικό καταθέτοντας τον αποθασαυρισμένο, απαράμιλλο πλούτο της!
Πριν μερικά χρόνια σε ένα γειτονικό με το δικό μας χωριό στα βόρεια της Νικαριάς ζούσε ένα ζευγάρι Ικαριωτών μεγάλης ηλικίας πια και οι δύο. Σε εκείνον άρεσαν πιο πολύ το κρασάκι κι η γλετζέδικη παρέα, οι βυτίνες όλο τον χρόνο γεμάτες, μόλις άδειαζαν ξαναγέμιζαν με τον γλυκό μούστο κάθε απόκτωβρα στην βλοημένη ώρα του τρύγου!
Το σπιτικό, με όλους τους καιρούς και τους ανέμους, ανοιχτό και φιλόξενο σε κάθε μουσαφίρη που τύχαινε να περνά κι ας ήτο η ώρα περασμένη τις περισσότερες φορές.
Εκείνη πάντα «ετοιμοπόλεμη» με τα ντεζερέδια και τα «εργαλεία της φωτιάς», το «πατινιώτικο – χωμάτινο» τσουκάλι δεν κατέβαινε ποτέ σχεδόν απ΄ το πυρομάχι, αβάρετη να περιποιηθεί και να φιλέψει συγγενείς και φίλους που δεν τους ξεχνούσαν ποτέ.
Είχε όμως ένα μικρό ελάττωμα έτρωγε κατά πως λέγανε λίγο παραπάνω απ’ το κανονικό κι αυτό γινόταν φανερό με τα πλούσια κάλλη της που είχαν αρκετό εκτόπισμα κι ας είχε γεράσει κακκόμη! τι μ΄ αυτό;
Τα βράδια ιδιαίτερα του χειμώνα που ήταν ατελείωτα κάθονταν οι δυο των απά στις «μπαγκέτες» μπροστά στο τζάκι κι άρχιζαν το κουβεντολόι πίνοντας βέβαια από το σιφούνι το οποίο τοποθετούσαν με θρησκευτική ευλάβεια σε απόσταση ικανή για να το φτάνουν υπό το ασθενικό φως μιας λάμπας πετρελαίου μόνιμα χαμηλωμένης για λόγους οικονομίας αλλά και για να μην μαυρίζει το γυαλί από την ελεεινή εκείνη κάπνα που λίγδιαζε κάθε επιφάνεια και βρώμαγε όπου εισχωρούσε.
Τα τελευταία χρόνια στην προσπάθειά τους να εκσυγχρονιστούν αντικατέστησαν το σιφούνι με μπουκάλι, μετά από την επιμονή των παιδιών που έλειπαν στην Αμερική και όταν ερχόταν τα καλοκαίρια ήθελαν να βλέπουν τους «γερόντους» των κάπως μοντέρνους…
Ένα λοιπόν από εκείνα τα βράδια τα μακρόσυρτα, όπως είπαμε, κάθισαν όμορφα και καλά κι αφού έφαγαν και ήπιαν, άρχισε εκείνος τα τραγουδάκια του συνήθως αυτοσχέδια με το γνωστό σεβνταλίδικο τόνο. Εκείνη τον άκουγε στην αρχή με σχετικό ενθουσιασμό αλλά όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ χασμουριόταν παρά που συμμετείχε… δεν ήταν λίγες οι φορές που απ’ τον πολύ τον αμανέ την έπαιρνε ο ύπνος εκεί καθιστή αλλά ξεσπιόταν κιόλας και τιναζόταν απότομα τις στιγμές που η νότα έφτανε στα ύψη!!!
Καθ’ όλην όμως την διάρκεια της νυχτερινής αυτής διασκέδασης άπλωνε τα παχουλά και αφράτα χεράκια της με μάτια κλειστά και ό,τι έπιανε, από συνήθεια πάντοτε, το έβαζε στο στόμα, είπαμε της άρεσαν τα μεζεκλίκια λίγο περισσότερο απ΄ όσο επιτρεπόταν, γι΄ αυτό το τραπέζι ήταν κάθε βράδυ φορτωμένο με τις μυρωδιές να ξεφεύγουν απ’ όλες τις χαραμάδες λυγίζοντας ακόμα και τους πιο «ακατάδεκτους»!…
Σε κάποια στιγμή επάνω σε ένα ωραίο τσάκισμα του τραγουδιού την προλαβαίνει με την άκρη του ματιού ο τραγουδιστής της, να αρπάζει ψαχουλεύοντας πάνω στο τραπέζι τον φελλό του μπουκαλιού έτοιμη να τον καταβροχθίσει! Στην κόψη ετούτη της οριακής επιθυμίας και της αναμενόμενης απόλαυσης, ακούγεται η φωνή του: στεντόρια, σκληρή σαν το καντούνι του σπιτιού μα ταυτόχρονα τραγουδιστικά μελωδική:
«Ε!!! αφάς και το μπούλι γιή»;
« ο θεός σγχωρέσει τους» έλεγε η Μάνα μου όταν τα αναθυμόμαστε και ο Πατέρας παρακολουθώντας μας, πρόσθετε με χαμόγελο: «οι άνθρωποι φεύγουν, οι ιστορίες των μένουν»! Σε μας έμειναν οι μνήμες που μ’ αυτές πορευόμαστε!!! Κι έτσι όπως τα καταφέραμε άντε τώρα να ΄παντήσουμε ούλους αυτούς τους κατεργαραίους που ηκάμασιμ παρτίσματα σε ξένον αχυρώνα και φτάνουν ίσαμ΄ εδώ τα αποκίνια των, μήτε τα «μπούλια» ως φαίνεται θα γλυτώσουν με δαύτους… μα εμάς εν ημπορούν να μας ξεγελάσουν! Κι αν για κείνο το «μπούλι» της Νικαριάς γελάμε με μια γλυκιά ανάμνηση, για τούτους που νύχτα μέρα τρών’ ασυλόγιστα το βιος μας ωσάν τους μνηστήρες της Πηνελόπης… κακόφορμη την κάνουν τη ζωή κι αναμικιόρα… μα εν ημπορεί να κρατήσουν και πολύ! Θα τα φέρουμε πάλι τα ζύγια στην θέση των…
Ηφτάννει να θέλει το κανείς!
*μπούλι: το πώμα σε μπουκάλι ή στο σιφούνι
![]()