Το τέλος μιας εποχής διώξεων εντός της δημοκρατίας της δεξιάς σήμανε την έναρξη ενός καθεστώτος που θα ταλαιπωρούσε την χώρα μας για 7 ολόκληρα χρόνια. Το τέλος αυτής της μαύρης διαδρομής θα έβρισκε την Κύπρο διχοτομημένη και την Ελλάδα στην εποχή που εγκαινιάστηκε το 1974, δηλαδή της Γ’ Ελληνικής δημοκρατίας ή όπως συχνά ονομάζεται, την μεταπολίτευση.

Τον Απρίλιο του 1967 μετά από μια περιπέτεια της δημοκρατίας, όπου εναλλάσονταν οι κυβερνήσεις με βασιλικά διατάγματα και όχι με την ψήφο του λαού, και επίσης σε μια εποχή όπου μετά τον προηγηθέν εμφύλιο και την νίκη της δεξιάς, με τη βοήθεια των Αγγλοαμερικανών συμμάχων της, υπήρχαν οι διώξεις των Κομμουνιστών με το περίφημο «ιδιώνυμο», που είχε εγκαινιαστεί με την κυβέρνηση του Βενιζέλου το 1928, 3 συνταγματάρχες εκμεταλλευόμενοι την συγκυρία πήραν την εξουσία στα χέρια τους.
Στι 28 Μαΐου του 1967 είχαν προκηρυχθεί εκλογές, όπου δεν έγιναν ποτέ. Η ένωση Κέντρου είχε κερδίσει τις εκλογές το 1964, αλλά η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου δεν μπόρεσε να μείνει στην εξουσία, στις 15 Ιουλίου του 1965 παραιτήθηκε και με τις μηχανορραφίες του παλατιού ακολούθησαν 3 κυβερνήσεις, όπου εντέλει οδήγησαν στην δικτατορία.
Οι συνταγματάρχες μέλη του ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών), παραστρατιωτικής οργάνωσης όπου είχε δημιουργηθεί ήδη από το 1944, πήραν την εξουσία στα χέρια τους, αιφνιδιάζοντας το πολιτικό σύστημα της εποχής. Εκμεταλλευόμενοι το σχέδιο προμηθέας κίνησαν τον στρατό έναντι του κράτους και πήραν την εξουσία στα χέρια τους. Την ημέρα όπου έγινε το πραξικόπημα οι δικτάτορες συνέλαβαν σχεδόν όλους τους πολιτικούς, ενώ πλήθος αριστερών πολιτών συσσωρεύθηκε στον ιππόδρομο, στο γήπεδο της ΑΕΚ, στο γήπεδο Καραϊσκάκης και στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Μέσα στους πολιτικούς που συνελήφθησαν ήταν τόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου όσο και γιός του ο Ανδρέας Παπανδρέου. Επίσης συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Μανώλης Γλέζος, ηγετικές μορφές της ΕΔΑ.
Οι συνταγματάρχες όταν πια κατάφεραν να ελένξουν και το τελευταίο εμπόδιο τους εκδώσαν ένα διάταγμα που δήθεν υπέγραφε ο βασιλιάς όπου καταργούνταν εν μια νυχτεί σημαντικά άρθρα του συντάγματος. Δρώντας ανεξέλεγκτα και περικυκλώνοντας με τανκς το Τατόι συνάντησαν τον βασιλιά όπου κατέληξαν σε συμφωνία για μια κυβέρνηση υπό τον Κωνσταντίνο Κόλλια, εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εκείνη την ημέρα θα ξεκινούσε ο αντιδικτατορικός αγώνας, όπου είχε πολλές πτυχές. Η αριστερά από τη μια πλευρά θα δημιουργούσε οργανώσεις όπου θα προέβαιναν σε πολλές αντιδικτατορικές δράσεις με κορυφαία το πολυτεχνείο του 1973 και ο βασιλιάς θα οργάνωνε το αποτυχημένο αντικίνημα στις 13 Δεκεμβρίου του 1967 όπου θα τον οδηγούσε στην έξοδο από την χώρα την επομένη ημέρα.
Με δημοψήφισμα, όπου έγινε το 1968 καθιερώθηκε το δικτατορικό σύνταγμα, όπου διατηρούνταν μεν το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας αλλά χωρίς τον βασιλιά. Το σύνταγμα του 1968 ήταν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των δικτατόρων. Η δικτατορία όρισε ως αντιβασιλέα τον Γεώργιο Ζωϊτάκη.

Η δικτατορία από το 1970 και μετά προσπάθησε να φτιάξει το λεγόμενο καθεστώς φιλελευθεροποίησης. Το 1973 σε δεύτερο δημοψήφισμα καθιέρωσε το πολίτευμα της προεδρικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ο ίδιος ο Παπαδόπουλος έγινε ο πρόεδρος και έδωσε την πρωθυπουργία στον Σπυρίδων Μαρκεζίνη, όπου θα αναλάμβανε την υλοποίηση του σχεδίου της φιλελευθεροποίησης. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε εκλογές όπου θα γίνονταν στις 10 Φεβρουαρίου του 1974. Σε αυτές τις εκλογές θα συμμετείχαν όλα τα κόμματα, ωστόσο τα κόμματα επέκριναν το σχέδιο αυτό. Το μόνο κόμμα που έβλεπε κάτι θετικό ήταν το ΚΚΕ Εσωτερικού, που πίστευε ότι οι εκλογές αυτές θα αποδυνάμωναν την ισχύ του στρατού. Τόσο ο Κωνσταντίνος Καραμανλής από την Γαλλία, όσο και ο Γεώργιος Ράλλης και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αλλά και το ΚΚΕ και το ΠΑΚ θεωρούσαν το σχέδιο παραπλανητικό.
Τα γεγονότα του πολυτεχνείου έφεραν τον Ιωαννίδη στην κεφαλή της δικτατορίας. Ο παπαδόπουλος τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και πρόεδρος της δημοκρατίας ορίστηκε ο Φαίδων Γκιζίκης, ενώ ο νέος πρθυπουργός έγινε ο Αδαμάντιος Ανδρουτσόπουλος. Στο τέλος αυτής της διαδρομης έγινε η εισβολή στην Κύπρο. Στις 24 Ιουλίου του 1974 κλήθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να γίνει πρωθυπουργός. Η δεύτερη εισβολή των τούρκων «Αττίλας ΙΙ» όμως έγινε την περίοδο του κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Καραμανλή (24 Αυγούστου του 1974). Η κυβέρνηση αυτή οδήγησε στις εκλογές της 21ης Νοεμβρίου του 1974, όπου ήταν οι πρώτες ελεύθερες εκλογές. Η Νέα Δημοκρατία νίκησε τις εκλογές αυτές με ποσοστό 54,3%. Δεύτερο κόμμα ήταν αυτό της ένωσης κέντρου, όπου συγκέντρωσε το 20,42% και τρίτο κόμμα το ΠΑΣΟΚ με 13,58%. Το ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού και η ΕΔΑ έφτιαξαν την συμμαχία της ενωμένης αριστεράς όπου πήρε το 9,47%. Η συμμαχία αυτή διαλύθηκε με τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου. Το 1977 κέρδισε ξανά η ΝΔ, ενώ το 1981 κυβέρνησε για πρώτη φορά το ΠΑΣΟΚ. Οι εναλλαγές στην εξουσία μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΝΔ σταμάτησαν το 2015 με την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ.
Μετά τις εκλογές της 21ης Νοεμβρίου του 1974 ακολούθησε το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου του 1974, όπου ο λαός με ποσοστό 69,2% ψήφισε υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Ύστερα από αυτό το δημοψήφισμα καθιερώθηκε η προεδρευόμενη δημοκρατία με πρώτο πρόεδρο τον Μιχαήλ Στασινόπουλο, όπου ήταν μεταβατικός, αφού στις 20 Ιουνίου του 1975, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη από τη Βουλή Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με 210 ψήφους επί 295 παρόντων βουλευτών. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος διετέλεσε Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας μέχρι το Μάιο του 1980. Ακολούθησε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπου διετέλεσε πρόεδρος μέχρι το 1985, ακολούθησε ο Χρήστος Σαρτζετάκης, όπου διετέλεσε πρόεδρος μέχρι το 1990 και έπειτα για άλλη μια πενταετία ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, όπου διετέλεσε πρόεδρος μέχρι το 1995. Τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντινος Στεφανόπουλος, όπου κάθησε στην προεδρική θέση μέχρι το 2005, όπου τον διαδέχθηκε ο Κάρολος Παπούλιας, και το 2015 ο Προκόπης Παυλόπουλος. Από το 2020 μέχρι σήμερα πρόεδρος της δημοκρατίας είναι η Αικατερίνη Σακκελαροπούλου.
Η δίκη της δικτατορίας
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1974, ξεκίνησε δικαστική διερεύνηση που αφορούσε τα γεγονότα του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967. Οι ποινικές διώξεις κατά των πρωταιτίων της δικτατορίας δεν έγιναν αυτεπάγγελτα από κάποια δικαστική αρχή ή κυβερνητική πρωτοβουλία αλλά ύστερα από μηνύσεις ιδιωτών. Ωστόσο, για να φτάσουν οι υποθέσεις αυτές στην αίθουσα του δικαστηρίου χρειάστηκε να εκδοθούν από την κυβέρνηση μία σειρά από διατάγματα και συντακτικές πράξεις. Αυτοί οι νόμοι ακύρωναν την αμνηστία που είχαν χορηγήσει στον εαυτό τους οι δικτάτορες κατά τη διάρκεια της επταετίας ενώ ταυτόχρονα εξαιρούσαν τις πράξεις τους από την αμνήστευση των υπόλοιπων πολιτικών εγκλημάτων του παρελθόντος. Η κυριότερη δίκη ήταν αυτή των επικεφαλής πραξικοπηματιών η οποία έλαβε χώρα στο πενταμελές εφετείο Αθηνών το καλοκαίρι του 1975. Άλλες δίκες αφορούσαν τους φόνους της Μαρίας Καλαβρού, του Βασίλη Πεσλή και του Παναγιώτη Ελή.

Ένα από τα πρώτα μελήματα της νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας ήταν να αφήσει ελεύθερους τους πολιτικούς κρατούμενους της δικτατορίας και αντιστασιακούς. Στις 26 Ιουλίου 1974, τρεις ημέρες μετά την πτώση της δικτατορίας, εξέδωσε προεδρικό διάταγμα για την αμνήστευση των πολιτικών κρατούμενων. Το διάταγμα όριζε την αμνήστευση όσων είχαν καταδικαστεί ως μέλη του κομμουνιστικού κόμματος, για απόπειρα ανατροπής του καθεστώτος ή για αντιστασιακή δράση την περίοδο της δικτατορίας. Όριζε επίσης ότι εκκρεμείς υποθέσεις θέτονταν στο αρχείο. Ερμηνεύοντας το διάταγμα πολλοί Έλληνες πολίτες, αφού δεν έγινε ρητή εξαίρεση, θεώρησαν ότι αμνηστεύτηκαν και οι πραξικοπηματίες για την προπαρασκευή και την επιβολή της δικτατορίας και όσοι έλαβαν μέρος στην άσκηση της εξουσίας κατά τη διάρκεια της δικτατορικής περιόδου.
Η ασάφεια αυτή εξέλιπε στις αρχές Οκτωβρίου του 1974, όταν η ελληνική κυβέρνηση εξέδωσε συντακτική πράξη, η οποία διευκρίνιζε ότι οι πρωταίτιοι της προπαρασκευής και εκτέλεσης του πραξικοπήματος δεν καλύπτονταν από τη χορηγούμενη αμνηστία. Με αυτόν τον τρόπο άνοιξε ο δρόμος για να εξεταστούν οι πρώτες μηνύσεις για εσχάτη προδοσία και για την κατάλυση της δημοκρατίας. Στις 18 Ιανουαρίου 1975 η Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 υιοθέτησε το Δ΄ Ψήφισμα. Ο νόμος αυτός χαρακτήριζε πραξικόπημα και όχι επανάσταση την επέμβαση του στρατού στις 21 Απριλίου 1967 και τις κυβερνήσεις που προήλθαν από αυτή κυβερνήσεις βίας. Επίσης, ακύρωνε νομοθετικό διάταγμα των χουντικών με το οποίο αμνήστευαν τους εαυτούς τους για όποιες αξιόποινες πράξεις, όριζε το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών ως αρμόδιο για να τους δικάσει και καθόριζε περίοδο τριών μηνών για την υποβολή μηνύσεων από τα θύματα της δικτατορίας.
Στις 2 Ιουλίου του 1975, η ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με βούλευμά της, χαρακτήρισε «στιγμιαίο» το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας των πραξικοπηματιών. Το ανώτατο δικαστήριο δέχτηκε ότι το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας ολοκληρώθηκε με την αποστέρηση του βασιλιά από τις συνταγματικές εξουσίες του και η κατάσταση που προέκυψε μετά ήταν απλή συνέπεια και όχι παράταση της εγκληματικής πράξης. Έτσι έπαυσε οριστικά η δίωξη των προσώπων που είχαν υπηρετήσει σε πολιτικές θέσεις, μέλη της κυβέρνησης, γενικοί γραμματείς, νομάρχες, δήμαρχοι, και είχαν διωχθεί ως συνεργοί γιατί στήριξαν το καθεστώς της δικτατορίας.
Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1974 υποβλήθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα η πρώτη μήνυση για το πραξικόπημα από τον δικηγόρο Αλέξανδρο Λυκουρέζο κατά 15 ατόμων. Η κατηγορία εναντίον τους ήταν εσχάτη προδοσία, κατά παράβαση των άρθρων 134, 8α και 8β του Ποινικού Κώδικα. Η μήνυση αυτή, δυο μέρες αργότερα, διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Αθήνας στη Στρατιωτική Δικαιοσύνη, επειδή οι μηνυθέντες όταν τέλεσαν τα αδικήματα ήταν στρατιωτικοί.
Το καλοκαίρι του 1975 οι πρωταίτιοι του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου δικάστηκαν ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με τις κατηγορίες της στάσης και της εσχάτης προδοσίας, αδικήματα που ενέπιπταν στα άρθρα 134 και 135 του Ποινικού Κώδικα και 63 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.
Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν η ακόλουθη: Ιωάννης Ντεγιάννης, πρόεδρος, μέλη: Παναγιώτης Λογοθέτης, Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος, Ιωάννης Γρίβας και Γεώργιος Πλαγιανάκος, αναπληρωματικά μέλη: Ηλίας Γιαννόπουλος και Δημήτριος Τζούμας, εισαγγελείς: Κωνσταντίνος Σταμάτης και Σπύρος Κανίνιας. Μετά από ακροαματική διαδικασία που διήρκεσε περίπου ένα μήνα (28 Ιουλίου – 23 Αυγούστου 1975) το δικαστήριο επέβαλε τις ακόλουθες ποινές στους κατηγορούμενους ανώτερους και ανώτατους αξιωματικούς:
- Στυλιανός Παττακός, θάνατος για στάση, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και καθαίρεση.
- Γεώργιος Παπαδόπουλος, θάνατος για στάση, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και καθαίρεση.
- Νικόλαος Μακαρέζος, θάνατος για στάση, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία και καθαίρεση.
- Δημήτριος Ιωαννίδης, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Γρηγόριος Σπαντιδάκης, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Γεώργιος Ζωϊτάκης, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Ιωάννης Λαδάς, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Μιχαήλ Ρουφογάλης, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Αντώνιος Λέκκας, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Μιχαήλ Μπαλόπουλος, ισόβια κάθειρξη για εσχάτη προδοσία, 10 κάθειρξη για στάση και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων.
- Οδυσσέας Αγγελής, 20 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Νικόλαος Ντερτιλής, 20 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Νικόλαος Γκαντώνας, 15 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Στέφανος Καραμπέρης, 15 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Γεώργιος Κωνσταντόπουλος, 12 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Ευάγγελος Τσάκας, 8 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και 5 χρόνια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων
- Δημήτρης Σταματελόπουλος, 5 χρόνια κάθειρξη κατά συγχώνευση για στάση και εσχάτη προδοσία και έκπτωση
- Αλέξανδρος Χατζηπέτρος, αθώος λόγω αμφιβολιών
- Κωνσταντίνος Καρύδας, αθώος λόγω αμφιβολιών
Το δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης, το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, καθώς και ότι ωθήθηκαν στην πράξη τους από μη ταπεινά αίτια. Για τους Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανό Παττακό και Νικόλαο Μακαρέζο το δικαστήριο δέχτηκε ότι υπήρξαν υποκινητές και επικεφαλής της στάσης, γι’ αυτό και τους επεβλήθη η εσχάτη των ποινών, η θανατική ποινή.
Μετά από απόφαση της κυβέρνησης Καραμανλή, η θανατική ποινή για τους τρεις καταδικασθέντες μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στον ίδιο τον Κωνσταντίνο Καραμανλή αποδίδεται η ιστορική φράση «Και όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια». Η πράξη επιείκειας αντιμετωπίσθηκε με σφοδρότητα από το σύνολο της αντιπολίτευσης, κυρίως για το γεγονός της κυβερνητικής παρέμβασης σε αποφάσεις της δικαιοσύνης.
Οι 18 καταδικασθέντες αξιωματικοί για το πραξικόπημα της 21 Απριλίου καθαιρέθηκαν με προεδρικό διάταγμα και υποβιβάστηκαν οριστικά στον βαθμό του στρατιώτη μετά την επικύρωση από τον Άρειο Πάγο της απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου, στις 21 Ιουνίου 1976. Διαγράφτηκαν επίσης από τους καταλόγους των στελεχών της εφεδρείας και οι οικογένειές τους θα έπαιρναν μειωμένες συντάξεις.[33]
Ο Δημήτριος Σταματελόπουλος ήταν ο μόνος από τους καταδικασθέντες, που του αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του προηγουμένου εντίμου βίου του και ότι έδειξε αληθινά μεταμέλεια για τις πράξεις του και για πολύ καιρό μετά τις πράξεις η συμπεριφορά του ήταν καλή. Παρότι πρωταίτιος, διαφώνησε σύντομα μετά την 21η Απριλίου 1967 με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο και ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα άρθρα του στη Βραδυνή, στα οποία ασκούσε έντονη κριτική στο δικτατορικό καθεστώς και τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση στο αστικό κοινό, οδηγώντας την εφημερίδα Βραδυνή σε ρεκόρ κυκλοφορίας. Ο Σταματελόπουλος βοήθησε την αντίσταση. Η προσφορά του καταχωρήθηκε στο ενεργητικό του και γι’ αυτό του αναγνωρίστηκαν ελαφρυντικά, σημαντικά ελαφρυντικά. Αποφυλακίστηκε με χάρη τον Απρίλιο του 1977.
![]()