Γράφει ο Στέφανος Καραπέτης

Η σημερινή ιστορία αρχίζει από το μακρινό 1976, τότε που η χώρα μας έβγαινε από την 7 χρονη δικτατορία (1967-1974) με τον Τουρκικό στρατό να καταλαμβάνει το βόρειο μέρος της Κύπρου και τον Καραμανλή να λέει απλά και κυνικά «η Κύπρος κείται μακράν».
Ο Καραμανλής το 1976 θα αντιμετώπιζε μια σημαντική κρίση στο Αιγαίο, αφού η τότε Τουρκική ηγεσία θα αποφάσιζε να βγάλει στα νερά του Αιγαίου το ερευνητικό σκάφος «Χόρα». Ο Καραμανλής πριν το περιστατικό αυτό είχε προτείνει η Ελλάδα και η Τουρκία να προσφύγουν στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης για να επιλυθεί η διαφορά των δυο χωρών στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. Η θέση αυτή υπάρχει μέχρι σήμερα και υποστηρίχθηκε από όλα τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει αυτόν τον τόπο.
Το «Χόρα» λοιπόν βγήκε στο Αιγαίο και πολλές φορές άγγιζε τις αμφισβητούμενες περιοχές. Το πλοίο προστατευόταν από ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις του Τουρκικού στρατού. Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Η ελληνική κυβέρνηση αντέδρασε τότε διπλωματικά, αλλά μια φράση του Ανδρέα Παπανδρέου θα έκανε την Τουρκία να σταματήσει την πρόκληση. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν εκείνες τις μέρες στην Αλεξανδρούπολη και είπε την φράση «Βυθίσατε το «Χόρα». Πέρα όμως από την φράση, σχεδόν ταυτόχρονα ήρθε και η αντίδραση των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων που έριξαν από αεροπλάνα σημαδούρες μπροστά στο «Χόρα», που σήμαινε ότι αν το πλοίο τις περνούσε θα το βύθιζαν.
Οι Τούρκοι έχοντας την σχετική εντολή από την Άγκυρα συνέχισαν την ρότα τους και έδωσαν την εντολή ότι αν και εφόσον πλησιάσουν οι Ελληνικές ένοπλες δυνάμεις να δηλώσουν ότι είναι άοπλοι. Ελληνικά αεροπλάνα πετούσαν συνεχώς πάνω από το Τουρκικό πλοίο. Οι επιβαίνοντες στο «Χόρα» καταλάβαιναν πως τα πράγματα είναι δύσκολα και έστελναν το μήνυμα στα ελληνικά σκάφη ότι κάνουν έρευνα σε διεθνή ύδατα και ότι είναι άοπλοι. Η Ελλάδα έκανε συνεχή πόλεμο νεύρων και σε συνδυασμό με την φράση που προερχόταν από την τότε αντιπολίτευση, που από τι φαίνεται είχε προέλθει από συννενόηση των δύο πολιτικών ανδρών, το τουρκικό σκάφος υποχώρησε και έτσι απομακρύνθηκε ο κίνδυνος για πολεμική σύρραξη.

Το 1987 τα σκηνικά επαναλήφθηκαν. Η Τουρκία έμαθε ότι η Ελλάδα ξεκινούσε γεωτρήσεις σε αμφισβητούμενα ύδατα του Αιγαίου στα περίχωρα της Θάσου. Ως απάντηση, το Τουρκικό πλοίο Σισμίκ εστάλη να διεξάγει έρευνα στην περιοχή με συνοδεία τουρκικών πολεμικών πλοίων. Μόνο που τότε πρωθυπουργός ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου και έδωσε εντολή για να βυθιστεί το «Σισμίκ» αν και εφόσον βρεθεί στα συγκεκριμένα ύδατα. Ο τότε Τούρκος πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ θα δήλωνε ότι “Αν η Ελλάδα παρέμβει στο σκάφος με οποιοδήποτε τρόπο, και αυτό είναι που λέει ο Παπανδρέου, θα αντιδράσουμε με τον ίδιο τρόπο”, “Ως αποτέλεσμα αυτό μπορεί να είναι αιτία πολέμου.”, αλλά επίσης θα πρόσθετε ότι “Περιμένουμε την πρώτη κίνηση από αυτούς. Ο Παπανδρέου σε απάντηση απείλησε ότι θα κάνει επιστράτευση. Οι δύο χώρες θα έφταναν έτσι και επισήμως κοντά στην πολεμική σύγκρουση, ενώ θα έστελνε αυστηρό και ξεκάθαρο μήνυμα προς την αμερικανική πλευρά, η οποία είχε πάρει θέση υπέρ της Τουρκίας: «Κλείνουμε την αμερικανική βάση της Νέας Μάκρης». Οι Ελληνικές δυνάμεις ήταν σε πλήρη ετοιμότητα για σύγκρουση, ενώ οι πρώτοι έφεδροι είχαν ήδη προσκληθεί να παρουσιαστούν στον στρατό. Όλα ήταν έτοιμα.
Ήταν σαφές βέβαια ότι η χώρα μας απειλούσε με πόλεμο για να πετύχει την ειρήνη, κάτι το οποίο τελικά έγινε, αφού υπό την απειλή γενικότερης σύρραξης, ο Τούρκος πρωθυπουργός έκανε πίσω και ανακοίνωσε σε συνέντευξή του στο BBC ότι το «Σισμίκ» δεν θα έβγαινε στο Αιγαίο. Και ξεκίνησαν οι συνομιλίες των δύο χωρών με την διαμεσολάβηση του ΝΑΤΟ. Εκεί κάπου θα υπογραφόταν η συμφωνία του Νταβός, όπου δέσμευε τις δύο χώρες να απέχουν των ερευνών στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας των δύο χωρών.
Το επόμενο επεισόδια ήταν τα ίμια το 1997, όπου ο Σημίτης θα ευχαριστούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η φράση αυτή προκάλεσε χάος, είναι η φράση που σημάδεψε την πλήρη υποδούλωση της χώρας μας στις ορέξεις της δύσης. Ο Ανδρέας και ο Σημίτης μπορεί να ήταν στο ίδιο κόμμα, αλλά εκπροσωπούσαν δυο διαφορετικούς κόσμους.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου εκπροσωπούσε την Ελλάδα που πατούσε και στην Ανατολή και στην Δύση, και που είχε την δική της εξωτερική πολιτική, το απέδειξε και με τον τρόπο που επίλυσε το ζήτημα που αφορούσε την Μακεδονία, όπου φτάσαμε τότε στην ενδιάμεση ονομασία της σημερινής Βορείου Μακεδονίας.
Ο Καραμανλής εκπροσωπούσε μεν το ανήκωμεν εις την δύσιν αλλά προφανώς όταν και όποτε έπρεπε έπαιρνε τις σωστές αποφάσεις σε αρκετά ζητήματα. Ο Καραμανλής άλλωστε το 1979 επισκέφθηκε την Μόσχα, ανοίγοντας τους πρώτους διαύλους επικοινωνίας με την ανατολή.

Και ο Παπανδρέου επισκέφθηκε αυτή την χώρα το 1985, σε μια εποχή που ο ίδιος είχε αναγνωρίσει τον ΕΑΜ ως αντιστασιακή οργάνωση και όχι τρομοκρατική που θεωρούνταν μέχρι τότε. Επίσης έδωσε την δυνατότητα στους πρόσφυγες Έλληνες του ανατολικού μπλοκ να επιστρέψουν στην χώρα, πολλοί από τους οποίους επέστρεψαν.
Ο Παπανδρέου ήταν και αυτός που απέναντι στις προκλήσεις της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας δεν δίστασε να κλείσει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης για τα Σκόπια. Έτσι έφερε στο τραπέζι του διαλόγου τους Σκοπιανούς και έτσι έλυσε έστω και προσωρινά το ζήτημα της ονομασίας, που ελύθη τουλάχιστον στα χαρτιά από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα το 2018. Σήμερα η νέα πρόεδρος της Βορείου Μακεδονίας προκαλεί με την χρήση του όρου Μακεδονία, αθετόντας την συμφωνία των Πρεσπών, που μαχόταν έναντι της ο νυν πρωθυπουργός όταν ήταν αντιπολίτευση. Η αντιπολίτευση ζητάει να προχωρήσουν οι ψηφοφορίες των μνημονίων συνεργασίας στο κοινοβούλιο. Ο Μητσοτάκης αρνείται και λέει ότι για να προχωρήσουν πρέπει να υποχωρήσει η άλλη πλευρά, δηλαδή η νέα κυβέρνηση της Βορείου Μακεδονίας. Στην παρούσα φάση έχει δίκιο, μόνο που αν τα έφερνε νωρίτερα στη βουλή, τότε που δεν ήταν η παρούσα κυβέρνηση στη γειτονική χώρα, σήμερα θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέμενε από τις πρώτες μέρες διακυβέρνησης της ΝΔ το 2019 να έρθουν αυτά τα μνημόνια στη βουλή.
Το γεγονός πως δεν ήρθαν, έδωσε το έναυσμα στην Γκορντάνα Σιλιάνοφσκα να μιλάει και αυτή για παραβίαση της συμφωνίας από την Ελλάδα. Είναι καλή ή είναι κακή αυτή η συμφωνία, είναι διεθνής και πρέπει να εφαρμοστεί και από τις δύο πλευρές. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα η συμφωνία έχει ακυρωθεί στην πράξη και για αυτό σε μεγάλο βαθμό έχει ευθύνη η σημερινή κυβέρνηση, που ανεξαρτήτως τις λένε τα στελέχη της και ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μείνει στα συλλαλητήρια του 2018. Όσο για την Τουρκία, προφανώς η εξωτερικής της πολιτική και τα ζητούμενά της δεν έχουν αλλάξει. Ναι, ζητάει να ονομαστεί Τουρκική η μειονότητα στη Θράκη, ζητάει η κατάσταση στην Κύπρο να παραμείνει έτσι, ναι ζητάει νησιά και άλλα πολλά. Δε πρέπει όμως να μας απασχολεί το τι ζητάνε, αλλά το τι κάνουμε εμείς έναντί της. Μπορεί να είναι θετικό ή έστω έτσι παρουσιάστηκε, πως βρέθηκαν συμφωνίες και κοινά σημεία με τους γείτονες, αλλά η ειρήνη προέρχεται όχι μόνο με διάλογο αλλά και με την απειλή του πολέμου, όπως μας έμαθε ο Ανδρέας το 1987, που κέρδισε έναν πόλεμο που δεν έγινε ποτέ.
Αυτό λοιπόν που προτείνουμε είναι απλό, η Ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει την συμφωνία των Πρεσπών πλήρως. Με τις επιτροπές και τα μνημόνια που αναφέρονται και αν η κυβέρνηση της Βορείου Μακεδονίας διαφωνήσει, τότε ας κλείσει το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Θα τους «τσούξει».
![]()