Η Κύπρος, μια τραγική ιστορία που έριξε την δικτατορία, έφερε την δημοκρατία στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αλλά δημιούργησε ένα πρόβλημα που παραμένει άλυτο. Με λίγα λόγια έτσι θα μπορούσε κάποιος να σχολιάσει το Κυπριακό.

Η Κυπριακή δημοκρατία ιδρύθηκε το 1960 και στο σύνταγμά της αναφερόταν σαφώς ότι ήταν ένα δικοινοτικό κράτος. Τότε το νησί είχε 573.566 κατοίκους, εκ των οποίων 441.656 Έλληνοκύπριοι (77%) και 104.942 (18,3%) Τουρκοκύπριοι και 26.968 (4,7%) λοιποί (Μαρωνίτες, Αρμένιοι).
Μαζί με την ίδρυση του κράτους εγκαταστάθηκαν 950 άνδρες του Ελληνικού στρατού (ΕΛΔΥΚ) και 650 άντρες της αντίστοιχου Τουρκικού στρατού (ΤΟΥΡΔΥΚ). Λίγα μόλις χρόνια μετά την ίδρυση του νέου κράτους, όπου μέχρι τότε ήταν Αγγλική αποικία, ξεκίνησαν οι πρώτες δικοινοτικές ταραχές. Ήταν το 1963 στις αρχές Δεκεμβρίου, τότε που έφθασαν στον υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γιωρκάτζη βάσιμες πληροφορίες ότι επίκειται η διανομή 300 αυτόματων όπλων από τον τουρκοκυπριακό τομέα Λευκωσίας σε Τουρκοκύπριους εκτός της πόλης. Λίγο αργότερα (21 Δεκεμβρίου) αστυνομική περίπολος επιχείρησε να ερευνήσει αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν Τουρκοκύπριοι στα όρια της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής συνοικίας της παλιάς πόλης. Οι Τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν να υποβληθούν σε έρευνα, ακολουθώντας τις οδηγίες της Τ.Μ.Τ. και το επεισόδιο εξελίχθηκε σε συμπλοκή μεταξύ του τουρκυπριακού πλήθους που άρχισε να συγκεντρώνεται στο σημείο του συμβάντος και των Ελληνοκύπριων αστυνομικών με αποτέλεσμα τον θάνατο δύο Τουρκοκυπρίων.
Αυτή ήταν η σπίθα για την αναμενόμενη έκρηξη. Τα επεισόδια συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα καθώς πλήθος Τουρκοκυπρίων, πολλοί από τους οποίους ένοπλοι, άρχισε να περιφέρεται ανεξέλεγκτα στους δρόμους της παλιάς πόλης. Οι αρχικές εκκλήσεις του Προέδρου Μακαρίου και του Αντιπρόεδρου Κιουτσούκ αγνοήθηκαν και μέχρι το απόγευμα οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν και σε άλλες συνοικίες της πρωτεύουσας. Μέχρι το επόμενο πρωί τα βίαια επεισόδια επεκτάθηκαν στη Λάρνακα.
Παρά την αρχική αισιοδοξία για εκτόνωση της κρίσης, οι συγκρούσεις αναζωπυρώνονται στη Λευκωσία το επόμενο πρωί, όταν Ελληνοκυπριακές οικογένειες που κατοικούσαν στο στρατηγικής σημασίας προάστιο της Ομορφίτας, που κατοικείτο κυρίως από Τουρκοκύπριους, δέχεται σφοδρή επίθεση από Τουρκοκυπριακές ένοπλες ομάδες. Λίγο μετά, οι συγκρούσεις επεκτείνονται και στην Αμμόχωστο όταν Τουρκοκύπριοι χωροφύλακες επιχειρούν να καταλάβουν το αρχηγείο της χωροφυλακής. Συγκρούσεις αναφέρονται επίσης στην Κερύνεια.
Η κατάσταση πλέον οδηγείται σε επικίνδυνη κλιμάκωση με την ΤΟΥΡΔΥΚ (το Τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα που εγκαταστάθηκε στην Κύπρο με βάση τη Συνθήκη Συμμαχίας) να βγαίνει, την ημέρα των Χριστουγέννων, από το στρατόπεδο της και να συμμετέχει στις συγκρούσεις υποστηρίζοντας την προσπάθεια των Τουρκοκυπρίων ενόπλων να ενισχύσουν τις οχυρώσεις τους γύρω από το Τουρκοκυπριακό χωριό Ορτάκιοϊ.
Η ΕΛΔΥΚ εγκαταλείπει και αυτή το στρατόπεδο της προς υποστήριξη των Ελληνοκυπρίων αλλά επιστρέφει σε αυτό όταν ο Πρόεδρος Μακάριος αποδέχεται την κοινή παρέμβαση των Εγγυητριών Δυνάμεων για εκτόνωση της κρίσης.
Στις 26 Δεκεμβρίου του 1963 η ελληνοκυπριακή πλευρά παραδίδει στον Ερυθρό Σταυρό 800 γυναικόπαιδα Τουρκοκύπριους, που είχαν απομακρυνθεί από την περιοχή των μαχών, κυρίως στην περιοχή Ομορφίτας, ενώ η Τουρκοκυπριακή πλευρά παραδίδει 26 Ελληνοκύπριους. Τότε ήταν που χαράχτηκε η πράσινη γραμμή κατά μήκος του κέντρου της Λευκωσία όπου χώριζε τις Ελληνοκυπριακές από τις Τουρκοκυπριακές συνοικίες της πόλης. Αυτή η πράσινη γραμμή υπάρχει ακόμα στην πρωτεύουσα του νησιού, την Λευκωσία.
Ο ΟΗΕ στις 4 Μαρτίου του 1964 αποφάσισε τη σύσταση Ειρηνευτικής Δύναμης (UNFICYP) για τη διατήρηση της ειρήνης στην Κύπρο. Επίσης και αυτή υπάρχει σήμερα στο νησί.
Στις 25 Φεβρουαρίου 1964, αποφασίστηκε η δημιουργία της Εθνοφυλακής, όπου όλα τα επιτελεία της είχαν έναν ελληνοκύπριο και έναν ελλαδίτη αξιωματικό. Η συμμετοχή ήταν εθελοντική και βέβαια με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρεόυ κατάφερε να κατεβάσει μυστικά και άλλα στρατεύματα στο νησί. Μέσα σε αυτούς που κατέβηκαν στο νησί ήταν και ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας. Τον Ιούνιο του 1964 η εθνοφρουρά μετατράπηκε σε εθνική φρουρά, όπου ήταν στελεχωμένη αποκλειστικά από Ελληνοκύπριους, ωστόσο το ελλννικό στράτευμα παρέμενε στο νησί.
Το καθεστώς της 21ης Απριλίου από την αρχή του μέχρι το 1974 όπου έπεσε, λόγω της Κύπρου, επιθυμούσε το νησί να ενωθεί με την Ελλάδα. Ο Μακάριος όμως ήταν αντίθετος σε αυτό και για αυτό το καθεστώς υπονόμευε πλέον φανερά τον Αρχιεπίσκοπο και πρόεδρο της Κυπριακής δημοκρατίας. Ο Γρίβας τον Νοέμβριο του 1967 επιχείρησε κατά του Τουρκοκυπριακού χωριού Κοφίνου, όπου προκάλεσε διεθνείς πιέσεις κατά της δικατατορίας και οδήγησε βέβαια στην τελική απόσυρση των απεσταλμένων εκεί ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων.
Το 1970 η δικτατορία επιχείρησε να δολοφονήσει τον Μακάριο, του οποίου η πολιτική επιβραβεύθηκε στις βουλευτικές εκλογές του ίδιου έτους. Εκείνη την χρονιά επίσης δολοφονήθηκε ο Πολύκαρπος Γεωρκάτζης ο οποίος είχε συνδεθεί με την απόπειρα κατά του Μακαρίου. Στις αρχές του φθινοπώρου του 1971, επέστρεψε στην Κύπρο και ο Γεώργιος Γρίβας όπου δημιούργησε την ΕΟΚΑ Β΄.
Το 1972, εξελίχθηκε το «εκκλησιαστικό πραξικόπημα». Τρεις Κύπριοι μητροπολίτες, απαιτώντας από τον Μακάριο να παραιτηθεί από το κοσμικό του αξίωμα (του προέδρου της Δημοκρατίας), τον καθαίρεσαν από αρχιεπίσκοπο το 1972. Τελικά υπερίσχυσε ο Μακάριος καθώς η μείζων Σύνοδος τους καθαίρεσε το 1973.
Τον Οκτώβριο του 1973 έγινε νέα δολοφονική απόπειρα κατά του Μακαρίου. Μετά τον θάνατο του Γρίβα, η ΕΟΚΑ Β΄, τελούσα υπό άμεση εξάρτηση από τη Χούντα των Αθηνών, ασκούσε δράση κατά του Μακαρίου.
Τον Ιούλιο του 1974 ο Μακάριος ζήτησε την απόσυρση των Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε, θεωρούνταν πιθανή η διενέργεια πραξικοπήματος εναντίον του από στελέχη που ελέγχονταν από τη Χούντα των Αθηνών. Και εντέλει το πραξικόπημα συνέβη.
Στις 15 Ιουλίου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο, από την Εθνική Φρουρά. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διέφυγε και, στις 19 Ιουλίου, έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου κατήγγειλε τη Χούντα των Αθηνών για εισβολή. Ακολούθησαν έντονες διαβουλεύσεις σε Αθήνα και Άγκυρα, με τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Τζόζεφ Σίσκο να ενημερώνει το χουντικό καθεστώς (μετά από συνομιλίες που είχε στην Άγκυρα) πως η Τουρκία δεν θα δεχόταν οποιαδήποτε αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων στην Κύπρο προς όφελος της Ελλάδας. Ο Ιωαννίδης και η Χούντα του ήταν όμως απτόητοι.
Στις 20 Ιουλίου η Τουρκία, επικαλούμενη το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων, εισέβαλε στην Κύπρο. Ο Τζόσεφ Σίσκο είχε προειδοποιήσει, σε συνομιλίες στο Πεντάγωνο της Αθήνας, πως η εμπλοκή της Ελλάδας στην Κύπρο θα σήμαινε κατά πάσα πιθανότητα ολοκληρωτικό ελληνοτουρκικό πόλεμο και πιθανή απώλεια εδαφών για την Ελλάδα. Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών, προ της διαφαινόμενης κατάρρευσης παραιτήθηκε, όπως και η Χούντα των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα, αφού ήταν ανίκανη να αντιδράσει στρατιωτικά.
Η Τουρκία ισχυρίστηκε πως το άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεων της έδινε το δικαίωμα να υπερασπιστεί τους Τουρκοκύπριους και να εγγυηθεί την ανεξαρτησία της Κύπρου. Η εισβολή της ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου 1974, κηρύχθηκε ανακωχή στις 22 Ιουλίου και οι μάχες σταμάτησαν στις 23 Ιουλίου. Ισχυρές δυνάμεις στρατού αποβιβάστηκαν λίγο πριν την αυγή στην Κερύνεια και συνάντησαν αντίσταση από ελληνικές και ελληνοκυπριακές στρατιωτικές δυνάμεις (αν και καθυστερημένη). Εν τω μεταξύ, ελληνοκυπριακές δυνάμεις επιτέθηκαν σε τουρκοκυπριακούς θύλακες.
Μέχρι το Συμβούλιο Ασφαλείας να καταφέρει να επιτευχθεί εκεχειρία στις 22 Ιουλίου (ψήφισμα 353 Συμβουλίου Ασφαλείας), οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταφέρει να ελέγχουν το λιμάνι της Κερύνειας και ένα επίμηκες τμήμα μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας. Το λιμάνι της Κερύνειας ήτανε σημαντικό για μεταφορά οπλισμού από την Τουρκία τον οποίο θα χρησιμοποιούσε στη δεύτερη εισβολή.
Τα γεγονότα είναι λίγο πολύ-γνωστά. Ο Καραμανλής ερχόμενος στην Ελλάδα και αναλαμβάνοντας να κάνει τα πρώτα βήματα για την μεταπολίτευση συνειδητοποίησε ότι μια επίσημη εμπλοκή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην απόκρουση του δεύτερου «Αττίλα» θα σήμανε την κήρυξη ελληνοτουρκικού πολέμου, ο οποίος προφανώς δεν θα περιοριζόταν μόνο στην Κύπρο. Η κατάσταση του Ελληνικού στρατού και ειδικά του στρατού ξηράς ήταν σε άθλια επίπεδα. Το είχε δείξει και η επιστράτευση. Τότε ο Καραμανλής είπε την φράση που του καταλόγισε η ιστορία, «Η Κύπρος κείται μακράν».
Οι μάχες δίνονταν πάνω στο νησί με όσες δυνάμεις μπορούσε να αποστείλει το Ελληνικό κράτος και με ότι οπλισμό διέθετε το νησί. Οι Τούρκοι όμως εκείνη την στιγμή είχαν υπεροχή και βέβαια συνεχώς ανεφοδιάζονταν από το λιμάνι κυρίως της Κερύνειας.
Στις 19 Αυγούστου του 1974, υπήρξαν ογκώδεις αντιαμερικανικές διαδηλώσεις στην Κύπρο. Ο Κυπριακός λαός ήταν οργισμένος για τον ρόλο των Αγγλοαμερικανών και του ΝΑΤΟ στο έγκλημα κατά της Κύπρου, το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή. Οι διαδηλωτές κραύγαζαν συνθήματα εναντίον των ΗΠΑ, της CIA, του ΝΑΤΟ, του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσσινγκερ κ.ά. Σε κάποια στιγμή ακούστηκαν καταιγιστικά πυρά (οι πληροφορίες έκαναν λόγο για ένοπλους της ΕΟΚΑ Β΄) και τότε οι φρουροί της πρεσβείας, Αμερικανοί πεζοναύτες, έριξαν δακρυγόνα κατά των διαδηλωτών και άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα.
Από εξοστρακισμένες σφαίρες σκοτώθηκαν ο Αμερικανός πρέσβης, Ρότζερ Ντέιβις, και η γραμματέας του, Αντουανέτ Βαρνάβα. Για τις δολοφονίες δεν συνελήφθη κανένας, 3 χρόνια αργότερα δικάστηκαν και φυλακίστηκαν 2 άτομα για οχλαγωγία και παράνομη μεταφορά όπλων εκείνη την ημέρα.
Στις 25 Αυγούστου, με πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Κουρτ Βαλντχάιμ, ξανάρχισαν οι συνομιλίες για λύση του Κυπριακού. Η τουρκοκυπριακή πλευρά ήθελε ομοσπονδιοποίηση με ανταλλαγή πληθυσμών, ενώ ο Γλαύκος Κληρίδης, που είχε αναλάβει προσωρινά τα καθήκοντα του προέδρου ήταν έτοιμος να αποδεχτεί την ομοσπονδία αλλά χωρίς ανταλλαγή πληθυσμών. Τελικά τον Αύγουστο του 1975, επήλθε συμφωνία η οποία είναι γνωστή με το όνομα Συμφωνία της Γ΄ Βιέννης.
Η τουρκοκυπριακή ερμηνεία διατηρεί την άποψη ότι πρόκειται για συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών ενώ η ελληνοκυπριακή ότι επρόκειτο για προσωρινό ανθρωπιστικό μέτρο. Οι συνομιλίες για λύση του Κυπριακού συνεχίζονται μέχρι σήμερα, με κάποιες καλές στιγμές στην συνομιλία, αλλά με καμία λύση να μην έχει βρεθεί στο νησί, όπου το 37% κατέχεται από το ψευδοκράτος, όπου το έχουν αναγνωρίσει μόνο οι Τούρκοι (ΤΔΒΚ) και το υπόλοιπο νησί κατέχεται από το επίσημο κράτος της Κύπρου με ελληνοκυπριακή κυβέρνηση. Υπάρχει όμως πάνω στο νησί και δυο περιοχές, όπου ονομάζονται επίσημα Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, όπου είναι υπό αγγλική κυριαρχία, και βέβαια βρίσκονται Βρετανικές βάσεις. Οι βάσεις δημιουργήθηκαν το 1960 με τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, όπου η Κύπρος ανεξαρτητοποιήθηκε από την Βρετανική Αυτοκρατορία. Επίσης ο ΟΗΕ επιτηρεί την νεκρή ζώνη, έτσι είναι λάθος να μιλάμε για διχοτομημένο κράτος, αφού επί της ουσίας πάνω στο νησί βρίσκονται δυο επίσημα κράτη (ελληνοκυπριακό, Βρετανικές βάσεις), ένα ψευδοκράτος και βέβαια η νεκρή ζώνη, που ελέγχεται από την στρατιωτική δύναμη της UNFICYP, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Ο χάρτης που βρίσκεται στην κορυφή αυτού του άρθρου δείχνει την ακριβή κατάσταση στο νησί τις μέρες μας.
Το καθεστώς της Αμμόχωστου (Famagusta)

Η πόλη μέχρι το 1974 ήταν χωρισμένη στα δυο, το ένα κομμάτι ήταν η συνοικία της Παλαιάς Αμμόχωστου, όπου κατοικούσαν κυρίως Τουρκοκύπριοι. Το δεύτερο κομμάτι ήταν τα Βαρώσια, όπου κατοικούσαν Ελλννοκύπριοι, και ήταν το νότιο προάστειο της πόλης. Το 1974 βομβαρδίστηκε και υπέστη εκτεταμένες ζημιές, καθώς κατελήφθη από τα Τουρκικά στρατεύματα. Οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοί της κατέφυγαν στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού ως πρόσφυγες. Τα εδάφη της ανήκουν εκ του νόμου (de jure) στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ εκ των πραγμάτων (de facto) στο μη αναγνωρισμένο κράτος της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βορείου Κύπρου, δηλαδή το ψευδοκράτος που δημιουργήθηκε στο νησί.
Τι ισχεύει για την πράσινη γραμή
Το 1964 όπως γράψαμε ήδη, δημιουργηθηκε η πράσινη γραμμή, όπου χωρίζει την Λευκωσία σε δυο κομμάτια. Από το 2003 οι Τουρκοκύπριοι έχουν επιτρέψει τη διέλευσή της προς τα Κατεχόμενα και έχει ανοίξει ως τώρα πέντε σημεία διέλευσης. Για τη διέλευση απαιτείται όμως επίδειξη διαβατηρίου, κάτι στο οποίο αντιδρούν πολλοί, θεωρώντας την επίδειξη διαβατηρίου στις τουρκοκυπριακές “αρχές” ως de facto αναγνώριση της εξουσίας τους.
![]()