18 χρόνια από την εκτέλεση του Σαντάμ Χουσείν

Σαν σήμερα το 2006 θα εκτελούνταν δια απαγχονισμού ο Σαντάμ Χουσεΐν Αμπντ αλ Ματζιντ αλ Τικρίτι, όπως είναι το πλήρες όνομα του ανθρώπου που κυβέρνησε το Ιράκ από το 1979 μέχρι το 2003.

18 χρόνια από την εκτέλεση του Σαντάμ Χουσείν

Το σημερινό Ιράκ είναι ένα διασπασμένο κράτος το οποίο ένα κομμάτι του ελέγχεται από τους Σιήτες ενώ άλλο κομμάτι ελέγχεται από τους Σουνίτες και υπάρχει και ένα τρίτο κομμάτι που ελέγχεται από Κούρδους αντάρτες. Επίσημα πρωθυπουργός της χώρας είναι ο Μοχάμεντα Σία Αλ Σουντανί ο οποίος προσπαθεί να οικοδομήσει το νέο κράτος γεφυρώνοντας τις διαφορές μεταξύ των Σιϊτών και των Σουνιτών. Πριν πούμε όμως για το σύγχρονο κράτος και το κράτος του Σαντάμ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στις 25 Σεπτεμβρίου του 2017 διεξήχθη δημοψήφισμα στα εδάφη που ελέγχουν οι Κούρδοι και είχαν κυβέρνηση υπό την προεδρία του Μασούντ Μπαρζανί, όπου το 92,73% των πολιτών αποφάσισαν την ανεξαρτητοποίηση της περιοχής του Ιρακινού Κουρδιστάν που βρίσκεται στα βόρεια της χώρας και συνορεύει με την Συρία, την Τουρκία και το Ιράν. Το δημοψήφισμα βέβαια δεν έχει γίνει αποδεκτό από κανέναν, αλλά σήμερα η μη αναγνωρισμένη χώρα έχει πρωτεύουσα το Αρμπίλ, περίπου 6.500.000 εκατομμύρια κατοίκους και έχει πρόεδρο τον Νετσερβάν Μπαρζανί. Επί Σαντάμ η χώρα ήταν ενωμένη.

Ο Σαντάμ Χουσείν και ο Μπααθισμός

Ο Χουσσείν γεννήθηκε στις 28 Απριλίου του 1937 και ήταν Σουνίτης και μέλος του κόμματος Μπάαθ, που φέρει και την μπααθική ιδεολογία, δηλαδή τον αραβικό εθνικισμό που προωθεί την ανάπτυξη και τη δημιουργία ενός ενιαίου αραβικού κράτους, μέσα από την ηγεσία του κόμματος της πρωτοπορίας για μια προοδευτική επαναστατική κυβέρνηση. Το κόμμα ιδρύθηκε το 1947 με την συγχώνευση του Αραβικού Σοσιαλιστικού κόμματος με το Αραβικό κίνημα Μπάαθ. Είναι μια εκδοχή του Σοσιαλισμού στον Αραβικό κόσμο με έντονα βέβαια τα εθνικιστικά στοιχεία. Το κόμμα κυριάρχησε τόσο στο Ιράκ όσο και στην Συρία, που εκεί αναδείχθηκε ηγέτης ο Αλ Άσαντ, από το 1963 στη Συρία μέχρι την πτώση του γιου του Άσαντ στι 8 Δεκεμβρίου του 2024, και στο Ιράκ από το 1963 μέχρι την πτώση του Σαντάμ το 2003.

Το Ιράκ ανεξαρτητοποιήθηκε το 1932, με ηγέτη του τον μονάρχη Φαϊζάλ Α΄ του Ιράκ, όπου το 1933 έφυγε από την εξουσία για να τον διαδεχθεί ο Γάζι Α’, όπου έμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1939, όπου τον διαδέχθηκε ο Φαϊζάλ Β’, που ήταν και ο τελευταίος βασιλιάς του Ιράκ, όπου δολοφονήθηκε το 1958 μετά το πραξικόπημα που πραγματοποιήθηκε υπό την ηγεσία του στρατηγού Αμπντ αλ-Καρίμ Κασίμ. Ο Κασίμ ανατράπηκε το 1963 από τους συνωμότες του κόμματος Μπάαθ, δυνάμεις του Στρατού και άλλες παναραβικές ομάδες, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Αμπντούλ Σαλάμ Αρίφ. Ο Αρίφ, πρώην σύντροφος του Κασίμ στην επανάσταση του ’58, εκλέχτηκε Πρόεδρος του Ιράκ, αλλά το μεγαλύτερο τμήμα της εξουσίας ασκείτο από τον μπααθιστή πρωθυπουργό της χώρας, τον Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακίρ.

Ο Αρίφ κατάφερε αργότερα ν’ ανακτήσει τον έλεγχο της εξουσίας, διώχνοντας τους μπααθιστές από την κυβέρνηση και κάνοντας πρωθυπουργό τον υποστράτηγο Ταχίρ Γιάχια ατ-Τικρίτι. Συνάμα διόρισε ως αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού τον αδελφό του, στρατηγό Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ. Το φθινόπωρο του ’64, το Μπάαθ επιχείρησε να ανατρέψει τον Σαλάμ Αρίφ, όμως η συνωμοσία αποκαλύφθηκε και οι συνωμότες, μεταξύ των οποίων και ο Σαντάμ Χουσεΐν, συνελήφθησαν.

Τον Απρίλιο του ’66 ο Σαλάμ Αρίφ σκοτώθηκε όταν συνετρίβη (πιθανόν από σαμποτάζ μπααθικών πυρήνων στον ιρακινό στρατό) το αεροπλάνο του στο Νότιο Ιράκ. Η προεδρία του κράτους πέρασε τότε στον αδελφό του, Ραχμάν Αρίφ.

Το 1968, ο Αμπντούλ Ραχμάν Αρίφ ανατράπηκε από το κόμμα Μπάαθ. Ο Αχμέντ Χασάν αλ-Μπακρ έγινε ο πρώτος μπααθιστής πρόεδρος του Ιράκ αλλά το μπααθικό κίνημα βαθμιαία περιήλθε υπό τον έλεγχο του ισχυρού άντρα των μυστικών υπηρεσιών του κράτους, Σαντάμ Χουσεΐν, ο οποίος τον Ιούλιο του 1979 ανήλθε στην προεδρία του Επαναστατικού Συμβουλίου, του ανώτατου εκτελεστικού οργάνου του Ιράκ.

Η διακυβέρνηση του Σαντάμ

Από το 1979 ο Σαντάμ Χουσεΐν επέβαλε στυγνή δικτατορία εισβάλλοντας τον επόμενο χρόνο στο γειτονικό Ιράν, με την υποστήριξη των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ. Ο πόλεμος έληξε το 1988 με αποδοχή του ειρηνευτικού σχεδίου των Ηνωμένων Εθνών. Την ίδια περίοδο καταπνίγηκε ανηλεώς εξέγερση των Κούρδων στη Χαλάμπτζα με χρήση χημικών όπλων.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν θέλοντας να υλοποιήσει τις ιμπεριαλιστικές του βλέψεις σε ένα παναραβικό όραμα αλλά και να αντιμετωπίσει τα οικονομικά του προβλήματα, εισέβαλε στις 2 Αυγούστου 1990 στο Κουβέιτ. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε ως απάντηση οικονομικές κυρώσεις στο Ιράκ και ταυτόχρονα οικονομικό αποκλεισμό. Καθώς ο Σαντάμ Χουσεΐν παρέμενε αμετανόητος, η Επιτροπή Αμυντικού Σχεδιασμού του ΝΑΤΟ αποφάσισε την ενεργό συμμετοχή της Συμμαχίας στην κρίση του Περσικού Κόλπου ενώ, λίγες μέρες μετά, το αμερικανικό Κογκρέσο εξουσιοδότησε τον πρόεδρο Μπους να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία. Παρά τη γαλλοαραβική ειρηνευτική πρωτοβουλία και τις αλλεπάλληλες εκκλήσεις του ΟΗΕ προς τον Σαντάμ Χουσεΐν, ο πόλεμος δε μπόρεσε να αποφευχθεί λόγω της αδιάλλακτης στάσης του Ιρακινού ηγέτη.

Στις 17 Ιανουαρίου του 1991 πραγματοποιήθηκε αιφνιδιαστική αεροπορική επίθεση των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον του Ιράκ με τη Βαγδάτη να βομβαρδίζεται ανελέητα. Το Ιράκ προσπάθησε ανεπιτυχώς να αντεπιτεθεί με τους ξεπερασμένης τεχνολογία πυραύλους «Σκουντ», που τους εκτόξευε κυρίως ενάντια στη Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ, προσπαθώντας ταυτόχρονα να προκαλέσει την αντίδραση του Ισραήλ και την είσοδο στον πόλεμο αραβικών κρατών από μίσος για το Ισραήλ, κλιμακώνοντας έτσι τη σύγκρουση.

Η Τουρκία μπλέχτηκε στον πόλεμο έμμεσα παραχωρώντας στους συμμάχους την αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ, ενώ οι Ιρακινοί για λόγους τακτικής ανατίναζαν πετρελαιοπαραγωγικές εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ. Λίγες μέρες αργότερα κατάφεραν να καταλάβουν την πόλη Χάφτζι στη Σαουδική Αραβία. Στη συνέχεια οι Ιρακινοί, αφού απέρριψαν το ιρανικό ειρηνευτικό σχέδιο, αποδέχθηκαν το σχέδιο ειρήνης που παρουσίασε η Μόσχα αλλά παράλληλα πυρπόλησαν πάνω από 500 πετρελαιοπηγές στο Κουβέιτ. Τις επόμενες ημέρες οι σύμμαχοι εισέβαλαν στο Νότιο Ιράκ και στο Κουβέιτ, ενώ ο Χουσεΐν αποδέχθηκε όλα τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και επιτεύχθηκε τελικά εκεχειρία. Παράλληλα το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ επέβαλε εμπάργκο στην πώληση όπλων στο Ιράκ για όσο ο Χουσεΐν θα βρισκόταν στην εξουσία του Ιράκ.

Ακολούθως, στο εσωτερικό της χώρας ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, αλλά τελικά ο Χουσεΐν επανέκτησε τον έλεγχο του Νότιου Ιράκ από τους σιίτες και ανακατέλαβε το Κιρκούκ. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ πρότεινε τη συγκρότηση και ανάπτυξη ειδικής ειρηνευτικής δύναμης 1.440 ανδρών κατά μήκος των συνόρων Ιράκ-Κουβέιτ και το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση αυτή. Παράλληλα η Διεθνής Αμνηστία κατήγγειλε βασανιστήρια στη διάρκεια της κατοχής του Κουβέιτ.

Ο Σαντάμ Χουσεΐν διέταξε την πλήρη συνεργασία με τους ειδικούς πραγματογνώμονες για τον έλεγχο των πυρηνικών εγκαταστάσεων της χώρας. Όμως τον Σεπτέμβριο του 1991 το Ιράκ συνέλαβε 44 επιθεωρητές του ΟΗΕ, γεγονός που καταγγέλθηκε από τον Αμερικανό Πρόεδρο στο Συμβούλιο Ασφαλείας και τελικά ανάγκασε το Ιράκ να τους απελευθερώσει. Με την προτροπή των ΗΠΑ και το ψήφισμα 687 του ΟΗΕ εφαρμόστηκαν οικονομικές κυρώσεις, ως μέτρο πίεσης για την εγκατάλειψη σχεδίων για κατασκευή όπλων μαζικής καταστροφής. Εξαιτίας αυτού ο πληθυσμός αντιμετώπισε τρομερή έλλειψη τροφίμων και φαρμάκων και γνώρισε εξαθλίωση, φτώχεια και πλήθος ασθενειών.

Η εισβολή των ΗΠΑ το 2003

Το 2001, η αμερικανική κυβέρνηση του Τζωρτζ Μπους τζούνιορ, μετά και τα τρομοκρατικά χτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, κατηγόρησε ευθέως το Ιράκ ότι διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής. Ύστερα από σχετικό τελεσίγραφο, το Ιράκ επέτρεψε την είσοδο επιτροπής ελέγχου και αφοπλισμού του ΟΗΕ (UNMOVIC). Παρόλο όμως που η επιτροπή σε αρχική της αναφορά δεν επιβεβαίωσε την ύπαρξη τέτοιων οπλικών συστημάτων, στις 20 Μαρτίου 2003, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστραλία και η Πολωνία, εισέβαλαν στη χώρα (Επιχείρηση «Σοκ και δέος»). Το Ιράκ τελικώς κατελήφθη χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση την 1η Μαΐου της ίδιας χρονιάς και ο Σαντάμ Χουσεΐν αρχικώς διέφυγε, συνελήφθη όμως αργότερα, δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε.

Η σύλληψη του Σαντάμ και ο θάνατος

Ο Σαντάμ συνελήφθη στις 14 Ιανουαρίου του 2003. Είχε εντοπιστεί από αμερικανικές δυνάμεις σε ένα υπόγειο δωμάτιο στην πόλη Τικρίτ. Οδηγήθηκε σε δίκη στις 5 Νοεμβρίου του 2005, του απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και έναν χρόνο μετά το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο. Τον καταδίκασε σε θάνατο δια απαγχονισμού. Η ποινή εκτελέστηκε μια μέρα σαν σήμερα πριν 18 χρόνια, δηλαδή στις 30 Δεκεμβρίου του 2006, περίπου στις 6 π.μ. τοπική ώρα.

Η ιρακινή τηλεόραση μετά την είδηση του θανάτου του επί χρόνια δικτάτορα, μετέδιδε διαρκώς εικόνες θριάμβου και χαράς από πολίτες που είχαν βγει να πανηγυρίσουν το άδοξο τέλος του σκληρού ηγέτη της χώρας στους δρόμους της Βαγδάτης.

Ο τότε πρωθυπουργός του Ιράκ Νούρι Αλ Μαλίκι είχε δηλώσει ικανοποιημένος που η δικαιοσύνη είχε επιτελέσει το καθήκον της στο όνομα του ιρακινού λαού. Από την πλευρά του ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους είχε κάνει λόγο για «ορόσημο προς την πορεία για τον εκδημοκρατισμό».

Ένας εκδημοκρατισμός που δεν έγινε όμως ποτέ….

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading