Ἀναστάσεως ἡμέρα καίλαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει!

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Λαμπρή!!! Έτσι την ελέμε εμείς στη Νικαριά την γιορτή αυτή…

ΛΑΜΠΡΗ και γεμίζει ο (μέσα και ο έξω) κόσμος φως!

Η λειτουργιά με τα αναστάσιμα τροπάρια τέλειωσε, οι άνθρωποι με τα καλά τους βγήκαν έξω να καλημεριστούν, να φιληθούν με το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! Λαμπρή «μαθών»* σήμερα, νόμος άγραφος: ούλοι στ΄ αυλογύρι!

Μέρα θεού ολόλαμπρη!

Τα μικρά «οπλισμένα» με τις τρακατρούκες των, τα αυτοσχέδια βεγγαλικά των, μέχρι και το ψιλό σύρμα απ΄ το «εργαστήρι» της Μάνας έπαιρναν (κρυφά εννοείται) κι αφού του έβαζαν φωτιά έτρεχαν ελευθερώνοντας σπίθες στον αέρα συμμετέχοντας θορυβωδώς και «φλογερώς» με κάθε τρόπο στην ΑΝΑΣΤΑΣΗ ε! δεν είναι και μικρό πράμα, εδώ που τα λέμε, να πας στον Άδη και να “επιστρέψεις”!

Και να που ο Αόριστος γίνεται Ενεστώτας και ξανά Αόριστος και πάλι Ενεστώτας, ένα ανάκατο παιχνίδι με το χρόνο! και κάπως έτσι οι παιδικές αναμνήσεις στήνουν χορό ανάμεσά μας πάντα απρόσκλητες σε κάθε λύπη και χαρά μας…

Ούλοι λοιπόν μαζεμένοι κάτω απ΄ τον γέρο- Δρυ που στέκει αγέρωχος δίπλα απ΄ την εκκλησιά περιμένοντας να ετοιμαστεί το «μνημόσυνο»: έθιμο παμπάλαιο με το κοινό τραπέζι ανήμερα της Λαμπρής, (βραστό κρέας, κρασί και ψωμί) για όλους τους χωριανούς και για κάθε μουσαφίρη που ενδεχομένως περάσει την μέρα αυτή!

Ανυπομονούν να πάρουν την σειρά των, να καθίσουν στο πελώριο τραπέζι, φτιαγμένο με μεγάλες μακρόστενες τάβλες στηριγμένες σε μαστορικά χτισμένες, για την  περίσταση, πέτρες. Κι ετσεδά η όψη του χωριού σήμερα αλλιώτεψε, οι ψυχές γαλήνεψαν, ηξέχασαν έστω για λίγο θυμούς και κακίες… έφτασε η ώρα που ακούγεται η καμπάνα του Προφήτη Ηλία, αυτή η καμπάνα που έχει συνδεθεί με τα πιο δυσάρεστα αλλά και τα πιο ευχάριστα γεγονότα της ζωής μας! τώρα χτυπά με το γνώριμο ντιν! νταν!

Έτσι βουίζει ως σήμερα στα σωθικά της παιδικής ψυχής και τι δεν φέρνει μαζί του  ο ήχος ετούτος…

Ε! μωρέ νάμουνα πάλι κείνο το μικρό, να πλεκουρώνω το σχοινί της καμπάνας στο χέρι και να το τραβώ μ΄ ούλη μου τη δύναμη σαν τότε…

Γυναίκες κι άντρες μπροστά από το καζάνι  κρατώντας το χωματένιο καυκί* περιμένουν να το γεμίσει ο Γιώργης με ζουμί κι ένα κομμάτι κρέας όσο είχε υπολογίσει για να φτάσει σ΄ ούλους…

Ο Γιώργης στέκει κει μπροστά με την φαρδιά του βράκα στεριωμένη με το γιορτινό φαρδύ ζωνάρι κρατώντας την βαθιά ξύλινη κουτάλα, ακούραστος και πρόθυμος συνεχίζει  την δουλειά του κάνοντας πως δεν προσέχει τα χαχανίσματα των κοριτσών που όλο και στριμώχνονται εκειδά για να τις προσέξει, γιατί οφείλουμε να το μολοήσουμε πως ο Γιώργης ήτο όμορφος πολύ, υψηλός, μαυριδερός με κείνο το παχύ μουστάκι εν ηχόρταινες να τον εκαμαρώνεις!

Ήρτεν η ώρα κι ηκάτσαν ούλοι ένα γύρω, ήρχισεν ο Παπάς να βλογάει και να συγχωράει τους αποθαμένους, ηκάμασιν το λοιπόν έτσι το χρέος των κι οι ζωντανοί. Κατόπιν βάλανε δουλειά τα ξύλινα κουτάλια που για πολλή ώρα ήκουγες μόνο τις ρουφηξιές και τα βαθιά αναγαλιάσματα.

Σε κάποια στιγμή μερικοί έγειραν προς τα πίσω να σηκώσουν τα μεγάλα γεμάτα σιφούνια* σαν να ανασήκωναν εικονίσματα… «αγίων»! (τέτοια ευλάβεια…)

Ο Νικόλας κι ο Κωσταντής δυο άσπονδοι «οχτροί»  κάθουνταν ο ένας αντίκρυ στον άλλον, (είπαμε, Λαμπρή σήμερα)! έλα όμως που αυτοί δεν ξεχνούσαν την έχθρα των, ο λόγος, λέουσιν πως ήτο ένα πεζούλι πίσω στις Ράχες, όποιος προλάβαινε κι ήπιαινε πρώτος ητράβα και την άκρη του κατά πως τον συνέφερε, οι οροί* που βάζανε ποτέ δεν τους έβρισκαν στην θέση τους!

Βλοημένο πράμα το κρασί, ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου, καμιά φορά όμως λωλαίνει και το νου, όπως εκείνη την φορά με το Νικόλα και τον Κωσταντή.   Είχαν σπίξει* ως φαίνεται παραπάνω, πότε ελοξοκοιτάζονταν και πότε σμίγαν οι θωριές των αγριεμένες, εσυντραυλίζονταν ώρα πολλή κι ούλο κοντοζύγωναν ο ένας τον άλλον.

Ξάφνου πα στις μουσικές δοξαριές του κυρ- Παντελή που σκορπούσε (το κατά δύναμη) την χαρά και το κέφι κι ούλοι σε ένα κάβο χόρευαν τον τσαμούρικο*, πετιέται ορθός ο Κωσταντής φωνάζοντας:

Σαν αποθάνω, να με θάψετε εκειδά στην απάνω γωνιά κατά τον Βοριά κι έδειξε με τρόπο ασαφή κάπου προς την αθέατη πλευρά του νεκροταφείου.

Ηντάνε αυτές οι παραγγελιές; Το νεκροταφείο ήτο χωράφι δικό μας κι αυτή η γωνιά που λες είναι δικιά μου, εμένα θα χώσουν εκεί!

Απαντά του, ο Νικόλας:

Η κακή σου μέρα παράτση! εν ημπορείς να κρατήσεις αυτά πούχεις θέλεις κι άλλα…

Παραβάτης είσαι του λόου σου, όσο για την γωνιά ξέχνα την είναι δικιά μου κι άμα θες τράβα και στα δικαστήρια!

Τον κακό σου τον καιρό, τον ντοίχο εγώ βούθησα να τον χτίσουν, λοιπόν η γωνιά δικιά μου, το λέω εδώ Λαμπριάτικα νάχω και μάρτυρες!

Ξεσπά έτσεδά ένα καβγάς μα τι καβγάς! με κόπο τους ησύχασαν.

Μετά από ώρα κι ενώ το κέφι είχε ανάψει, σηκώνεται να χορέψει «μπόρκα» ο Κωσταντής, αρπάζει μια μακριά τάβλα που βρήκε ομπρός του και κρατώντας την στο περαντάρι  έκοβε βότες χορεύοντας… πως του ΄ρχεται και του Νικόλα, ο διάολος τον ησκούντα, σφιχταγκαλιάζει έναν μπουσέ* γεμάτο κρασί (το ΄χαν «παρά πόδας» για εφεδρεία) και δόστου βοτογύριζε και τούτος μες στους ρυθμούς της «μπόρκας».

Σε μια στιγμή, σ΄ ένα γύρισμα του χορού δίνει του μια ο Κωσταντής με την τάβλα πέφτει στο ανάσκελο ο Νικόλας, σπά ο μπουσές, εχύνετο το κρασί, μοσχομύρισε τ΄ αυλογύρι! Μεγάλη ακούστηκε φωνή:

« Την γωνιά θες ακόμα ε; τώρα θα στην δώσω»!

Πιάστηκαν απ΄ τα μπράτσα κι έτσι αγκαλιασμένοι ηπαιέναν παραπατώντας ως την άκρη κάπου εκεί σκόνταψαν κι ηστάξαν κι οι δυο από κάτω, ευτυχώς δεν ηπάθαν τίποτα σοβαρό γιατί ηπέσαν απά στις μαλακιές… φραγκοσυκιές! Ηξεμέθυσαν «μαθών» οχονού* «Παναΐα μου ήντα αγκύλες είναι αυτές»!!! ηκάμασιν θαρρώ καιρό να τις εβγάλουν…

Γελά ακόμα κείνο το μικρό σαν τα θυμάται και τα ανιστορεί, τώρα κοντοζυγώνει  τα 100.. .Πως πέρασαν τόσες  ΛΑΜΠΡΕΣ! Πως πέρασαν τα χρόνια!

Α! όσο για την «γωνιά» δεν υπάρχει πια μήτε αυτή, έσπασαν, βλέπεις, τον τοίχο να ευρυχωρέψει ο χώρος…

Το παρήγορο είναι πως συνεχίζουν να ανταμώνουν οι άνθρωποι στο ίδιο αυλογύρι της ίδιας εκκλησιάς, να στέκονται κάτω από τον ίδιο Δρυ, να περιμένουν μπροστά απ΄ το καζάνι συμμετέχοντας στο «ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ» την ίδια μέρα, την ημέρα της ΛΑΜΠΡΗΣ!!!

____________________________________            

  • «μαθών»βεβαίως
  • καυκί/ πήλινο μικρό πιάτο
  • σιφούνι/ φλασκί ειδικά φτιαγμένο για κρασί
  • ορός/πέτρα που την τοποθετούσαν να οριοθετούν τα κτήματα
  • σπίξει/ πιεί
  • τσαμούρικος / ικαριώτικος χορός βαρύς-δωρικός
  • μπουσές/ κοντόχοντρη μπουκάλα με ψάθινο κάλυμμα
  • οχονού/αμέσως

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading