Γράφει ο Στέφανος Καραπέτης

Ο λόγος του σημερινού άρθρου μου είναι η περίπτωση που ονομάζεται Αλέξης Τσίπρας. Ο τέως πρωθυπουργός 10 χρόνια πριν αποτέλεσε την ελπίδα για την αλλαγή στον τόπο μας. Ήταν ο εκλεκτός της δημοκρατικής παράταξης, ο άνθρωπος που την περίοδο των μνημονίων με την κριτική του απέναντι στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ κατάφερε να κερδίσει τους πολίτες. Ήταν και είναι χαρισματικός, κοσμογυρισμένος, άνθρωπος που εκτιμήθηκε από πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες, με κορυφαία στιγμή ίσως την ημέρα που ο αποδημήσας πάππας Φραγκίσκος αναγνώρισε σε αυτόν τον ανθρωπισμό του και τον πρότεινε για nobel Ειρήνης. Ο Τσίπρας κατά την πρωθυπουργία του έλυσε ένα σημαντικό εθνικό ζήτημα με την συμφωνία των Πρεσπών και βέβαια έβγαλε την Ελλάδα με επίπονο τρόπο βέβαια, από τα μνημόνια, εξασφαλίζοντας παράλληλα την χώρα μας μέχρι το 2030, ότι δεν πρόκειται να μπει ξανά σε παρόμοιο οικονομικό έλεγχο. Πολλά λοιπόν είναι τα θετικά, ωστόσο θα πρέπει να επισημανθούν και τα αρνητικά, και να πάμε και στον Τσίπρα του 2025.
Υπάρχουν πολλά αν, που θα μπορούσαν να αλλάξουν την ροή της ιστορίας και βέβαια και την ίδια του την πολιτική σφραγίδα. Θα μπορούσε στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 να ακούσει τις προτροπές που είχε για να κλείσει τα μνημόνια που παρέλαβε και παράλληλα να διεκδικήσει τα όσα θα μπορούσε να διεκδικήσει από την Tρόϊκα. Αντί αυτού άφησε την διαχείριση του οικονομικού ζητήματος στον Γιάννη Βαρουφάκη, ανέδειξε ως σύμβολα της νίκης του τον Παναγιώτη Λαφαζάνη και την Ζωή Κωνσταντοπούλου και άλλους πολλούς αντιμνημονιακούς, που όταν όμως τους χρειάστηκε, του γύρισαν την πλάτη, και μιλάμε φυσικά για την περίοδο μετά το δημοψήφισμα όπου συμβιβάστηκε με την ιδέα του μνημονίου. Έκανε μια πολιτική στροφή χρήσιμη για τον τόπο μετά το δημοψήφισμα και άκουσε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Αυτό βέβαια που γράφω είναι μια προσωπική άποψη, το αν όντως είναι έτσι τα πράγματα, θα το κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος. Το 2015 αποτελεί πλέον παρελθόν και αντικείμενο μελέτης για τους ιστορικούς. Καλός ή κακός ακολούθησε η περίοδος του δικού του μνημονίου και το τέλος της το 2018.
Το 2018 όμως θα έπρεπε να ακολουθήσει την αριστερή πολιτική, να πάρει έστω και μικρό μέρος του πλεονάσματος και να το δώσει στον λαό. Αντί αυτού άκουσε τον υπουργό οικονομικών του, Ευκλείδη Τσακαλώτο, που του απαγόρευσε να αγγίξει τα χρήματα του πλεονάσματος, αυτά που στην συνέχεια διαχειρίστηκε η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ο Τσίπρας σε όλη του την πολιτική πορεία ήταν εγκλωβισμένος στις φράξιες του κόμματός του και υιοθέτησε την λογική της πρώτης φοράς αριστερά, που όμως δεν ήρθε ποτέ. Όχι λοιπόν δεν ακολούθησε αριστερές πολιτικές ο Τσίπρας όντας στην κυβέρνηση. Ήταν βέβαια ένας ευπρεπής πολιτικός, μαχόμενος εκπρόσωπος μιας γενιάς που ζυμώθηκε στους δρόμους του αγώνα για μια διαφορετική κοινωνία, έξω από τα πρότυπα των δυο κυρίαρχων κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), ωστόσο ερχόμενος στην εξουσία υποτάχθηκε και ακολούθησε πολιτικές που ο ίδιος ασκούσε σκληρή κριτική. Δέχτηκε τους εκβιασμούς και δεν πήρε ποτέ την απόφαση να συγκρουστεί. Αγνόησε πολλά στοιχεία της σύγχρονης πολιτικής και παρόλες τις καλές προθέσεις του έγινε ένα με το σύστημα και έφτασε πλέον στο σημείο να μιλάει το 2025 για δημοκρατικό καπιταλισμό και μάλιστα να το εμφανίζει ως το ανώτατο στάδιο του σοσιαλισμού. Δεν είμαι ο άνθρωπος που μπορώ να κάνω συσχετίσεις μεταξύ των δυο διαφορετικών πολιτικών συστημάτων και αυτό γιατί μου λείπουν αρκετά σημεία από τις θεωρητικές λειτουργίες αυτών, αλλά σίγουρα καπιταλισμός που να μοιάζει με σοσιαλισμό δεν υπάρχει. Υπάρχει βέβαια η κεντρώα λογική που την ασπάζομαι, όπου μπορείς μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα να εισάγεις στοιχεία που προάγει ο σοσιαλισμός προκειμένου να κάνεις αυτό το σύστημα πιο φιλικό προς τον μέσο πολίτη, αλλά η Ελλάδα απέχει πολύ από το μοντέλο της Σουηδίας και άλλων χωρών.
Η Ελλάδα αυτή την στιγμή χρειάζεται δυο βασικά στοιχεία, πρώτον την βελτίωση της λειτουργίας του κράτους, όπου έχουν γίνει βήματα (π.χ gov.gr), και την βελτίωση της λειτουργίας της δικαιοσύνης, όπου ναι εμφανίζει ταξικά χαρακτηριστικά, αφού μπορεί και δίνει μεγάλες ποινές σε ανθρώπους που έχουν κάνει παρανομίες ή εγκλήματα, αλλά δεν έχουν την στήριξη του συστήματος, και να αγνοεί ανθρώπους που βρέθηκαν σε θέσεις ευθύνης και έχουν λειτουργήσει με τρόπο που ζημίωσε τον λαό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα Τέμπη. Το ατύχημα αυτό έγινε διότι το κράτος δεν είχε φροντίσει να υπάρχουν τα κατάλληλα συστήματα ασφαλείας για τα Τραίνα. Οι υπουργοί και άλλοι παράγοντες δυο και πλέον χρόνια μετά το ατύχημα, δεν έχουν βρεθεί ακόμα στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο Αλέξης Τσίπρας θα έπρεπε να βρίσκεται στην προμτωπίδα του αγώνα που δίνουν οι συγγενείς των θυμάτων, το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και για άλλα σκάνδαλα, όπως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ. Με την προσωπικότητά του και την εμπειρία του ως πρωθυπουργός θα μπορούσε να αποδομήσει τον κυβερνώντα, αντί αυτού όμως βρέθηκε σε γεύμα με την Ντόρα Μπακογιάννη. Αντί αυτού κρύβεται πίσω από ένα ινστιτούτο, που διοργανώνει θεωρητικές ημερίδες για θέματα που αφορούν ελάχιστα την πολιτική και τους πολίτες. Και το χειρότερο όλων, οργανώνει παρασκηνιακές διεργασίες που εξευτελίζουν τους διαδόχους του στο κόμμα, όπου το ποσοστό του είναι αποκλειστική ευθύνη Τσίπρα.
Το 2023 είπε πως παραμερίζει για να περάσουν οι επόμενοι. Ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε τον Στέφανο Κασσελάκη για διάδοχό του. Ο Τσίπρας που έλεγε πως είχε παραμερίσει, 30 λεπτά πριν βγει ο Κασσελάκης να μιλήσει στο συνέδριο του κόμματος, έκανε παρέμβαση, όπου ζητούσε να γίνουν ξανά οι εσωκομματικές εκλογές. Εντέλει οι εκλογές δεν έγιναν τότε, ο Κασσελάκης μπόρεσε και κράτησε το κόμμα σε υψηλό ποσοστό, και στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Δεν έφτανε όμως αυτό για τον Τσίπρα, και έτσι ο ίδιος οργάνωσε το εσωκομματικό πραξικόπημα, που πολύ το αναφέρουν ως σταλινική πρακτική, αλλά πιο πολύ για πρακτική δικτατορικών ακροδεξιών καθεστώτων μοιάζει. Το συνέδριο του Μπουζουκτζίδικου ήταν μια δικιά του πατέντα που δεν έχει συμβεί ποτέ σε κόμμα στην Ελλάδα τουλάχιστον. Απέκλεισε τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο και έφερε τον νυν πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, όπου δεν μπορεί να κρατήσει πλέον τις φυγόκεντρες τάσεις στο κόμμα που εκλέχθηκε στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Το 5% που δίνουν οι δημοσκοπήσεις δεν συνιστά αποτίμηση του Φάμελλου, ανεξαρτήτως ποιά είναι η άποψή μου για τον συγκεκριμένο πολιτικό, και η άποψή μου για τον ΣΥΡΙΖΑ του 2025. Όση κριτική και να ασκώ, θέλω να είμαι δίκαιος. Ο Τσίπρας το 2019 πήρε 32% και είχε την ευκαιρία να φτιάξει ένα άλλο κόμμα με άλλα πρόσωπα και άλλες πολιτικές. Αντί αυτού έμεινε ο ΣΥΡΙΖΑ με όλα τα βαρίδια του με αποκλειστική ευθύνη του Τσίπρα, ο λαός το 2023 του έδωσε τον Μάιο το 20,79% και τον Ιούνιο το 17,83%. Ο Μητσοτάκης έγινε παντοκράτορας με το περίφημο 41%, που στην πραγματικότητα βέβαια είναι 40,56%.
Συνετρίβη και έμεινε περίκλειστος στα δικά του τείχη, παραμέρισε για να περάσουν και δεν πήρε την δική του πρωτοβουλία για να φτιάξει τον δικό του πολιτικό φορέα εκείνη την στιγμή, οχυρώθηκε πίσω από το ινστιτούτο του και τα υπόγεια παιχνίδια του. Έτσι έχασε σημαντικό κομμάτι από τους πολιτικούς του φίλους. Στις μέρες μας καθημερινά ακούω για ένα κόμμα που έρχεται όπου θα ηγηθεί ο ίδιος, το κόμμα όμως ακόμα δεν έχει εμφανιστεί. Προφανώς το δικαίωμα το έχει, αλλά η πορεία του το τελευταίο διάστημα, αν και εφόσον φτιαχτεί ο φορέας αυτός, δεν δίνει ελπίδες για μεγάλα ποσοστά. Ο Τσίπρας πέρα του γεγονότος ότι τακιμιάζει με την οικογένεια Μητσοτάκη ζήτησε συγνώμη και στον Γιώργο Παπαπνδρέου και στον Ευάγγελο Βενιζέλο και σε πολλούς άλλους που μετά το 2010, και μέχρι την στροφή του το 2015, απειλούσε ότι θα τους στείλει στην δικαιοσύνη για εγκλήματα κατά του Ελληνικού λαού. Είναι εντυπωσιακή αυτή η στροφή, αφού όντως εκείνη την εποχή έδινε την εντύπωση πως ανεβαίνοντας στην κυβέρνηση θα στείλει όλους αυτούς που υπέγραψαν τα μνημόνια στην φυλακή. Τίποτα από αυτά βέβαια δεν έγινε.
Πολλοί πίστευαν ότι ο Τσίπρας είναι ένας νέος Ανδρέας Παπανδρέου. Ωστόσο ο Ανδρέας αποτελούσε τόσο την αιχμή της αποδόμησης της δεξιάς πολιτικής γενικά, όσο και ο εμψυχωτής του λαού, ακόμα και την περίοδο που ήταν ασθενής. Μέχρι τον θάνατό του, αλλά και μετά, ο Ανδρέας Παπανδρέου αποτελούσε τον φόβο της δεξιάς, που δεν τόλμησε να τον δικάσει όπως επιθυμούσε, γιατί καταλάβαινε την οργή που θα προκαλούσε κάτι τέτοιο στον κόσμο του ΠΑΣΟΚ και γενικότερα της δημοκρατικής παράταξης. Ο Τσίπρας όμως δεν αποτελεί πλέον φόβητρο, έγινε μέρος του συστήματος, που τώρα επιθυμεί να τον βάλει μπροστά για να συγκρατήσει την όση οργή υπάρχει στον κόσμο για την πολιτική της ΝΔ.
Ο Τσίπρας δυστυχώς αποδείχθηκε ένας εγωκεντρικός πολιτικός, που τον νοιάζει μόνο η φήμη του για την εποχή που κυβέρνησε, και για αυτό ζήτησε να βγουν τα πρακτικά μιας σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών την επομένη του δημοψηφίσματος. Θέλει να μας δείξει με αυτόν τον τρόπο ότι δεν πήρε ο ίδιος την απόφαση να υπογράψει το τρίτο μνημόνιο αλλά ήταν μια εθνική γραμμή, που προφανώς συνέστησαν τα τότε κόμματα της αντιπολίτευσης. Αυτό όμως πλέον δεν κολλάει με τις τρέχουσες ανάγκες της χώρας μας. Κανένας δεν ασχολείται με το πως πιέστηκε κάποιος για να υπογράψει το μνημόνιο. Όλοι ασχολούνται με τα αποτελέσματα αυτού, όπου ήταν μια βασική αιτία των προβλημάτων της χώρας εν έτει 2025. Για να μην κλεινόμαστε βέβαια σε μια μόνο εποχή, στα 10 χρόνια από τα γεγονότα, πέρα από το μνημόνιο, ήρθε και η πολιτική της εποχής του Covid-19, που ο Τσίπρας συνυπέγραψε, ήρθε η πολιτική της κυβέρνησης για το ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία, που ο κύριος Μητσοτάκης είπε ότι είναι σε πόλεμο με την Ρωσία, και κανένας δεν αντέδρασε, και βέβαια η πολιτική της στενής σχέσης με το Ισραήλ και όχι η καταδίκη της γενοκτονίας στην Παλαιστίνη. Η Ελλάδα είναι στη σωστή πλεύρά της Ιστορίας κατά τους κυβερνώντες βέβαια, διαλέγοντας την πλευρά του Ζελένσκι και του Νεντιανάχου.
Ας κάνω και ένα όμως σχόλιο για το τι σημαίνει σωστή πλευρά της ιστορίας, όπου δεν υπάρχει σαν πολιτικός όρος. Δεν μπορείς να προβλέψεις νικητές και ηττημένους πριν την λήξη ενός γεγονότος. Όταν ο Μεταξάς είπε το ΟΧΙ στον Μουσολίνι, δεν το είπε σκεφτόμενος ποιός θα είναι ο νικητής του μεγάλου πολέμου, το είπε γιατί ήθελε να αντισταθεί έναντι μιας χώρας που ήθελε να κατακτήσει την Ελλάδα. Αργότερα όταν φτιάχτηκαν οι αντιστασιακές οργανώσεις (ΕΑΜ,ΕΛΑΣ,ΕΔΕΣ κ.τ.λ) οι άνθρωποι που τις απαρτίζαν δεν σκεφτόντουσαν την σωστή πλευρά της ιστορίας, ήθελαν να κάνουν αντίσταση κατά των τριών κατακτητών ( Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία). Ακολούθησε η απελευθέρωση και ο αιματηρός εμφύλιος, όπου οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτόν είχαν τις δικές τους φιλοδοξίες για την χώρα. Κέρδισε η Δύση, γιατί εκεί μας είχαν εντάξει οι δυνάμεις της εποχής με την συμφωνία της Γιάλτας και την λεγόμενη συμφωνία των ποσοστών. Η συμφωνία αυτή έγινε γνωστή επί δικτατορίας, πολλά χρόνια μετά τα γεγονότα. Οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού στρατού αργότερα δεν ήξεραν τον νικητή, απλά δίναν τον δικό τους αγώνα για τα δικά τους πιστεύω, τα οποία εντέλει δεν επικράτησαν. Άρα η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι μια πολιτική μπαρούφα. Επιλέγεις την πλευρά που ευνοεί την χώρα σου, ο Μητσοτάκης προφανώς θεωρεί ότι η πλευρά που ευνοεί την χώρα μας είναι η πολιτική της ΕΕ. Δεν κατηγορείται βέβαια για αυτό, γιατί η Ελλάδα είναι μέρος αυτού του υπερεθνικού οργανισμού, αλλά δε σημαίνει ότι ντε και καλά ο νικητής στο γεωπολιτικό παιχνίδι θα είναι η δύση. Η Τουρκία έχει επιλέξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή, και αυτό βέβαια τις έχει δώσει πολλά προνόμια. Ο Ερντογάν μπορεί να συνομιλεί και με τον Τραμπ και με τον Πούτιν και βέβαια να κερδίζει όσα μπορεί για την χώρα του μέσω αυτών των συνομιλιών. Ο Τσίπρας θα έπρεπε λοιπόν μέσα στις θεωρητικές προσεγγίσεις που εμφανίζει στο ίδρυμά του να βάζει και αυτή την παράμετρο, πως η Ελλάδα δηλαδή κινδυνεύει να μείνει στο περιθώριο με την στρατηγική του αξιόπιστου και σταθερού συμμάχου χωρίς όμως να ζητά τα ανταλλάγματα.
Είναι ντροπή που από τους πρώην πρωθυπουργούς μόνο οι δύο που ήταν πρόεδροι της ΝΔ, Σαμαράς-Καραμανλής, βλέπουν ότι η στάση της κυβέρνησης στα γεωπολιτικά ζητήματα είναι προβληματική. Αυτά που έχουν πει σε δημόσιες ομιλίες τους πάνω σε αυτά τα ζητήματα έπρεπε να είναι η προμετωπίδα του πολιτικού λόγου του Αλέξη Τσίπρα. Εν αντιθέσει όμως ο Τσίπρας στην κριτική του δεν εστιάζει καθόλου σε αυτό το ζήτημα, έτσι αποδέχεται και αυτός την θεωρία της σωστής πλευράς της ιστορίας. Τα ζητήματα λοιπόν που πρέπει να απαντήσει είναι πάνω στα ζητήματα που αφορούν την γεωπολιτική στάση της χώρας μας, δηλαδή την εξωτερική πολιτική, τα μέτρα που πρέπει να λάβει η χώρα μας για την εισβολή των μεταναστών, τα οικονομικά ζητήματα και ιδίως το πρόβλημα που αφορά την υπερφορολόγηση των πολιτών, που και ο ίδιος επέβαλλε. Επίσης πρέπει να μιλήσει ανοιχτά για τα ζητήματα που αφορούν την δικαιοσύνη, όπου είναι ένας από τους πιο αργούς θεσμούς στην χώρα μας. Εν έτει 2025 για παράδειγμα η δικαιοσύνη επέβαλλε την τελική ποινή στον ειδικό φρουρό Κορκονέα για έγκλημα που διέπραξε το 2008. Με την δικαιοσύνη το βασικό πρόβλημα δεν είναι οι αποφάσεις της, που κάποιες φορές είναι προβληματικές, αλλά η ταχύτητα αυτών. Υπάρχουν δικαστικές υποθέσεις που η τελική απόφαση μπορεί να εκδοθεί και 15 και 20 χρόνια μετά, και αυτό συνιστά τεράστια ταλαιπωρία για τους πολίτες. Το θέμα της ταχύτητας λύνεται μόνο με ριζικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας της και τοποθέτηση ακόμη περισσότερων δικαστών. Βέβαια υπάρχουν και άλλα ζητήματα όπως αυτό της παιδείας, της υγείας και της άμυνας αλλά στην παρούσα φάση δεν θέλω να γράψω για αυτά τα ζητήματα. Σε αυτά πρέπει να απαντήσουν τα κόμματα και βέβαια ο Αλέξης Τσίπρας.
Όσο για την διάσκεψη του 2015 αφού ο πρόεδρος της δημοκρατίας αρνήθηκε να δημοσιεύσει τα πρακτικά ας δώσει την δική του απάντηση στο σχόλιο ενός εκ των πολιτικών αρχηγών που ήταν σε εκείνη την διάσκεψη, του Σταύρου Θεοδωράκη, όπου έγραψε ότι ο κύριος Τσίπρας εκείνη τη μέρα βρέθηκε σε πάρα πολύ δύσκολη θέση και αποδέχθηκε τις απόψεις της αντιπολίτευσης, αποδέχθηκε την ουσία, ότι ήταν ένα αχρείαστο δημοψήφισμα, που θα μας έβγαζε από την Ευρώπη.
Η Ιστορία δείχνει ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης είχε δίκιο, το δημοψήφισμα ήταν αχρείαστο, και είχε μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα, ο Τσίπρας εκείνη την ημέρα έκανε αυτό που ήταν πολιτικά ορθό, η επιλογή του ήταν νόμιμη και εθνικά ωφέλιμη από την στιγμή που δεν προέκυψε έξοδο από την ΕΕ, αλλαγή νομίσματος και άλλες πολλές επιλογές που θα ζημιώναν την χώρα ανεπανόρθωτα. Για να μπορέσει η χώρα μας, αν το επιθυμεί βέβαια, να βγει από την ΕΕ και το Ευρώ πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, όπου θα αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα και την οικονομική της αυτοτέλεια, θα αυξήσει την εσωτερική παραγωγή, θα μειώσει τις εισαγωγές προϊόντων. Αυτό μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει και για αυτό πρέπει να παραμείνει ως εθνικό νόμισμα το Ευρώ. Μπορεί οι τάσεις της εποχής εκείνης που υπήρχαν στον ΣΥΡΙΖΑ να επιθυμούσαν την ρήξη, αλλά αυτό το είχαν μόνο ως θεωρία, δεν υπήρχε κανένα σχέδιο, παρόλα αυτά ο Τσίπρας για ένα εξάμηνο ήταν έρμαιο αυτών των τάσεων. Το 2019 που θα μπορούσε να φτιάξει μια νέα πολιτική οντότητα παρέμεινε έρμαιο των τάσεων και εντέλει έχασε όχι μόνο τις εκλογές αλλά και την αίγλη του. Λένε πολλοί πολιτικοί του φίλοι ότι όλοι εμείς που ήμασταν στο πλευρό του και πλέον κρίνουμε αρνητικά την παρουσία του, φοβόμαστε. Θα τους απαντούσαμε ότι δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα, και αν όντως σκέφτεται την επιστροφή του στην πολιτική σκηνή θα την επικροτήσουμε, αλλά πριν την μεγάλη επιστροφή καλό θα ήταν ο ίδιος να κάνει την αυτοκριτική του και να ωριμάσει πολιτικά. Ικανότητες έχει, κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό, το πρόβλημα του όμως είναι ο εγωκεντρισμός του που πρέπει να τον απωλέσει και το να συμβαδίσει η πολιτική του με τις ανάγκες της κοινωνίας στο σήμερα.
Θα τολμήσω να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα ακόμα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έφυγε από την πολιτική σκηνή το 1963 ως αυτοεξόριστος στην Γαλλία. Στο Παρίσι έμεινε μέχρι το 1974 με ελάχιστες πολιτικές παρεμβάσεις. Κυβέρνησε την Ελλάδα τα έτη 1955-1963 με πληθώρα λαθών, ωστόσο μένοντας 11 χρόνια εκτός πολιτικής γύρισε με μια τεράστια ωριμότητα και έκανε τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόταν η χώρα μετά την δικτατορία και έτσι έμεινε στην ιστορία ως εθνάρχης. Για να επιστρέψει λοιπόν στην πολιτική ο Τσίπρας και να μη εξευτελιστεί βέβαια θα πρέπει να αποκτήσει μια παρόμοια σοφία, να κάνει την αυτοκριτική του, να μιλήσει με τον λαό και να φτιάξει ένα νέο πολιτικό συμβόλαιο αποδεχόμενος όλα του τα λάθη και τις παραλείψεις. Η ωριμότητα βέβαια σημαίνει και ρήξεις σοβαρές και όχι κενού περιεχομένου με το κατεστημένο σύστημα της οικογένειας. Προς το παρόν πάντως βλέπω τους εναγκαλισμούς του με τους προγενέστερους πολιτικούς εχθρούς του. Αυτό τον κάνει έναν άνθρωπο αναξιόπιστο που έχει τελειώσει πολιτικά. Αν ήμουν στην θέση του θα εξαφανιζόμουνα από την πολιτική σκηνή και θα αναλάμβανα πρωτοβουλία μετά από μια πενταετία τουλάχιστον όπου θα εμφανιζόμουν ως η απαραίτητη λύση για τον τόπο.
Είναι κρίμα πάντως όπου δεν υπερασπίζεται το πολιτικό κεφάλαιο που άφησε στον τόπο. Έγιναν πολλά λάθη, αλλά οι πολιτικές του έβγαλαν την χώρα από το αδιέξοδο. Τα μεγάλα λάθη όμως δεν έγιναν την περίοδο 2015-2019 που κυβέρνησε, αλλά την περίοδο 2019-2025 όπου έγινε έρμαιο των τάσεων που δεν μπόρεσε ποτέ να επιβληθεί. Τώρα ο Φάμελλος μας είπε ότι δεν θα υπάρχουν πλέον τάσεις στο κόμμα του, δεν ξέρω αν θα συμβεί, αλλά πλέον είναι αργά, το κόμμα αυτό πέρασε στην ιστορία και δεν έχει καμία ελπίδα για το μέλλον, το 5% που δίνουν οι δημοσκοπήσεις είναι μεγάλο ποσοστό, πιστεύω πως στις επόμενες εκλογές όποτε και αν γίνουν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι εκτός βουλής και απλά θα μπει και τυπικά η σφραγίδα της διάλυσής του. Ο Τσίπρας βέβαια το γνωρίζει αυτό και για αυτό έχει αφήσει να εννοηθεί ότι θα φτιάξει κόμμα. Το τι πρέπει όμως να κάνει για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κόσμου είναι το μεγάλο ζήτημα που πρέπει να τον απασχολήσει. Προφανώς θα ασχοληθώ ξανά με το θέμα ανάλογα με τις πολιτικές εξελίξεις.
![]()