Σήμερα είναι η μαύρη επέτειος του πραξικοπήματος στην Κύπρο που άνοιξε τον δρόμο για την Τουρκική εισβολή στο νησί. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε σε μια στιγμή όπου ήταν ασταθής τόσο για το νησί όσο και για την Ελλάδα.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ιδρυθεί το 1960 και μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963 οι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν σε θύλακες, ενώ στο νησί δρούσαν παραστρατιωτικές οργανώσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Εθνικιστών και παραστρατιωτικών. Το 1967 ανέβηκε στην εξουσία στην Ελλάδα η δικτατορία υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Λίγους μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1967 έγινε η μάχη της Κοφίνου με την κωδική ονομασία “Επιχείρηση Γρόνθος”, όπου η εθνική φρουρά σε συνεργασία με την αστυνομία της Κύπρου στράφηκε ενάντια των τουρκοκυπριακών θυλάκων της Κοφίνου και του Αγίου Θεόδωρου. Το αποτέλεσμα ήταν η Τουρκική πολεμική αεροπορία να βομβαρδίσει στόχους εντός της Κύπρου και το Τουρκικό Πολεμικό Ναυτικό να εισέλθει εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σκοτώθηκαν 24 Τούρκοι και υπήρξαν 9 τραυματίες, ενώ από την άλλη πλευρά σκοτώθηκε ένας Έλληνας και υπήρξαν δύο τραυματίες. Στην επιχείρηση πρωτοστάτης ήταν ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας, όπου ανακλήθηκε από το νησί μαζί με την Ελληνική μεραρχία που έκανε τις καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον των Τουρκικών θυλάκων. Υπήρξε λοιπόν μια μεγάλη περίοδο εμφύλιας διαμάχης πάνω στο νησί και η Τουρκία απειλούσε με εισβολή έχοντας ήδη έτοιμα τα σχέδια για την διχοτόμηση του νησιού.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν σε σύγκρουση με το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα, ενώ αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από τις ΗΠΑ. Θεωρείτω ως ο “Κάστρο της Μεσογείου”, ενώ από τη μια μιλούσε για την πολιτική των Αδεσμεύτων και από την άλλη χαρακτήριζε τους πολέμιούς του ως “νεκροθάφτες της Ενώσεως”. Στην Κύπρο υπήρχαν Έλληνες στρατιωτικοί και στρατιώτες τόσο ως ξεχωριστή δύναμη (Ελληνική Δύναμη Κύπρου (ΕΛΔΥΚ)) όσο και εντός της Εθνικής Φρουράς. Στην πραγματικότητα όμως οι ΗΠΑ δεν ήθελαν με τίποτε στρατιωτική σύγκρουση (πόλεμο) μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ, δηλαδή της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι ΗΠΑ ήθελαν εξομάλυνση της κατάστασης στην περιοχή, άμεση διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος με απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Μακάριου και υποστήριξαν παρασκηνιακά μέσω της CIA το σχέδιο για ελληνικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία και πιόνια τους κάποιες ηγετικές προσωπικότητες και οργανώσεις από όλες τις πλευρές.
Το 1971 υπό άκρα μυστικότητα, επέστρεψε στην Κύπρο ο Γρίβας και ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β ως μοχλό πιέσεως ενάντια του Μακαρίου για να τον κάνει να αλλάξει γνώμη για το Κυπριακό και να επιστρέψει στην αρχική του θέση της Αυτοδιοικήσεις και ενώσεως με την Ελλάδα. Η ΕΟΚΑ Β δεν ανέτρεψε τον Μακάριο αλλά άνοιξε έναν νέο κύκλο βίας ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους από το 1971 μέχρι το 1974.

Στις 15 Ιουλίου του 1974 σε ένα νησί που είχε μειωθεί δραματικά ο αριθμός των Ελλήνων στρατιωτών μετά τα γεγονότα της Κοφίνου και με συμφωνίες που είχε κάνει το καθεστώς Παπαδόπουλου εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο, από την Εθνική Φρουρά. Στην Ελλάδα στην θέση του Παπαδόπουλου είχε έρθει ο Ιωαννίδης μετά το πραξικόπημα που έκανε στις 23 Νοεμβρίου του 1973, λίγες ημέρες μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος κατάφερε και διέφυγε προς την Πάφο, πρόεδρος τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών που στη συνέχεια ανακήρυξε την “Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου”. Ο Μακάριος μέσω Μάλτας και Λονδίνου έφτασε στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Εκεί, κατήγγειλε τη χούντα των Αθηνών για την εισβολή.
Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία επικαλούμενη το άρθρο 4 της συνθήκης Εγγυήσεων, εισέβαλε στην Κύπρο. Ουσιαστικά έκανε στρατιωτική αποβίβαση, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις από την ελληνοκυπριακή πλευρά, λόγω και των διαβεβαιώσεων που είχαν οι Τούρκοι κατά το προηγούμενο διάστημα.
Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμψών προ της διαφαινόμενης κατάρρευσης παραιτήθηκε, όπως και το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα. Όμως τα γεγονότα στην Κύπρο συνέχισαν να ξετυλίγονται και με μια δεύτερη επιχείρηση, τον Ατίλλα ΙΙ, τον Αύγουστο του ιδίου έτους, η Τουρκία κατέλαβε το 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκτόπισε 180 χιλιάδες Κύπριους (άλλες 20.000 παρέμειναν εγκλωβισμένοι), ενώ συνολικά σκοτώθηκαν περίπου 3.000 ελληνοκύπριοι.
Το ζήτημα της Κύπρου από τότε μέχρι σήμερα παραμένει άλυτο. Ο Μακάριος επέστρεψε στο νησί τον Δεκέμβριο του 1974, απένειμε χάρη στους πραξικοπηματίες και μέλη της ΕΟΚΑ Β. Ωστόσο ο στρατηγός Γρίβας μαζί με κάποια μέλη της ΕΟΚΑ Β συνέχιζε τον αγώνα του. Εντέλει όμως ο Γρίβας πέθανε στις 27 Ιανουαρίου του 1974 από καρδιακή ανακοπή στο κρησφυγετό του και σε ηλικία 76 ετών. Θάφτηκε με τιμές αλλά η κυβέρνηση του Μακαρίου δεν παρεβρέθηκε στην κηδεία.
Ο Νίκος Σαμψών δεν δικάστηκε αμέσως λόγω της αμνηστείας ωστόσο το 1975 ξεκίνησε η δίκη του πραξικοπηματία. Το 1976 κρίθηκε ένοχος για συνεργασία σε πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και για σφετερισμό του αξιώματος του προέδρου της δημοκρατίας κατά το διάστημα από τις 15 μέχρι και τις 23 Ιουλίου του 1974, κατηγορίες τις οποίες είχε αποδεχτεί και ο ίδιος, και του επιβλήθηκε εικοσαετής ποινή φυλάκισης με βάση τα άρθρα 20, 21 και 40 του ποινικού κώδικα. Ο Σαμψών δήλωσε στο δικαστήριο πως δεν μετάνιωνε για τις πράξεις του και πως έδρασε με γνώμονα την εξυπηρέτηση της πατρίδας του.
Περίπου τρία χρόνια αργότερα, στις 21 Απριλίου του 1979, με διάταγμα του τότε προέδρου της κυπριακής δημοκρατίας, Σπύρου Κυπριανού, πραγματοποιήθηκε προσωρινή αναστολή της ποινής του Σαμψών για λόγους υγείας. Συγκεκριμένα, έπειτα από εξέταση στην οποία υποβλήθηκε από γιατρούς από την Ελλάδα, τις ΗΠΑ και την Κύπρο, διαγνώστηκε επιδείνωση της υγείας του (ο Σαμψών υπέφερε από αιμοπτύσεις) και κρίθηκε απαραίτητη η άμεση μετάβασή του σε κλινική του εξωτερικού για θεραπεία.
Η αναστολή της ποινής είχε αρχικά εξάμηνη διάρκεια, η οποία στην πορεία διπλασιάστηκε, και έγινε αφού πρώτα ο Σαμψών υπέγραψε δήλωση με την οποία υποχρεούτο μετά την απόλυσή του από τις φυλακές να εγκαταλείψει άμεσα την Κύπρο και να μην επανέλθει μέχρι την αποπεράτωση της θεραπείας και να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του με την επιστροφή του από το εξωτερικό, μετά την αποθεραπεία.
Ο Σαμψών μετέβη αρχικά για ιατρική παρακολούθηση στο Μόναχο της Δυτικής Γερμανίας και αργότερα στη Γαλλία όπου και παρέμεινε ως το 1990 παρά το γεγονός ότι ο πρόεδρος Σπύρος Κυπριανού είχε άρει από τον Δεκέμβριο του 1980 το διάταγμα της προσωρινής αναστολής που του είχε παρασχεθεί το 1979 και ταυτόχρονα τον καλούσε να επιστρέψει στην Κύπρο για να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η κυπριακή κυβέρνηση, ο Σαμψών στο διάστημα της μέχρι τότε απουσίας του όχι μόνο δεν είχε υποβληθεί σε θεραπεία αλλά ταυτόχρονα συνδεόταν (σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της κυπριακής κυβέρνησης) και με παράνομες δραστηριότητες.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εξωτερικό, μεταξύ άλλων υποστήριξε ότι την 17η Ιουλίου 1974, τρεις ημέρες πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο μυστική συνάντηση μεταξύ του Μακαρίου και Μπουλέντ Ετσεβίτ.
Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1991 γύρισε στην Κύπρο και τέθηκε υπό κράτηση, αλλά το 1992 του απονεμήθηκε χάρη και αποφυλακίστηκε γυρνώντας παράλληλα στον δημοσιογραφικό χώρο. Άρχισε να εκδίδει δυο ημερήσιες εφημερίδες την «Μάχη» και την «Νίκη» καθώς και μια εβδομαδιαία το «Θάρρος». Εντέλει πέθανε τον Μάϊο του 2001 και η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στα γραφεία της εφημερίδας «Μάχη», γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση του ΑΚΕΛ που με ανακοίνωση υποστήριξε πως ο Σαμψών λόγω της συμπεριφοράς του κατά το πραξικόπημα δεν άξιζε την τιμή λαϊκού προσκυνήματος. Στην κηδεία του ωστόσο παρευρέθηκε ο πρόεδρος του ΔΗΣΥ Νίκος Αναστασιάδης καθώς και αρκετοί βουλευτές και στελέχη του κόμματος ενώ στη νεκρώσιμο ακολουθία χοροστάτησε ο τότε αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Α.
Οι συμφωνίες μετά την κατοχή της Κύπρου και οι προσπάθειες
Στις 12 Φεβρουαρίου του 1977 συνομολογήθηκε η Συμφωνία Μακαρίου-Ντενκτάς, κατά την οποία έγινε αποδεκτή η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία όπου θα έθετε τα θεμέλια για την εξεύρεση λύσης στο κυπριακό.Ο Μακάριος απεβίωσε στις 3 Αυγούστου του 1977, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 63 ετών. Στι 3 Σεπτεμβρίου του 1977 την θέση του προέδρου πήρε ο Σπύρος Κυπριανού, θέση που έμεινε μέχρι το 1988. 3ος πρόεδρος της Κύπρου εκλέχθηκε ο Γεώργιος Βασιλείου (1988-1993) και στη συνέχεια ο Γλαύκος Κληρίδης (1993-2003). Ο Τάσος Παπαδόπουλος ανέλαβε την προεδρία το 2003 και το 2004 επί προεδρίας του η Κύπρος έγινε μέλος της ΕΕ. Είχε προηγηθεί το σχέδιο Ανάν όπου ο Παπαδόπουλος αντιτάχθηκε. ‘Εγινε δημοψήφισμα τόσο στην Ελληνοκυπριακή κοινότητα όσο και στην Τουρκοκυπριακή. Απορρίφθηκε από τους Ελληνοκυπρίους με ποσοστό 75,83%, ενώ οι Τουρκοκύπριοι το ψήφισαν με ποσοστό 64,91%. Το σχέδιο Ανάν ήταν και η τελευταία προσπάθεια για εξεύρεση λύσης στο ζήτημα.
Το 2008 ανέλαβε την προεδρία της Κύπρου ο Δημήτρης Χριστόφιας (ΓΓ του ΑΚΕΛ). Ο τότε πρόεδρος της Κύπρου έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της προεδρίας του την επίλυση του Κυπριακού στη βάση της Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας και στο πλαίσιο των αποφάσεων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Επιδίωξε άμεση επανέναρξη των συνομιλιών, κάτι που έγινε τον Σεπτέμβριο του 2008. Ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ήταν ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ο Δημήτρης Χριστόφιας και ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ κατέληξαν στις συγκλίσεις Χριστόφια – Ταλάτ, οι οποίες αφορούσαν συμφωνίες σε σημαντικά ζητήματα όπως ο τρόπος άσκησης της εκτελεστικής εξουσίας, τα νομοθετικά σώματα, η δικαστική εξουσία και οι αρμοδιότητες της ομόσπονδης κυβέρνησης. Το 2010 ηγέτης των Τουρκοκυπρίων αναδείχθηκε ο Ντερβίς Έρογλου. Οι συνομιλίες συνεχίστηκαν με τον Έρογλου στη θέση του Ταλάτ αλλά κατέληξαν σε αδιέξοδο.
Το 2013 την προεδρία ανέλαβε ο Νίκος Αναστασιάδης, την εποχή του το Κυπριακό παρέμεινε στάσιμο χωρίς ιδιαίτερες πρωτοβουλίες από μεριάς του. Το 2023 ανέλαβε ο Νίκος Χριστοδουλίδης που είναι και ο νυν πρόεδρος της Κύπρου.
Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, δήλωσε ότι πρωταρχικός του στόχος είναι η εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό. Προκειμένου να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο πλευρών, ζήτησε τον διορισμό Ειδικού Αντιπροσώπου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ . Η πρότασή του έγινε δεκτή από τον Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος διόρισε τη διπλωμάτη Μαρία Άνχελα Χολγκίν, με στόχο τη διευκόλυνση της διπλωματικής διαδικασίας. Η Μαρία Άνχελα Χολγκίν έφτασε στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2024, έχοντας ήδη συναντηθεί με τον Κόλιν Στιούαρτ (Ειδικός Αντιπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα στην Κύπρο και επικεφαλής της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο) και σχεδιάζει επισκέψεις στις εγγυήτριες χώρες Ελλάδα, Τουρκία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Στις 17-18 Μαρτίου του 2025, στη Γενεύη, πραγματοποιήθηκε Άτυπη Διευρυμένη Συνάντηση για το Κυπριακό με πρωτοβουλία του Αντόνιο Γκουτέρες και τη συμμετοχή του Νίκου Χριστοδουλίδη, του Ερσίν Τατάρ, του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας Γιώργου Γεραπετρίτη, του Υπουργού Εξωτερικών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν και του Υφυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική Στίβεν Ντόιτι. Με τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη, στις εργασίες της βρέθηκαν ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, η Υφυπουργός για Ευρωπαϊκά Θέματα Μαριλένα Ραουνά, ο Ελληνοκύπριος Διαπραγματευτής για το Κυπριακό Μενέλαος Μενελάου, η Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Μαίρη-Ανν Σταυρινίδου και ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης. Κατά τη διάρκεια της Άτυπης Διευρυμένης Συνάντησης για το Κυπριακό, πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου, με τη συμμετοχή του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, των αρχηγών των κοινοβουλευτικών κομμάτων Αννίτας Δημητρίου, Στέφανου Στεφάνου, Νικόλα Παπαδόπουλου, Μαρίνου Σιζόπουλου, Μάριου Κάρογιαν και Κυριάκου Τσιμίλλη, του Υπουργού Εξωτερικών Κωνσταντίνου Κόμπου, της Υφυπουργού για Ευρωπαϊκά Θέματα, Μαριλένα Ραουνά, του Σύμβουλου Εθνικής Ασφάλειας Τάσου Τζιωνή και του Γενικού Εισαγγελέα Γιώργου Σαββίδη.
Κατά τη διάρκεια της Άτυπης Διευρυμένης Συνάντησης για το Κυπριακό, η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα απέστειλαν κοινή επιστολή προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, δηλώνοντας την προσήλωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις προσπάθειες για επανένωση του νησιού εντός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών στη βάση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών.Το αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών αυτών ακόμα αναμένεται.
![]()