
Στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου 1955, η Κωνσταντινούπολη βυθίστηκε σε μια νύχτα τρόμου που έμεινε γνωστή ως Σεπτεμβριανά. Επρόκειτο για μια οργανωμένη και βίαιη επίθεση κατά της ελληνικής κοινότητας της Πόλης, η οποία για αιώνες αποτελούσε θεμέλιο της ζωής και της ταυτότητας της πόλης.
Η αφορμή στάθηκε μια ψεύτικη είδηση για έκρηξη στο σπίτι όπου είχε γεννηθεί ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Το γεγονός χρησιμοποιήθηκε για να πυροδοτήσει εθνικιστικά πάθη. Όμως, η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο βαθιά: οι επιθέσεις δεν ήταν αυθόρμητες, αλλά προετοιμασμένες. Μέσα σε λίγες ώρες, πλήθη καθοδηγημένα και εξοπλισμένα επιτέθηκαν σε ελληνικά σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες και κοιμητήρια.
Τα στοιχεία της καταστροφής είναι συγκλονιστικά:
- Χιλιάδες επιχειρήσεις λεηλατήθηκαν.
- Δεκάδες εκκλησίες πυρπολήθηκαν.
- Τάφοι βεβηλώθηκαν.
- Γυναίκες βιάστηκαν και άνθρωποι ξυλοκοπήθηκαν μέχρι θανάτου.
Η ελληνική παρουσία στην Κωνσταντινούπολη, που κάποτε ξεπερνούσε τις εκατοντάδες χιλιάδες, δέχθηκε καίριο πλήγμα. Οι Σεπτεμβριανές επιθέσεις δεν κατέστρεψαν μόνο περιουσίες αλλά και την αίσθηση ασφάλειας και ρίζας. Πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τα επόμενα χρόνια, σε ένα κύμα φυγής που αποδυνάμωσε οριστικά την ιστορική ομογένεια.
Για την Τουρκία, το γεγονός παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια του 20ού αιώνα. Για την Ελλάδα, ήταν ένα τραύμα που έφερε ξανά στην επιφάνεια την αίσθηση της αβεβαιότητας γύρω από την τύχη των μειονοτήτων.
Τα Σεπτεμβριανά δεν ήταν απλώς μια νύχτα βίας. Ήταν η κορύφωση μιας πολιτικής που έβλεπε τις μειονότητες ως εμπόδιο και όχι ως κομμάτι της κοινωνίας. Το τραύμα τους παραμένει ζωντανό στη μνήμη των απογόνων των Ελλήνων της Πόλης, ως υπενθύμιση ότι οι δεσμοί με την Ιστορία μπορούν να σπάσουν απότομα, αφήνοντας πίσω ερείπια και πληγές που δύσκολα επουλώνονται.
Η βία που εκδηλώθηκε εκείνες τις μέρες δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα οργής, αλλά το αποτέλεσμα πολιτικών, κοινωνικών και διεθνών συγκυριών που συσσωρεύονταν για χρόνια.
Ιστορικό υπόβαθρο
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Τουρκία προσπάθησε να βρει ισορροπία ανάμεσα στη Δύση και στη Σοβιετική Ένωση, εντασσόμενη τελικά στο ΝΑΤΟ. Την ίδια περίοδο, το Κυπριακό ζήτημα φούντωνε, με τους Έλληνες της Κύπρου να διεκδικούν ένωση με την Ελλάδα. Η Άγκυρα θεώρησε την ελληνοκυπριακή κινητοποίηση απειλή για τα συμφέροντά της και επιχείρησε να καλλιεργήσει εθνικιστικό κλίμα στο εσωτερικό της.
Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, παρότι είχαν συμβάλει καθοριστικά στην οικονομία και στον πολιτισμό της πόλης, θεωρούνταν «ξένο σώμα» από τμήμα της τουρκικής κοινωνίας. Το κράτος είχε ήδη δείξει σημάδια εχθρικής στάσης με τον Φόρο Περιουσίας του 1942, που στόχευσε δυσανάλογα τις μειονότητες. Τα Σεπτεμβριανά ήρθαν ως συνέχεια αυτής της πολιτικής περιθωριοποίησης.
Τα γεγονότα
Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 οργανωμένες ομάδες μεταφέρθηκαν με λεωφορεία και φορτηγά σε ελληνικές συνοικίες. Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και τη νύχτα προς τις 7 Σεπτεμβρίου. Καταστήματα, σπίτια, εκκλησίες και κοιμητήρια βανδαλίστηκαν ή καταστράφηκαν. Οι υλικές ζημιές ανήλθαν σε τεράστια κλίμακα, ενώ υπήρξαν βιασμοί, ξυλοδαρμοί και δολοφονίες.
Οι επιτιθέμενοι είχαν λίστες με ελληνικές περιουσίες, ενώ η αστυνομία και οι αρχές κράτησαν παθητική στάση. Αυτό ενίσχυσε την πεποίθηση ότι το κράτος όχι μόνο ανέχθηκε, αλλά και καθοδήγησε τις επιθέσεις.
Οι νεκροί, οι βιασμοί και οι καταστροφές
Στα Σεπτεμβριανά του 1955, ο αριθμός των νεκρών παραμένει αμφιλεγόμενος λόγω της σκόπιμης συγκάλυψης από τις τουρκικές αρχές. Ωστόσο οι επίσημες τουρκικές ανακοινώσεις μίλησαν για μόλις 11 νεκρούς. Ωστόσο, μαρτυρίες και ανεπίσημες καταγραφές κάνουν λόγο για δεκάδες ή και εκατοντάδες θύματα, καθώς υπήρξαν πολλοί βιασμοί, ξυλοδαρμοί και τραυματισμοί που δεν δηλώθηκαν ποτέ επίσημα. Πολλοί ιστορικοί τονίζουν ότι ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων παραμένει άγνωστος, μιας και αρκετοί θάνατοι είτε αποσιωπήθηκαν είτε δεν καταγράφηκαν ποτέ.
Καταστράφηκαν σύμφωνα με όσα καταγράφτηκαν αργότερα ολοσχερώς 1.004 σπίτια, ενώ περίπου 2.500 υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Επίσης, καταστράφηκαν 4.348 καταστήματα, 27 φαρμακεία, 26 σχολεία, 5 πολιτιστικοί σύλλογοι, οι εγκαταστάσεις 3 εφημερίδων, 12 ξενοδοχεία, 11 κλινικές, 21 εργοστάσια, 110 ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια, 73 εκκλησίες λεηλατήθηκαν ή πυρπολήθηκαν, ενώ συλήθηκαν πολλοί τάφοι σε 2 κοιμητήρια, όπως και οι τάφοι των Πατριαρχών στη Μονή Μπαλουκλή.
Οι Έλληνες που έζησαν τα γεγονότα μιλάνε για 16 νεκρούς Έλληνες και έναν Αρμένιο ενώ υπήρξαν και 200 βιασμοί γυναικών. Το πιο μεγάλος μίσος όμως επιδείχθηκε έναντι των κληρικών της Ελληνικής μειονότητας της πόλης με έναν επίσκοπο και έναν μοναχό να έχουν ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτους. Ο μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος επίσης ήταν θύμα του όχλου που όμως απεβίωσε λίγο αργότερα.
Η αντίδραση της τότε ελληνικής κυβέρνησης
Η αντίδραση της τότε ελληνικής κυβερνήσεως στα γεγονότα της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955 υπήρξε από χλιαρή έως ανύπαρκτη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι ο τότε πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος νοσούσε βαρύτατα και ουσιαστικώς η κυβέρνηση ήταν ακέφαλη. Από την άλλη, υπήρξαν έντονες συμμαχικές πιέσεις, ιδίως από τον Αμερικάνο Υπουργό Εξωτερικών Τζων Φόστερ Ντάλλες, ο οποίος κάλεσε και τις δύο πλευρές να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συμφιλιωθούν.
Μετά την ανάδειξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην πρωθυπουργία στις 6 Οκτωβρίου 1955 και την αποχή της Ελλάδος από γυμνάσια του Ν.Α.Τ.Ο. στην Μεσόγειο, η Άγκυρα υποχρεώθηκε να αποδώσει μια στοιχειώδη ηθική ικανοποίηση στην Ελλάδα. Στις 24 Οκτωβρίου τίμησε σε ειδική τελετή στο στρατηγείο του Ν.Α.Τ.Ο. στην Σμύρνη την ελληνική σημαία, την οποία ύψωσε ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών. Ταυτόχρονα με την έναρξη των ανθελληνικών γεγονότων στην Κωνσταντινούπολη, ο τουρκικός όχλος στην Σμύρνη επετέθη και κατέστρεψε το εκκλησάκι της Αγίας Φωτεινής, που λειτουργούσε στο στρατηγείο του Ν.Α.Τ.Ο. για τις ανάγκες των Ελλήνων αξιωματικών, λεηλάτησε τα σπίτια τους, ενώ προπηλάκισε αρκετούς απ’ αυτούς.
Μετά τις ταραχές η τουρκική κυβέρνηση προσπάθησε να επιρρίψει την ευθύνη της οργανώσεως των επεισοδίων σε «κομμουνιστές πράκτορες», ενώ η αστυνομία συνέλαβε 3.151 άτομα. Τελικώς, παρέμειναν υπό κράτηση τεσσάρων έως έξι μηνών 17 άτομα: εννέα μέλη της Κιbrιs Türktür, έξι φοιτητές και δύο συντάκτες της İstanbul Ekspres. Στην δίκη που ακολούθησε δικάστηκαν και έξι μέλη του παραρτήματος Σμύρνης της Κιbrιs Türktür. Στις 24 Ιανουαρίου του 1957 το ποινικό δικαστήριο Κωνσταντινουπόλεως αθώωσε και τους 23 κατηγορούμενους.
Από τα μέλη της κυβερνήσεως Μεντερές, συμμετοχή στην διοργάνωση του ανθελληνικού πογκρόμ φαίνεται να είχαν, εκτός από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, οι Μαχμούτ Τζελάλ Μπαγιάρ, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Μεχμέτ Φουάτ Κιοπρουλού, πρώην Υπουργός Εξωτερικών, Φατίν Ρουστού Ζορλού, Υπουργός Εξωτερικών, Ναμίκ Γκεντίκ, Υπουργός Εσωτερικών, Ετχέμ Μεντερές, Υπουργός Αμύνης και Φαχρεττίν Κερίμ Γκιοκάυ, βαλής (κυβερνήτης) της Κωνσταντινουπόλεως.
Στις 27 Μαΐου του 1960 ομάδα αξιωματικών υπό τον στρατηγό Τζεμάλ Γκιουρσέλ κατέλαβε την εξουσία και οδήγησε σε δίκη 592 μέλη και συνεργάτες του Δημοκρατικού Κόμματος. Πολλοί απ’ αυτούς δικάστηκαν σε περισσότερες της μιας δίκες. Μια από τις σημαντικότερες δίκες ήταν αυτή για το Πογκρόμ της 6ης – 7ης Σεπτεμβρίου 1955. Ο Γκεντίκ αυτοκτόνησε λίγο μετά την επικράτηση του πραξικοπήματος. Οι Μπαγιάρ και Ετχέμ Μεντερές δεν δικάστηκαν καθόλου για την συμμετοχή τους στην διοργάνωση του πογκρόμ, ενώ ο Κιοπρουλού αθωώθηκε. Ο Γκιοκάυ απλώς στερήθηκε των πολιτικών του δικαιωμάτων. Ένοχοι ευρέθησαν μόνον οι Μεντερές και Ζορλού, γι’ αυτό και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 6 ετών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι για άλλη, πολύ πιο ασήμαντη υπόθεση, αυτή της καταχρήσεως κεφαλαίων, ο Μεντερές καταδικάστηκε σε φυλάκιση 14 ετών και 2 μηνών. Αν και οι Αντνάν Μεντερές και Ζορλού καταδικάστηκαν στην εσχάτη των ποινών και απαγχονίστηκαν στην νήσο Ιμραλί, τον Σεπτέμβριο του 1961, εκείνο που βάρυνε στην θανατική καταδίκη τους ήταν οι κατηγορίες για παραβίαση του Τουρκικού Συντάγματος.
Οι Τούρκοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης, ο θυρωρός του Προξενείου που τοποθέτησε την βόμβα και ο φοιτητής Οκτάυ Εγκίν που μετέφερε την βόμβα στην Θεσσαλονίκη αθωώθηκαν. Ο Εγκίν αργότερα διορίστηκε Γενικός Διευθυντής Κρατικής Ασφαλείας και αργότερα Νομάρχης στην Νεάπολη (Nevşehir) της Καππαδοκίας.
Ο πρόεδρος του Σωματείου «Η Κύπρος είναι Τουρκική» Χικμέτ Μπιλ κατέθεσε στο δικαστήριο ως μάρτυρας κατηγορίας. Αργότερα απεστάλη από την τουρκική κυβέρνηση ως ακόλουθος τύπου στην Τουρκική Πρεσβεία στην Βηρυτό.
Η Ελληνική μειονότητα της Κωνσταντινούπολης σήμερα
Εκτιμάται ότι σήμερα οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης αριθμούν λιγότερους από 2.000 άτομα. Μία ακόμη εκτίμηση, από έγγραφο προς τον ΟΗΕ, μιλάει για μόλις 1.500 κυρίως ηλικιωμένους ανθρώπους. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ το 2022 τόνισε ότι ο αριθμός είναι κάτω από 2.500 άτομα. Η Κωνσταντινούπολη έχει πληθυσμό άνω των 16 εκατομμυρίων ανθρώπων. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι οι Έλληνες φτάνουν τους 2.000, αποτελούν μόλις 0,01% του συνολικού πληθυσμού.
Το Ζωγράφειον Λύκειον είναι ένα από τα ελάχιστα λειτουργικά ελληνικά σχολεία στην πόλη. Σήμερα φοιτούν περίπου 45 μαθητές, με εκπαιδευτικό προσωπικό περίπου 20 ατόμων. Η ελληνόφωνη εφημερίδα Απογευματινή (Apoyevmatini) κυκλοφορεί καθημερινά και απευθύνεται σε περίπου 600 νοικοκυριά στην Κωνσταντινούπολη, ενώ διαθέτει και ψηφιακή έκδοση με περίπου 2.000 συνδρομητές παγκοσμίως.
Η κοινότητα χαρακτηρίζεται από δημογραφική γήρανση. Πολλοί είναι ηλικιωμένοι και ο αριθμός των νέων που θα συνεχίσουν να διατηρούν την ταυτότητά τους είναι πολύ μικρός. Η επιστημονική και πολιτιστική υποστήριξη, όχι μόνο από την ίδια την κοινότητα αλλά και από τον υπόλοιπο ελληνισμό, είναι κρίσιμη για τη διατήρηση των ελάχιστων υπολειμμάτων της ελληνικής παρουσίας στην Πόλη.
Ο μόνος θεσμός που κρατάει ζωντανό τον Ελληνισμό στην πόλη είναι το Οικουμενικό πατριαρχείο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι η ανώτατη πνευματική αρχή για εκατομμύρια Ορθόδοξους Χριστιανούς σε όλο τον κόσμο. Από την έδρα του στο Φανάρι, εκπροσωπεί την ιστορική συνέχεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ίδια τη βυζαντινή παράδοση. Για την Τουρκία, όμως, παραμένει μια ιδιότυπη παρουσία: αναγνωρίζεται μεν ως θρησκευτικό ίδρυμα, αλλά όχι με την οικουμενικότητα που δηλώνει το όνομά του.
Παρά το γεγονός ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινούπολης έχει συρρικνωθεί σε μερικές χιλιάδες, το Πατριαρχείο λειτουργεί σαν «πνευματικός πυρήνας» που συγκρατεί τα απομεινάρια της κοινότητας και ενισχύει τα σχολεία της μειονότητας, όπως το Ζωγράφειο και την μεγάλη του γένους σχολή καθώς και την ελληνόγλωσση Εφημερίδα Απογευματινή ενώ διατηρεί ζωντανή την εκκλησιαστική ζωή μέσα από τις δεκάδες ενορίες που λειτουργούν ακόμη.
Ο Πατριάρχης, Βαρθολομαίος Α’, είναι αναγνωρισμένος διεθνώς ως «Πρώτος μεταξύ ίσων» στην Ορθοδοξία. Η διεθνής παρουσία του σε διαλόγους με άλλες Εκκλησίες, σε διεθνή φόρα για το περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα λειτουργεί έμμεσα και ως προστασία για την τοπική κοινότητα. Η προβολή αυτή δυσκολεύει το τουρκικό κράτος να αγνοήσει πλήρως τα δικαιώματα της μειονότητας.
Ωστόσο θα πρέπει να αναφέρουμε ότι πέρα του γεγονότος ότι το Τουρκικό κράτος δεν αναγνωρίζει τον οικουμενικό χαρκτήρα του Πατριαρχείου. αλλά το ανανωρίζει μόνο ως τοπική θρησκεία των Ρωμιών δεν αφήνει να λειτουργήσει ξανά η θεολογική σχολή της Χάλκης που έκλεισε το 1971 ενώ συνεχώς προσπαθεί να συρρικνώσει την περιουσία της Εκκλησίας στην πόλη. Ας έχουμε υπόψιν μας ότι η κυβέρνηση Ερντογάν πρόσφατα μετέτρεψε την Μονή της Χώρας και την Αγία Σοφία σε Τζαμί.
Πέρα από τα πρακτικά ζητήματα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελεί το τελευταίο μεγάλο σύμβολο της ελληνικής παρουσίας στην Κωνσταντινούπολη. Για τους εναπομείναντες Έλληνες, είναι ο θεσμός που τους δίνει συνέχεια και νόημα, ακόμη κι αν γύρω τους η κοινότητα συρρικνώνεται δραματικά. Για τον ευρύτερο ελληνισμό, είναι το «ζωντανό κομμάτι» της Ρωμιοσύνης στην Πόλη, με ιστορία αιώνων.
![]()