
Στις 20 Οκτωβρίου 2011, ο Μουαμάρ Καντάφι, επί 42 χρόνια ηγεμόνας της Λιβύης, σκοτώθηκε από αντικαθεστωτικούς μαχητές κοντά στη γενέτειρά του, Σύρτη. Ήταν το αιματηρό επιστέγασμα μιας εξέγερσης που ξεκίνησε στα πλαίσια της Αραβικής Άνοιξης και κατέληξε στη βίαιη κατάρρευση του καθεστώτος του. Ο θάνατός του δεν έφερε την ειρήνη, αλλά άφησε τη Λιβύη σε μια κατάσταση χάους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Ποιος ήταν ο Καντάφι;
Ο Μουαμάρ Καντάφι ανέλαβε την εξουσία το 1969 μέσω πραξικοπήματος, ανατρέποντας τον βασιλιά Ιντρίς. Παρουσίασε τον εαυτό του ως επαναστάτη και αντίπαλο του ιμπεριαλισμού, υποστηρικτή του παναραβισμού και της «άμεσης δημοκρατίας» με βάση το δικό του ιδεολογικό σύγγραμμα, το Πράσινο Βιβλίο.
Στην πράξη, εγκαθίδρυσε ένα αυταρχικό καθεστώς, όπου αναφέρεται από την δύση ότι γινόταν καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βασανιστήρια, πολιτικές διώξεις και καθεστωτική προπαγάνδα. Ωστόσο όπως αναφέρεται από πολλούς αναλυτές, μπορεί να γινόντουσαν αυτά, αλλά ο Καντάφι στήριξε τόσο την στέγαση όσο και την υγεία και την παιδεία των κατοίκων της χώρας, ενώ είναι προφανές ότι η οικονομική κατάσταση των κατοίκων ήταν πολύ καλύτερη σε σχέση με το σήμερα. Από την δύση ο Καντάφι κατηγορήθηκε για τη στήριξη διεθνών τρομοκρατικών ενεργειών, όπως η βομβιστική επίθεση στο Λόκερμπι το 1988, ενώ ειδικά μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 κατηγορήθηκε για σχέσεις με την Αλ Κάιντα και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις. Το κατά πόσο ευσταθούν οι κατηγορίες έναντι του καθεστώτος δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί.
Η Εξέγερση και η Πτώση του Καντάφι
Τον Φεβρουάριο του 2011, η Λιβύη επηρεάστηκε από το κύμα εξεγέρσεων που σάρωσε τον αραβικό κόσμο. Χιλιάδες Λίβυοι βγήκαν στους δρόμους απαιτώντας ελευθερία και πτώση του καθεστώτος. Η απάντηση του Καντάφι ήταν η σκληρή καταστολή. Η βία κλιμακώθηκε και έτσι η χώρα οδηγήθηκε σε εμφύλιο πόλεμο.
Η διεθνής κοινότητα, βλέποντας τις μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντέδρασε. Το ΝΑΤΟ ξεκίνησε στρατιωτική επέμβαση στα τέλη του Μαρτίου του 2011, με στόχο την προστασία αμάχων. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί και η στήριξη στους αντάρτες αποδυνάμωσαν σταδιακά τις δυνάμεις του Καντάφι.
Η Τελευταία Μέρα του Καντάφι
Στις 20 Οκτωβρίου, ο Καντάφι προσπάθησε να διαφύγει από τη Σύρτη, την τελευταία πόλη υπό τον έλεγχό του. Η αυτοκινητοπομπή του δέχτηκε επίθεση από ΝΑΤΟϊκά αεροσκάφη και οι άντρες του αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε έναν αγωγό αποχέτευσης. Εκεί τον εντόπισαν οι μαχητές του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου.
Το βίντεο που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα δείχνει τον Καντάφι ζωντανό και αιμόφυρτο, να ξυλοκοπείται από όχλο. Πέθανε λίγο μετά, πιθανώς από πυροβολισμό στο κεφάλι. Η σωρός του εκτέθηκε δημόσια στη Μιζουράτα. Ο τρόπος του θανάτου του όμως προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να κάνουν λόγο για εξωδικαστική εκτέλεση.
Οι Συνέπειες
Η δολοφονία του Καντάφι δεν έφερε καμία σταθερότητα. Αντίθετα, η Λιβύη οδηγήθηκε σε πολιτικό κενό, με ένοπλες φατρίες να διεκδικούν την εξουσία. Από το 2014 και μετά, η χώρα βυθίστηκε σε δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, ενώ ξένες δυνάμεις (όπως Τουρκία, Ρωσία και ΗΑΕ) υποστήριξαν διαφορετικά στρατόπεδα, μετατρέποντας τη Λιβύη σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.
Η περίπτωση Καντάφι αναδεικνύει μια ευρύτερη αποτυχία αφού έγινε η απομάκρυνση ενός δικτάτορα χωρίς σαφές σχέδιο για το «μετά». Η απουσία σήμερα οργανωμένων θεσμών και η διαρκής παρέμβαση εξωτερικών δυνάμεων άφησαν τη χώρα σε διαρκή κρίση.
Ο θάνατος του Καντάφι ήταν σίγουρα ένα ιστορικό ορόσημο. Έκλεισε μια εποχή δεκαετιών αυταρχισμού, αλλά άνοιξε μια άλλη, πιο σκοτεινή και απρόβλεπτη. Το τραγικό τέλος ενός άνδρα που κυβέρνησε με σιδερένια πυγμή και έπεσε όπως συχνά πέφτουν οι δικτάτορες: βίαια, ταπεινωτικά και μέσα στο χάος οδήγησε την χώρα στην αστάθεια.
Οι κυβερνήσεις της Λιβύης
Σήμερα η Λιβύη έχει δυο κυβερνήσεις όπου εξυπηρετούν διαφορετικά συμφέροντα και κατέχουν συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Την Δυτική Λιβύη και την Τρίπολη την ελέγχει η κυβέρνηση της εθνικής ενότητας όπου έχει διεθνή αναγνώριση και ουσιαστικά λειτουργεί ως η “νόμιμη” εκτελεστική αρχή της χώρας. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση δημιουργήθηκε το Μάρτιο του 2021 στο πλαίσιο πολιτικής συμφωνίας για την επανένωση της χώρας και τη διοργάνωση εκλογών, κάτι που δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπεϊμπά, όπου ανέλαβε με αποστολή να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές εντός του 2021. Οι εκλογές αναβλήθηκαν και έκτοτε αρνείται να παραδώσει την εξουσία, κάτι που προκαλεί πολιτικό αδιέξοδο. Προφανώς λόγο αυτού του γεγονότος έχει αποδυναμωθεί η αξιοπιστία της, παρόλα αυτά αναγνωρίζεται από τον ΟΗΕ, τις ΗΠΑ, την Τουρκία και το Κατάρ, που φαίνεται πως την υποστηρίζουν και στρατιωτικά. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι ο βασικός συνομιλητής για ενεργειακά ζητήματα και διαπραγματεύεται συμφωνίες με ξένες εταιρείες και κυβερνήσεις, ενώ έχει υπογράψει αμφιλεγόμενες συμφωνίες με την Τουρκία (π.χ. οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών), γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις στην Ανατολή αλλά και διεθνώς.
Η δεύτερη κυβέρνηση που υπάρχει στην χώρα είναι η κυβέρνηση της Εθνικής σταθερότητας η οποία δημιουργήθηκε τον Μάρτιο του 2022 και εδρεύει στην ανατολική Λιβύη, έχοντας ως στήριγμα το Κοινοβούλιο (House of Representatives) που εδρεύει στο Τομπρούκ, και τον ισχυρό στρατιωτικό ηγέτη Χαλίφα Χάφταρ. Πρωθυπουργός αυτής της κυβέρνησης ήταν στην αρχή ο Φάτι Μπασάγκα, όπου το 2023 απομακρύνθηκε de facto από τα καθήκοντά του και αντικαταστάθηκε προσωρινά από τον Οσάμα Χάμάντ (Osama Hammad), ο οποίος ασκεί σήμερα τα χρέη του πρωθυπουργού. Η κυβέρνηση αναγνωρίζεται διεθνώς από την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και την Ρωσία αλλά όχι από τον ΟΗΕ. Ο Χαλιφά Χαφτάρ, που ηγείται του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA), που ελέγχει μεγάλο μέρος της Ανατολής και Νότου στηρίζει την συγκεκριμένη κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αυτή δηλώνει ότι επιδιώκει την «σταθερότητα και ένωση της Λιβύης», ωστόσο στην πράξη αντιπροσωπεύει την πολιτική της διάσπαση. Δημιουργήθηκε με την αιτιολογία ότι η κυβέρνηση Ντμπεϊμπά έχασε τη νομιμοποίησή της λόγω της αποτυχίας να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές. Εξαρτάται στρατιωτικά από τον Χαφτάρ, όπου έχει επιχειρήσει δύο φορές να εισέλθει στην Τρίπολη, αλλά αποκρούστηκε από ένοπλες ομάδες που στηρίζουν την κυβέρνηση της Εθνικής ενότητας.
Η σύγκρουση μεταξύ των δύο κυβερνήσεων συνεχίζει να παγώνει τη διαδικασία ειρήνευσης και εκλογών στη χώρα. Στη χώρα όμως παραμένει σημαντική πολιτική φιγούρα ο γιός του Καντάφι, Σαΐφ αλ-Ισλάμ Καντάφι, όπου για αυτόν έχει εκδοθεί διεθνές ένταλμα σύλληψης για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Ο γιός του Καντάφι απελευθερώθηκε από την φυλακή το 2017 ε πλήρη αμνηστία από την κυβέρνηση του Τομπρούκ (ανατολική Λιβύη) η οποία σήμερα ενσωματώθηκε στην κυβέρνηση της εθνικής σταθερότητας. Η πόλη Τομπρούκ είναι μια πόλη της Ανατολικής Λιβύης που έχει περίπου 120.000 κατοίκους και διαθέτει ένα από τα πιο λειτουργικά λιμάνια της Λιβύης, χρήσιμο για εισαγωγές, εξαγωγές και στρατιωτικούς σκοπούς. Στην πόλη αυτή βρίσκεται το ανατολικό κοινοβούλιο, όπου έχει 200 μέλη τα οποία δεν έχουν κάποια κομματική αντιπροσώπευση, και όλα στηρίζουν τον πρωθυπουργό και τον Χαφτάρ. Παρόλο όμως που η κυβέρνηση αυτή βρίσκεται στο Τομπρούκ επίσημα, το κέντρο εξουσίας της είναι στη Βεγγάζη, όπου είναι και η στρατιωτική βάση του Χαφτάρ, ενώ πολλά μέλη του κοινοβουλίου αυτού διαμένουν στην Βεγγάζη και κάποιες φορές, και ειδικά σε περιπτώσεις που για κάποιο λόγο η Τομπρούκ θεωρείται ανασφαλής, οι συνεδριάσεις του κοινοβουλίου γίνονται στην Βεγγάζη. Η διπλή παρουσία μεταξύ Τομπρούκ (νομοθεσία) και Βεγγάζης (στρατιωτική και πολιτική εξουσία) αντικατοπτρίζει τη δομή εξουσίας στην Ανατολή της Λιβύης.
Στο δυτικό κομμάτι της χώρας που βρίσκεται και η αναγνωρισμένη κυβέρνηση από την δύση και τον ΟΗΕ το ενδιαφέρον που πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν υπάρχει κοινοβούλιο, αλλά ένα υπόλειμμα του πρώην Γενικού Εθνικού Κογκρέσου (GNC), που μετεξελίχθηκε σε Ανώτατο Συμβούλιο του Κράτους (High Council of State – HCS) και λειτουργεί ως συμβουλευτικό σώμα και αντίβαρο στο Ανατολικό Κοινοβούλιο (HoR). Το συμβούλιο αυτό έχει επίσημα 145 μέλη αλλά δεν έχει κανέναν άλλο ρόλο πέρα από συμβουλευτικό.
Η Ελλάδα και οι κυβερνήσεις της Λιβύης
Η Ελλάδα επίσημα όπως η ΕΕ και ο ΟΗΕ, αναγνωρίζουν την “νόμιμη” κυβέρνηση της Τρίπολης, αλλά από την στιγμή που αυτή υπέγραψε με την Τουρκία την συμφωνία για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, που αγνοεί την ύπαρξη ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη και η Ρόδος, το 2019, έχει στραφεί προς την κυβέρνηση της εθνικής σταθερότητας και τον στρατάρχη Χαφτάρ, που είναι και ο πραγματικός ηγέτης της συγκεκριμένης κυβέρνησης όπου στηρίζεται και από τον γιο του Καντάφι. Αυτό διότι το κοινοβούλιο αυτής της κυβέρνησης απορρίπτει την συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, κάτι που σαφώς ευθυγραμμίζεται με τις Ελληνικές θέσεις, αφού η χώρα μας θεωρεί άκυρη και προκλητική την συγκεκριμένη συμφωνία, καθώς παραβιάζει το Δίκαιο της Θάλασσας. Η χώρα μας επανειλημμένα καταγγέλει την “νόμιμη” κυβέρνηση στο θέμα των θαλάσσιων ζωνών, ενώ έχουν υπάρξει αρκετά διπλωματικά επεισόδια, όπως αυτό που έγινε το 2022, όταν ο τότε υπουργός εξεωτερικών, Νίκςο Δένδιας, αρνήθηκε να αποβιβαστεί στην Τρίπολη, όταν η GNU επιχείρησε να τον υποδεχτεί ερήμην της συμφωνημένης ατζέντας. Εν αντιθέσει ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών επισκέφθηκε την Βεγγάζη το 2020, ενισχύοντας την διπλωματική της σχέση με την κυβέρνηση του Χαφτάρ και μάλιστα άνοιξε και προξενείο στην Βεγγάζη δείχνοντας έμμεσα την στήριξή της στην ανατολική κυβέρνηση εν αντιθέσει με την Τουρκία. Η πρεσβεία της Ελλάδα στην Τρίπολη λειτουργεί με περιορισμένο προσωπικό μετά την επανενεργοποίησή της το 2021 και βασική της αποστολή είναι μόνο η πολιτική παρουσία και όχι η πλήρη διπλωματική δραστηριότητα. Ουσιαστικά η χώρα μας αντιπροσωπεύεται από το προξενείο της Βεγγάζης το οποίο είναι ενεργό και παίζει τον σημαντικότερο ρόλο στην πρακτική διπλωματία, λόγω της σχέσης με την Ανατολική Λιβύη (GNS – Χάφταρ).
Κλέινοντας αξιζει να αναφέρουμε ότι οι Έλληνες που ζουν στην Λιβύη υπολογίζονται στου 8700, όπου οι περισσότεροι είναι γενετικοί ή γλωσσικοί απόγονοι ελληνικών κοινοτήτων και όχι Έλληνες υπήκοοι. Οι Έλληνες υπήκοοι υπολογίζονται γύρω στους 500 στην Τρίπολη και 1000 στην Βεγγάζη. Τα νούμερα βέβαια είναι αμφισβητίσιμα λόγω της πολεμικής κατάστασης που κυριαρχεί στην χώρα. Υπάρχουν καταγραφές ωστόσο και για περίπου 100 Έλληνες στην ευρύτερη περιοχή της Κυρηναϊκής, όπου είναι μια περιοχή που έχει ισχυρότατους δεσμούς με την Αρχαία Ελλάδα, αφού υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά αποικιακά κέντρα της Αφρικής και αποτέλεσε την κοιτίδα του ελληνικού πολιτισμού για αιώνες. Από την περιοχή αυτή κατάγονταν ο Αρίστιππος, σημαντικός φιλόσοφος και ο Ερατοσθένης, ο μαθηματικός που υπολόγισε την περιφέρεια της Γης, και ο Καλλίμαχος, που ήταν ποιητής της Αλεξανδρινής εποχής. Η Βεγγάζη, που είναι και η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας είναι πόλη που ανήκει στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανήκει επίσης και η Τομπρούκ, οπότε πέρα από τις σχέσεις της χώρας μας με την κυβέρνηση της ανατολικής Λιβύης υπάρχουν και πιο σημαντικοί ιστορικοί δεσμοί με την περιοχή που ελέγχει. Βέβαια στην διπλωματία και στην Γεωπολιτική οι ιστορικές σχέσεις έχουν ελάχιστη σημασία, πιο πολύ σημασία έχει το τι σε συμφέρει, και όπως δείχνουν οι καταστάσεις δεν μπορούμε να αμφισβητίσουμε την επιλογή της Ελληνικής κυβέρνησης να στηρίξει την κυβέρνηση του Χαφτάρ. Θα πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι δεν φαίνεται επίσημα τουλάχιστον να υπάρχει στρατιωτική υποστήριξη από την χώρα μας στην κυβέρνηση αυτή, εν αντιθέσει με την Τουρκία που φαίνεται πως υποστηρίζει στρατιωτικά την “νόμιμη” κυβέρνηση.
Οι σχέσεις της Ελλάδας με τον Καντάφι
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η χώρα μας ανέπτυξε δεσμούς με την κυβέρνηση του Καντάφι για όσο ήταν στην κυβέρνηση, όπου μπορούν να χαρακτηριστούν βέβαια αντιφατικές, ευκαιριακές και στρατηγικά σημαντικές για μια περίοδο όπου η Λιβύη αποτελούσε ισχυρό περιφερειακό παίκτη στη Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Η Ελλάδα (κυβερνήσεις Κωνσταντίνου Καραμανλή και Ανδρέα Παπανδρέου) διατηρούσε επίσημες αλλά ψυχρές σχέσεις, λόγω της στήριξης του Καντάφι σε τρομοκρατικά δίκτυα και της αντισυμβατικής του εξωτερικής πολιτικής σε όλη την δεκαετία του 70 και 80. Η Ελλάδα μετά την υπόθεση Λόκερμπι (1988), όπου η Λιβύη τέθηκε υπό κυρώσεις από τον ΟΗΕ, κράτησε ουδέτερη στάση και διατήρησε την πρεσβεία της στην Τρίπολη. Η Ελλάδα παρά τις διεθνείς κυρώσεις ενίσχυσε τους δεσμούς μέσω διμερών επισκέψεων, οικονομικών και ενεργειακών συμφωνιών και επιχειρηματικών φόρουμ παρόλο που ο Καντάφι απομονώθηκε από την Δύση. Το 2004 ο Γιώργος Παπανδρέου ως υπουργός εξωτερικών επισκέφθηκε την Λιβύη, ενώ το 2006 υπογράφτηκαν συμφωνίες για την ενέργεια, τον τουρισμό και τις κατασκευές. Δυο χρόνια πριν δολοφονηθεί ο Καντάφι (2009), επισκέφθηκε ο ίδιος την χώρα μας, όπου συμμετείχε στο συνέδριο του Arab-Hellenic Chamber. Πριν τον εμφύλιο του 2011 και την δολοφονία του Καντάφι, πάνω από 100 ελληνικές επιχειρήσεις είχαν παρουσία στη Λιβύη. Η χώρα μας μετά την δολοφονία του Καντάφι κράτησε επιφυλακτική στάση ωστόσο παρείχε παρείχε διευκολύνσεις, όπως τις βάσεις στην Κρήτη κατά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην χώρα, αλλά δεν συμμετείχε ποτέ άμεσα στις επιχειρήσεις αυτές. Ποτέ δεν υποστήριξε ανοιχτά τον Καντάφι, αλλά ποτέ δεν υποστήριξε και την εξέγερση του 2011.
![]()