Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών ο εμβληματικός ηθοποιός Ρόμπερτ Ρέντφόρντ.

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ υπήρξε ένας από τους πιο εμβληματικούς ηθοποιούς του Χόλιγουντ που στη συνέχεια καθιερώθηκε ως σκηνοθέτης και ακτιβιστής. Γεννήθηκε το 1936 στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, με το πραγματικό του όνομα να είναι Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ Τζούνιορ. Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά. Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική (Αγγλία και Σκωτία) και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του.
Μετά από σύντομες σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο πραγματοποίησε ένα δικό του όνειρο, που ήταν να πάει ένα ταξίδι στην Ευρώπη και εντέλει να καταλήξει στο Παρίσι, για το μεγαλύτερο διάστημα της παρουσίας του στην Γηραιά Ήπειρο και να γραφτεί στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Εκεί δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του και έτσι επέστρεψε στις ΗΠΑ, όπου μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή του και τον ίδιο για μια μεγάλη περίοδο της ζωής του. Ο Ρέντφορντ εντέλει κατέληξε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, όπου εξέπληξε με την υποκριτική του Ικανότητα τους ανθρώπους αυτής της σχολής. Εκεί ουσιαστικά έχοντας κάνει διάφορες εργασίες στην ζωή του, κατέληξε στο θέατρο και μάλιστα ξεκίνησε τις πρώτες του παραστάσεις στο Μπρόντγουεϊ. Από κει βρέθηκε σε μικρές τηλεοπτικές σειρές και έπειτα στον κινηματογράφο, όπου διέπρεψε. Το 1962 έκανε το ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη με το War Hunt (Ο πόλεμος μας έκανε σκληρούς), το οποίο γυρίστηκε μέσα σε δύο εβδομάδες. Το 1965 έπαιξε στο Situation Hopeless… But Not Serious, το οποίο ήταν η πρώτη του επίσημη ταινία, ενώ εκεί που πραγματικά έγινε διάσημος ήταν στο “Butch Cassidy and the Sundance Kid” το 1969, όπου έπαιξε πλάι στον Πολ Νιούμαν.
Η Χημεία των δυο ηθοποιών ήταν τόσο ισχυρή, όπου συνεργάστηκαν ξανά στο “The Sting” το 1973.Ο Ρέντφορντ έγινε σύμβολο της εποχής: όμορφος αλλά μελαγχολικός, δυναμικός αλλά συγκρατημένος και το πρόσωπο μιας νέας γενιάς αντιηρώων. Ο Ρέντφορντ δεν περιορίστηκε βέβαια ποτέ στον ρόλο του σταρ. Το 1976 μάλιστα πρωταγωνίστησε στο “All the President’s Men”, ένα από τα πιο πολιτικά φορτισμένα φιλμ της δεκαετίας, όπου είχε θέμα το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Δεν ήταν απλώς ένας ρόλος, αλλά ήταν μια δήλωση. Ο ίδιος μάλιστα στήριζε ανοιχτά οικολογικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, και έβλεπε τον κινηματογράφο ως εργαλείο αλλαγής.
Το 1980, πέρασε πίσω από την κάμερα με το “Ordinary People”, το οποίο του χάρισε το Όσκαρ Σκηνοθεσίας. Ακολούθησαν ταινίες όπως το “A River Runs Through It” και το “Quiz Show”, όλες με ανθρώπινο κέντρο, κοινωνικά θέματα και δραματουργικό βάθος. Ο Ρέντφορντ δεν επέλεξε την εύκολη εμπορική διαδρομή, αλλά έφτιαχνε ταινίες που είχαν κάτι να πουν. Το 2002 η ακαδημία των Όσκαρ τον τίμησε για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο με ειδικό βραβείο.
Εντωμεταξύ ο Ρέντφορντ το 1981 ίδρυσε το Sundance Institute, που εξελίχθηκε στο σημαντικότερο φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου στην Αμερική. Σκοπός του φεστιβάλ ήταν να δώσει φωνή σε νέους δημιουργούς που δεν έχουν πρόσβαση στα μεγάλα στούντιο. Μέσω του Sundance, ο Ρέντφορντ έγινε ο νονός του ανεξάρτητου σινεμά, στηρίζοντας δημιουργούς όπως οι Κουέντιν Ταραντίνο, Κέβιν Σμιθ και Ντάρεν Αρονόφσκι στα πρώτα τους βήματα. Έτσι άφησε μια σημαντική παρακαταθήκη για το μέλλον πέρα από τις ταινίες του. Η τελευταία του ταινία ήταν το “The Old Man & the Gun” το 2018 όπου είχε έντονο πολιτικό χαρακτήρα και άφησε το δικό της στίγμα.
Ο Ρέντφορντ ήταν ακτιβιστής και πολιτικά στρατευμένος στην αριστερά. Ήταν θα μπορούσαμε να πούμε ο εκπρόσωπος της Ουμανιστικής Αμερικάνικης αριστεράς και για αυτό στήριξε υποψηφιότητες σαν αυτή του Μπάρακ Ομπάμα. To Δεκέμβριο του 2010, απηύθυνε έκκληση προς την ιρανική κυβέρνηση, μαζί με καλλιτέχνες όπως, ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και ο Στινγκ, για τη ματαίωση της εκτέλεσης της Σακινέ Μοχαμαντί Αστιανί, η οποία είχε καταδικαστεί σε θάνατο διά λιθοβολισμού, λόγω μοιχείας και συνέργειας στη δολοφονία του συζύγου της. Από αυτή του την ενέργεια εντέλει αναγκάστηκε το καθεστώς του Ιράν να την απελευθερώσει και βέβαια να γλιτώσει τον θάνατο. Επίσης θα πρέπει να τονίσουμε ότι υπήρξε ένας από τους πιο μεγάλους επικριτές του Τραμπ, όπου το 2016 σε άρθρο του λίγο μετά την πρώτη εκλογή του Αμερικανού προέδρου έγραψε: «Ο Τραμπ ενθαρρύνει την καταστολή της αλήθειας. Αυτό δεν είναι απλώς επικίνδυνο, είναι αντιδημοκρατικό. Η Αμερική βρίσκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη και δεν της αρέσει η εικόνα της.»
Ο Ρέντφορντ επέκρινε τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ μεταχειριζόταν τον Τύπο, τους επιστήμονες, τις γυναίκες και τις μειονότητες. Για εκείνον, ο τραμπισμός δεν ήταν μια απλή πολιτική διαφορά αλλά μια απειλή για τη δημοκρατία.
To 1958, νυμφεύθηκε για πρώτη φορά τη Λόλα βαν Γουάγκενεν, ενώ, το 1985, κατά τη διάρκεια της μείωσης της επαγγελματικής του δραστηριότητας, πήραν διαζύγιο. Απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά. Το 2009, ο Ρέντφορντ νυμφεύθηκε τη Σίμπιλε Ζάγκαρς.
Ο θάνατός του αφήνει ένα κενό, φυσικά, όχι μόνο στην οθόνη, αλλά στις καρδιές όσων τον γνώρισαν μέσα από τη δουλειά του. Σχόλια και αφιερώματα από συναδέλφους του, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, κριτικούς, αλλά και το κοινό, τον χαρακτηρίζουν ως ένα πρόσωπο με σταθερές αξίες, μετριοφροσύνη, και πίστη ότι ο κινηματογράφος πρέπει να λέει κάτι, να σοκάρει, να αντιμετωπίζει τους προβληματισμούς της εποχής.
Η φυσική του παρουσία έσβησε, αλλά η επιρροή του στις ταινίες, στους δημιουργούς που επηρέασε, στην κίνηση του ανεξάρτητου σινεμά θα διαρκέσει. Κληρονομιά του είναι η εικόνα ενός καλλιτέχνη που δεν συμβιβάστηκε, που αγάπησε τη φύση, την κοινωνική ευθύνη, την ποιότητα της τέχνης.
Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ δεν ήταν ποτέ ένας πολιτικός ακτιβιστής με συνθήματα ή κομματική ταυτότητα. Όμως, σε μια Αμερική που αγαπούσε την υπερβολή και το θέαμα, εκείνος μιλούσε σιγά, αλλά ξεκάθαρα. Η πορεία του είναι μια συνεπής αφήγηση φιλελεύθερης, προοδευτικής στάσης, που ερχόταν συχνά σε αντίθεση με το κυρίαρχο αφήγημα. Έτσι ο δεν έκρυψε την πεποίθησή του ότι ο κινηματογράφος μπορεί να είναι πολιτική πράξη. Το απέδειξε με έργα που δεν στόχευαν στο box office, αλλά στην πολιτική συνείδηση.
![]()