14  Φεβρουαρίου/ περί έρωτος…

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

14  Φεβρουαρίου/ περί έρωτος…

Ημέρα του έρωτα σήμερα… πόσο φτωχή και πόσο μικρή για να χωρέσει ο «ΕΡΩΤΑΣ» μέσα σε μία μόνο ημέρα! πόσο βλάσφημη και υποκριτική η πρόταση ετούτη των πονηρών αξιωματούχων του «ιερατείου» της θρησκείας μας που συμμάχησε “επί τη ευκαιρία” και με το λιανεμπόριο των λουλουδάδικων, των ζαχαροπλαστείων, των πάσης φύσεως μικρομάγαζων προσβλέποντας στην ημέρα αυτή να γεμίζουν όλων ετούτων τα «παγκάρια» κάθε είδους… 

Τι ξέρουν αλήθεια ετούτοι από έρωτα; Εμείς όμως ξέρουμε πως ήταν οι πρώτοι που τον αναθεμάτισαν ως την μεγαλύτερη αμαρτία, που τον καταχώνιασαν στα άνυδρα/σκοτεινά  υπόγεια της ψυχής τους, που τον εξεδίωξαν από φόβο και τον ταύτισαν με έργο του σατανά, που τον απέκλεισαν από τον κόσμο τους  αποκλεισμένοι οι ίδιοι μέσα στα ανήλια κελιά των μοναστηριών ή στις μοναστικές σκήτες των, που τον απαγόρευσαν, τον ενοχοποίησαν, τον διαπόμπευσαν σε έσχατο σημείο και τον εξοβέλισαν εις το πυρ το εξώτερον…« οίστρος ακολασίας ζοφώδης τε κι ασέληνος έρως της αμαρτίας…», υμνούν κάθε Μ. Τρίτη στις εκκλησιές το τροπάριο της Κασσιανής!

Δεν υπήρξε πουθενά και ποτέ ζωή χωρίς έρωτα! όλα τα ζωντανά της φύσης, το κάθε είδος «ερωτεύονται» με τον δικό τους τρόπο κι έτσι αναπαράγονται.                              

Για τον άνθρωπο είναι κάπως πιο περίπλοκο από το «συμπόσιο» του Πλάτωνα ως σήμερα προσπαθούμε να τον ορίσουμε, να τον αγγίξουμε, κι όλο μας ξεγλιστρά και μας ξεφεύγει, αλητήριος, ανάρχας (χωρίς αρχές θα πει) κυκλοφορεί φορτωμένος με τα αιχμηρά βέλη στον ώμο παραμονεύοντας και παρανομεύοντας  «…ἔν τ᾽ ἀγρονόμοις αὐλαῖς·» Σοφοκλής στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ, προκαλώντας ενίοτε και μεγάλες ζημιές! δεν τον νοιάζει διόλου!  ακροθιγώς θυμίζω την «Ωραία Ελένη» την αιώνια μοιραία γυναίκα που για χάρη της κίνησαν για την Τροία χίλια πλοία!

Θα αναφερθώ,  μνημονεύοντας λόγω της ημέρας, σε δύο επώνυμες περιπτώσεις: άνθρωποι απλοί του προ-περασμένου αιώνα, παρασυρμένοι από το ανίκητο πάθος των, βίωσαν άθελα τους τον έρωτα ως δαίμονα και θεό μαζί! ανίδεοι όμως και άβουλοι καθώς ήταν τους βρήκε και τους συνέτριψε μέσα στο “παράξενο”  μεγαλείο του!  

Ο πρώτος είναι ο Αφούσης ή Αντράς (από το Αντρέας) το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι της Κάσου, πρόσωπο υπαρκτό που έζησε περίπου στα μέσα του 1800. Όταν ανέλαβε ο μύθος το έργο του, έδωσε και διαφορετικές εκδοχές για την ζωή και την ιστορία αυτού του περιπλανώμενου “τραγουδιάρη” του νησιού.

Οι περισσότερες τοπικές λαογραφικές μελέτες έδειξαν πως ο Αντράς υπήρξε ένας έξυπνος μπορεί και μορφωμένος, με τα στάνταρ της εποχής του, άνθρωπος ο οποίος είχε ερωτευτεί την ομορφότερη κοπέλα του νησιού. Κάποτε όμως αναγκάσθηκε να φύγει για την Κρήτη αφού της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα επιστρέψει να παντρευτούν.

Εκεί έμαθε πως η κόρη που αγαπούσε τον είχε μάλλον ξεχάσει και την είχαν παντρέψει  με ένα ναυτικό, λίγο μετά τον γάμο ο ναυτικός χάθηκε σε ναυάγιο κι η κοπέλα έμεινε για πάντα χήρα, αυτό δεν το έμαθε ο Αντράς… κι έτσι όταν επέστρεψε μετά από χρόνια όλα είχαν αλλάξει μα πιο πολύ ο ίδιος επιδεικνύοντας μια αλλόκοτη συμπεριφορά.

Περιφερόταν στους δρόμους του νησιού ξυπόλυτος, με τρύπιο παντελόνι που το βαστούσε ένα μάλλινο ζωνάρι στη μέση και ξεκουμπωμένο πουκάμισο.        

Στο χέρι του κρατούσε ένα καλάθι και τον συνόδευε πάντα ο πιστός του σκύλος, ο Λεονταρής. Έμενε σε μια σπηλιά για σπίτι, ενώ είχε το συνήθειο να φοράει 6-7 καπέλα μαζί, κάτι που αποτυπώνεται σε μία μοναδική φωτογραφία που φέρεται να τον απεικονίζει. Κανείς πια ούτε η κοπέλα δεν τον αναγνώριζε…

Κατά καιρούς όταν επανερχόταν η μνήμη του Αφούση και θυμόταν το αίσθημά του, ξεροστάλιαζε έξω από το κονάκι της. Η χήρα βλέποντας τον σε αυτή την τραγική κατάσταση, τον λυπόταν και πολλές φορές του πρόσφερε ένα πιάτο ζεστό φαΐ, πάντα με την αναγκαία προφύλαξη μην την δουν στην γειτονιά και αρχίσουν τα κακόβουλα σχόλια. Ο Αφούσης που τόσο την αγαπούσε επέμενε να την βλέπει έστω και μέσα από το παραθύρι της και όταν βράδιαζε και αυτή δεν ανταποκρινόταν να του ανοίξει την πόρτα άρχιζε το τραγούδι του :     

“Βάλε φωτιά στο λύχνο σου, να φέξ’ η κάμαρή σου…

Αντράς, κερά μου στέκεται ομπρός εις την αυλή σου…”

παρά την ψυχολογική και διανοητική του κατάσταση, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν και γνώριζε όλους τους κατοίκους του νησιού ξεχωριστά. Οι συμπατριώτες του όταν γλεντούσαν τον επιζητούσαν στην παρέα τους, με ένα ποτηράκι ο Αφούσης άρχιζε να διηγείται διάφορες ιστορίες και μύθους κι άλλοτε πάλι να ταιριάζει στίχους προκαλώντας την ευθυμία τους.

Ο Αντράς, αξιώθηκε να φτάσει σε μεγάλη ηλικία και όταν πέθανε, λέγεται πως ποτέ νεκρός δεν συγκέντρωσε τόση μεγάλη συνοδεία στο «ξόδι» του.

Ο λαός της Κάσου όχι μόνο τον αγάπησε, αυτόν τον “τρελό του χωριού” του, αλλά για να τον θυμάται διέσωσε και στίχους του, που ο ίδιος συχνά απήγγελλε στους λόγους του…. σήμερα τραγουδάμε κι εμείς το τραγούδι του, πάντα για τον έρωτα!

«Ένα παπόρι έρχεται, να το πω να μην το πω Κι είναι κοντά να αράξει, Βρε Αφούση βρε Αντρά  Παλλαρέ παλλάρα-Αντρα. Και φέρνει της αγάπης μου, να το πω να μην το πω βρε ποκάμισο να αλλάξει…

‘ναψε κυρά το λύχνο σου  να το πω να μην το πω βρε και βαλε του και λα’ι Βρε αφούση βρε Αντρά  Παλλαρέ παλλάρα-Αντρά

κι άσε την πόρτα σου ανοιχτή να το πω να μην το πω βρε κι εγώ θα ρθω το βρα’ι

Βρε Αφούση βρε Αντρά  Παλλαρέ παλλάρα-Αντρά….»

Η δεύτερη περίπτωση πιο τραγική έρχεται από τη Νικαριά, (την πατρίδα μου).  Στις αρχές του περασμένου αιώνα συναντάμε την πανέμορφη Αναστασσά (Αναστασία) Βατούγιου με το προσωνύμιο « η Κάρλενα »  η οποία κατοικούσε στων Καρλάτων, μια γειτονιά μεταξύ Κάμπου και Πηγής Β.Δ. του νησιού.

Η παράδοση μας λέει πως η ομορφιά της ενέπνεε μεγάλους και δυνατούς έρωτες, μεταξύ των «θυμάτων» της υπήρξε κι ένα παλληκάρι από το γειτονικό χωριό που συχνά την επισκεπτόταν όταν κάποια φορά η Αγαπημένη του άρχισε να … απομακρύνεται εκείνος πληγωμένος πήρε την κατάσταση στα χέρια του (μεταφορικά και κυριολεκτικά) κι ένα χειμωνιάτικο βράδυ έστησε ενέδρα στην ρύμη που οδηγούσε στο σπίτι της, παραφύλαξε και μόλις ο αντεραστής, που τον είχε ήδη υποψιαστεί, έστριψε στο καντούνι της αυλής, του επιτέθηκε με ένα κοφτερό μαχαίρι και τον τραυμάτισε στην κοιλιά, έζησε μερικές μέρες δεν κατάφερε να σωθεί γιατί όπως είπαν αργότερα, οι άνθρωποί του, του έδωσαν να πιει νερό που δεν έπρεπε και έτσι «απέθανε» για τα μάτια της Αναστασσάς! (ονόματα δεν χρειάζονται σε αυτό το σημείο, οι λόγοι  ευνόητοι…)

Η Αναστασσά συνέχισε την ζωή της, αργότερα παντρεύτηκε έναν με το παρατσούκλι «Πάμπουρας» στον Εύδηλο γρήγορα όμως χήρεψε  και ακολούθησε άλλος γάμος με έναν επίσης χήρο, Παροίκος το όνομα του, στην Προεσπέρα, ο οποίος είχε ήδη 7μικρά παιδιά. Η Αναστασσά στάθηκε δίπλα τους, τα μεγάλωσε σαν πραγματική Μάνα κι εκείνα την αγάπησαν, την φρόντισαν μέχρι το τέλος όπου έφυγε σε μεγάλη ηλικία αφήνοντας μια γεμάτη ζωή προσφοράς κι… αγάπης!

Ποιος λοιπόν μπορεί να τα βάλει με τον έρωτα; Κανείς! όποιος τα έβαλε έχασε…   Σε όλες τις κοινωνίες και σε όλες τις εποχές οι άνθρωποι ερωτεύονται. Τραγουδούν για τον έρωτα, χορεύουν για τον έρωτα, ζωγραφίζουν για τον έρωτα, γράφουν ποιήματα και ιστορίες για τον έρωτα. Λένε μύθους και θρύλους για τον έρωτα, σμιλεύουν αγάλματα για τον έρωτα!  Μαραζώνουν από έρωτα, ζουν από έρωτα, σκοτώνουν από έρωτα και πεθαίνουν από έρωτα.

Για τούτο τον γιορτάζουμε όσο ζούμε όχι μόνο σήμερα!

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading