Ήταν το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου και η αρχή της μεταπολεμικής εποχής, την ίδια περίοδο περίπου ξεκινούσε και ολεγόμενος ψυχρός πόλεμος μεταξύ της πρώην Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ) και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Η.Π.Α). Εκείνη λοιπόν την εποχή ιδρυόταν ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (Ο.Η.Ε) ως η μετεξέλιξη της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) και ως διαιτητικός-ειρηνευτικός οργανισμός της παγκόσμιας ειρήνης.

Σήμερα ο οργανισμός αυτός αριθμεί 193 κράτη-μέλη. Βασικοί σκοποί του Οργανισμού είναι ακόμα και σήμερα η διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, η ανάπτυξη, καθώς και η συνεργασία μεταξύ των Εθνών για την επίλυση διεθνών κρίσεων και την προώθηση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο ΟΗΕ βέβαια βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο της κριτικής.
Η Κοινωνία των εθνών και η διάλυση
Ήταν 1919 λίγο μετά τη λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου που γεννήθηκε η ιδέα ενός οργανισμού που θα εξασφαλίζει στην παγκόσμια ειρήνη. Εκεί γεννήθηκε η κοινωνία των εθνών, που ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατόπιν αμερικανικής πρωτοβουλίας και σημείωσε σταθμό στην εξέλιξη των διεθνών σχέσεων, καθώς υπήρξε η πρώτη προσπάθεια για συνεννόηση όλων των κρατών πάνω στα προβλήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. Στο απόγειό του, μεταξύ 28 Σεπτεμβρίου 1934 και έως τις 23 Φεβρουαρίου 1935, είχε 58 χώρες-μέλη.

Οι στόχοι του Συνδέσμου περιλάμβαναν τον αφοπλισμό, την πρόληψη του πολέμου μέσω της συλλογικής ασφάλειας, τη διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των χωρών μέσω των διαπραγματεύσεων και της διπλωματίας και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής παγκόσμια. Η φιλοσοφία της διπλωματίας του Συνδέσμου αποτέλεσε θεμελιώδη αλλαγή στη σκέψη από αυτή που επικρατούσε τα προηγούμενα εκατό χρόνια. Ο Σύνδεσμος βέβαια δεν διέθετε δική του στρατιωτική δύναμη και έτσι εξαρτάτο από τις Μεγάλες Δυνάμεις για να επιβάλει τα ψηφίσματά του, τις οικονομικές κυρώσεις που αποφάσιζε, ή για την παροχή στρατευμάτων, όταν χρειάζονταν από τον Σύνδεσμο. Ωστόσο, οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν συχνά απρόθυμες να διαθέσουν στρατεύματα για αυτούς τους σκοπούς. Η επιβολή των κυρώσεων του Συνδέσμου μπορούσε να βλάψει τα συμφέροντα των μελών που αναλάμβαναν την τήρησή τους και με δεδομένη την φιλειρηνική ψυχολογία που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι χώρες ήταν απρόθυμες να αναλάβουν στρατιωτική δράση. Ο Μπενίτο Μουσολίνι, ηγέτης της Ιταλίας, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «Ο Σύνδεσμος είναι πολύ καλός στο να επιβάλλεται όταν οι σπουργίτες φωνάζουν, αλλά εντελώς αδύνατος όταν κυνηγούν οι αετοί».
Μετά από μια σειρά από αξιοσημείωτες επιτυχίες αλλά και ορισμένες αποτυχίες στις αρχές της δεκαετίας του 1920, ο Σύνδεσμος τελικά αποδείχθηκε ανίκανος να εμποδίσει την επιθετικότητα των Δυνάμεων του Άξονα κατά τη δεκαετία του 1930. Η έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απέδειξε ότι ο Σύνδεσμος είχε αποτύχει στον πρωταρχικό σκοπό του, που ήταν η αποφυγή κάθε Παγκόσμιου Πολέμου στο μέλλον. Μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) θα αντικαταστήσει τον Σύνδεσμο της Κοινωνίας των Εθνών, που καταργήθηκε επίσημα το 1946, και θα κληρονομήσει μια σειρά από φορείς και οργανισμούς που ιδρύθηκαν από τον Σύνδεσμο.
Η έννοια μίας ειρηνικής Κοινότητας των Εθνών βέβαια είχε περιγραφεί ήδη από το 1795, όταν ο Εμμάνουελ Καντ στο έργο του Διαρκής Ειρήνη: Ένα φιλοσοφικό Σχέδιο υπογραμμίζει την ιδέα μιας Κοινωνίας [Συνδέσμου] Εθνών που θα ελέγχει τις συγκρούσεις και θα προωθεί την ειρήνη μεταξύ των κρατών. Επίσης η Διεθνής συνεργασία για την προώθηση της συλλογικής ασφάλειας άρει την καταγωγή της από τη Συναυλία της Ευρώπης και αναπτύχθηκε μετά τους Ναπολεόντιους Πολέμους του 19ου αιώνα, σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί το “status quo” μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και έτσι να αποφεύγονται οι πόλεμοι. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου με το πρώτο Συνέδριο της Γενεύης για τη θέσπιση νόμων σχετικά με την ανθρωπιστική βοήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου και τις διεθνείς συμβάσεις της Χάγης του 1899 και 1907 που διέπουν τους κανόνες του πολέμου και την ειρηνική διευθέτηση των διεθνών διενέξεων. Πρόδρομος του Συνδέσμου της Κοινωνίας των Εθνών, υπήρξε η Διακοινοβουλευτική Ένωση (ΔΚΕ/IPU), που έχει σχηματιστεί από τους ακτιβιστές της ειρήνης Ουίλιαμ Ράνταλ Κρέμερ και Φρεντερίκ Πασσί το 1889. Ο οργανισμός αυτός είχε διεθνή δραστηριότητα, με το ένα τρίτο των μελών των κοινοβουλίων, στις 24 χώρες που είχαν κοινοβούλια, να υπηρετούν ως μέλη του ΔΚΕ/IPU μέχρι το 1914. Οι στόχοι του ήταν να ενθαρρύνει τις κυβερνήσεις να επιλύσουν διεθνείς διενέξεις με ειρηνικά μέσα και τη διαιτησία, καθώς και η διοργάνωση ετήσιων συνεδρίων για να βοηθήσουν τις κυβερνήσεις να βελτιώσουν τις διαδικασίες της διεθνούς διαιτησίας. Στην δομή του ΔΚΕ/IPU υπήρχε ένα Συμβούλιο με επικεφαλής έναν Πρόεδρο, κάτι που αργότερα θα αντικατοπτρίζονταν στη δομή του Συνδέσμου.
Στο ξεκίνημα του εικοστού αιώνα δυο μπλοκ εξουσίας εμφανίστηκαν μέσω συμμαχιών μεταξύ των Ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτές οι συμμαχίες, που τέθηκαν σε ισχύ με την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, ήταν αυτές που ενέπλεξαν όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στον πόλεμο. Αυτός ήταν ο πρώτος μεγάλος πόλεμος μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και η πρώτη φορά που τα επιτεύγματα της εκβιομηχάνισης (για παράδειγμα η μαζική παραγωγή) χρησιμοποιήθηκαν για πόλεμο. Το αποτέλεσμα αυτής της βιομηχανικής πολεμικής σύγκρουσης είχε έναν άνευ προηγουμένου αριθμό θυμάτων, με οκτώμισι εκατομμύρια μέλη των ενόπλων δυνάμεων νεκρούς, περίπου 21 εκατομμύρια τραυματίες και περίπου 10 εκατομμύρια θανάτους αμάχων. Κατά τον χρόνο που οι εχθροπραξίες τελείωσαν, το Νοέμβριο 1918, ο πόλεμος είχε σοβαρές επιπτώσεις, επηρεάζοντας τα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά συστήματα της Ευρώπης και προκαλώντας υλικές και ψυχολογικές βλάβες στην ήπειρο. Το αντιπολεμικό συναίσθημα αυξήθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο: ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος χαρακτηρίσθηκε ως «ο πόλεμος που θα τερματίσει όλους τους πολέμους» και τα πιθανά αίτιά του διερευνήθηκαν επισταμένως. Ως αίτια εντοπίστηκαν και περιλαμβάνονται ο ανταγωνισμός εξοπλισμών, οι συμμαχίες, η μυστική διπλωματία και η ελευθερία των κυρίαρχων κρατών να κηρύττουν πόλεμο για ίδιον όφελος. Ως αντιληπτά διορθωτικά μέτρα για τα αίτια αυτά θεωρήθηκαν, η δημιουργία μιας διεθνούς οργάνωσης της οποίας στόχος θα ήταν να αποφευχθούν μελλοντικά πόλεμοι μέσω του αφοπλισμού, της ανοιχτής διπλωματίας, της διεθνούς συνεργασίας, των περιορισμών στο δικαίωμα κηρύξεων πολέμων και κυρώσεις που έκαναν τον πόλεμο κακή επιλογή για τους λαούς.

Ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνονταν, μια σειρά από κυβερνήσεις και ομάδες είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσουν σχέδια αλλαγής του τρόπου με τον οποίο οι διεθνείς σχέσεις πραγματοποιούνταν, προκειμένου να προληφθεί η επανάληψη πολέμων. Η ιδέα για την ίδια την Κοινωνία των Εθνών φαίνεται να έχει δημιουργηθεί από τον Βρετανό υπουργό Εξωτερικών Έντουαρντ Γκρέι (Edward Grey). Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον και ο σύμβουλός του Συνταγματάρχης Έντουαρντ Χάουζ (Edward M. House) υιοθέτησαν με ενθουσιασμό την ιδέα ως μέσο για την αποφυγή τυχόν επανάληψης της αιματοχυσίας που είδε ο κόσμος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων, η οποία επιδίωξε μια μόνιμη ειρήνη μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενέκρινε την πρόταση της δημιουργίας της Κοινωνίας των Εθνών (γαλλικά: Société des Nations, γερμανικά: Völkerbund) στις 25 Ιανουαρίου 1919. Το Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών συντάχθηκε από ειδική επιτροπή, και ο Σύνδεσμος συστήθηκε από το Μέρος Ι της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στις 28 Ιουνίου 1919, το Σύμφωνο υπεγράφη από 44 κράτη, συμπεριλαμβανομένων και των 31 κρατών τα οποία είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο στο πλευρό της Τριπλής Αντάντ ή εντάχθηκαν σε αυτή κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων. Παρά τις προσπάθειες του Ουίλσον να καθορίσει και να προωθήσει τον Σύνδεσμο της Κοινωνίας των Εθνών, για τον οποίο του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1919, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν εντάχθηκαν στον Σύνδεσμο. Η Αντιπολίτευση στην αμερικανική Γερουσία, κυρίως από τους ρεπουμπλικάνους πολιτικούς Χένρι Κάμποτ Λοτζ (Henry Cabot Lodge) και Ουίλιαμ Μπόρα (William E. Borah), μαζί με την άρνηση του Ουίλσον για συμβιβασμό, είχε ως αποτέλεσμα οι Ηνωμένες Πολιτείες να μην επικυρώσουν τη Σύμβαση.
Ο Σύνδεσμος διεξήγαγε το πρώτο Συμβούλιο που συνήλθε στο Παρίσι στις 16 Ιανουαρίου 1920, έξι ημέρες μετά από την ημέρα που η Συνθήκη των Βερσαλλιών τέθηκε σε ισχύ. Τον Νοέμβριο η έδρα του Συνδέσμου μεταφέρθηκε στη Γενεύη, όπου την πρώτη Γενική Συνέλευση που πραγματοποιήθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1920 παρακολούθησαν εκπρόσωποι 41 εθνών.
Η κοινωνία των εθνών σταμάτησε τον πόλεμο μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας όταν τον Οκτώβριο του 1925 η δικτατορία του Παγκάλου εισέβαλε στη γείτονος χώρα και κατέλαβε το Πετρίτσι ύστερα από επεισόδια στα σύνορα. Η Βουλγαρική κυβέρνηση εμπιστευόμενη την ΚτΕ προσέφυγε για τη διευθέτηση του ζητήματος δια της διπλωματικής οδού και η ΚτΕ καταδίκασε την Ελληνική εισβολή ζητώντας τόσο την απόσυρση των ελληνικών στρατευμάτων όσο και την αποζημίωση της Βουλγαρίας. Η Ελλάδα συμμορφώθηκε, αλλά παραπονέθηκε για την διαφορετική αντιμετώπιση της επίλυσης σε σύγκριση με την Ιταλία στο αντίστοιχο περιστατικό της Κέρκυρας.
Στη Λιβερία μετά τις κατηγορίες για εξαναγκασμένη εργασία στις τεράστιες, ιδιοκτησίας της αμερικανικής εταιρίας Firestone, φυτείες καουτσούκ και αμερικανικές κατηγορίες για εμπορία δούλων, η κυβέρνηση ζήτησε από την ΚτΕ τη διενέργεια έρευνας. Η Επιτροπή που δημιουργήθηκε για την έρευνα αυτή ορίσθηκε από κοινού από την ΚτΕ, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τη Λιβερία. Το 1930 η έκθεση της ΚτΕ επιβεβαίωσε την ύπαρξη δουλείας και καταναγκαστικής εργασίας. Στην έκθεση αναφέρεται ότι εμπλέκονται πολλοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι στην πώληση κατά συμβόλαιο δούλων και εισηγήθηκε την αντικατάσταση από Ευρωπαίους ή Αμερικανούς.
Η λιβεριανή κυβέρνηση λοιπόν κήρυξε παράνομη την αναγκαστική εργασία και τη δουλεία και ζήτησε την αμερικανική συνδρομή, αίτημα που δημιούργησε οργή στο εσωτερικό της Λιβερίας και οδήγησε στην παραίτηση του Προέδρου Τσαρλς Δ. Β. Κινγκ και του Αντιπροέδρου του. Η ΚτΕ τότε απείλησε την θέσπιση καθεστώτος κηδεμονίας πάνω στην Λιβερία εκτός εάν πραγματοποιούνταν μεταρρυθμίσεις. Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αυτών έγινε το επίκεντρο του ενδιαφέροντος του νέου Προέδρου Έντουιν Μπάρκλεϊ.
Στο επεισόδιο του Μούκντεν, γνωστό επίσης ως «περιστατικό της Μαντζουρίας» ή «η Άπω Ανατολική Κρίση» ήταν μία από τις μεγάλες οπισθοδρομήσεις της ΚτΕ και έδρασε ως καταλύτης για την απόσυρση της Ιαπωνίας από τον οργανισμό. Βάσει των όρων της συμφωνίας μίσθωσης, η ιαπωνική κυβέρνηση είχε το δικαίωμα να διατηρεί τα στρατεύματά της στην περιοχή γύρω από τη Νότια Μαντζουριανή Σιδηροδρομική γραμμή, σημαντικό άξονα των συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, στην κινεζική περιοχή της Μαντζουρίας. Το Σεπτέμβριο του 1931 ένα τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής καταστράφηκε ελαφρώς από αξιωματικούς και στρατιώτες του Ιαπωνικού στρατού Κβάντουνγκ ως πρόφαση για την εισβολή στην Μαντζουρία. Ο Ιαπωνικός στρατός ωστόσο ισχυρίστηκε ότι οι Κινέζοι στρατιώτες σαμποτάρισαν την σιδηροδρομική γραμμή και σε μορφή αντιποίνων (δρώντας αντίθετα με τις εντολές της πολιτικής ηγεσίας) κατέλαβε ολόκληρη την περιοχή της Μαντζουρίας. Μετονόμασαν την περιοχή σε Μαντσούκουο, και στις 9 Μαρτίου 1932, δημιούργησαν μια κυβέρνηση-μαριονέτα με τον Που Γι, πρώην αυτοκράτορα της Κίνας, ως επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας.
Σε διεθνές επίπεδο, η νέα αυτή χώρα αναγνωρίσθηκε μόνο από τις κυβερνήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος εξακολούθησε να θεωρεί την Μαντζουρία νόμιμα τμήμα της Κίνας. Το 1932 Ιαπωνικές αεροπορικές και θαλάσσιες δυνάμεις βομβάρδισαν την κινεζική πόλη της Σαγκάης που πυροδότησε έναν σύντομο πόλεμο καλούμενο περιστατικό της 28ης Ιανουαρίου. Η Κοινωνία των Εθνών συμφώνησε στο αίτημα βοηθείας από την Κινεζική κυβέρνηση, αλλά το μακρύ ταξίδι με πλοίο καθυστέρησε τους εντεταλμένους της ΚτΕ να διερευνήσουν το θέμα. Όταν έφθασαν, οι εντεταλμένοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους κινέζικους ισχυρισμούς ότι οι Ιάπωνες είχαν εισβάλει παράνομα, ενώ οι Ιάπωνες υποστήριξαν ότι ενεργούσαν για την διατήρηση της ειρήνης στην περιοχή.
Παρά το υψηλό κύρος της Ιαπωνίας στην ΚτΕ η μετέπειτα Έκθεση Λύττον κήρυττε την Ιαπωνία εν αδίκω και απαιτούσε τα εδάφη της Μαντσουρίας να επιστραφούν στην Κίνα. Πριν καν ψηφιστεί από την Εθνοσυνέλευση η έκθεση, η Ιαπωνία ανακοίνωσε την πρόθεσή της να προωθήσει περαιτέρω τις δυνάμεις της στην Κίνα. Η έκθεση πέρασε με 42-1 ψήφους στην Εθνοσυνέλευση το 1933 (μόνο η Ιαπωνία ψήφισε κατά), αλλά αντί να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κίνα, η Ιαπωνία απέσυρε τη συμμετοχή της στην Κοινωνία των Εθνών.
Κατά το Σύμφωνο της Κοινωνίας των Εθνών, η ΚτΕ θα έπρεπε να απαντήσει με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων κατά της Ιαπωνίας ή να συγκεντρώσει στρατό και να κηρύξει πόλεμο. Καμία από αυτές τις δράσεις δεν αναλήφθηκε. Η επιβολή οικονομικών κυρώσεων θα ήταν σχεδόν άχρηστη επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήταν μέλος της ΚτΕ και έτσι οικονομικές κυρώσεις που θα έθετε στα κράτη μέλη της η ΚτΕ θα ήταν αναποτελεσματικές, καθώς η χώρα που θα περιορίζονταν από τις συναλλαγές με άλλα κράτη μέλη θα μπορούσε απλά να στρέψει τις συναλλαγές της στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η ΚτΕ θα μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό αλλά οι κύριες δυνάμεις όπως η Βρετανία και η Γαλλία ήταν απασχολημένες πάρα πολύ με τις δικές τους υποθέσεις, όπως η διατήρηση του ελέγχου των εκτεταμένων αποικιών τους, ιδιαίτερα μετά την αναταραχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ιαπωνία λοιπόν διατήρησε τον έλεγχο της Μαντζουρίας μέχρι που ο Κόκκινος Στρατός της Σοβιετικής Ένωσης κατέλαβε την περιοχή και την επέστρεψε στην Κίνα κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η ΚτΕ απέτυχε επίσης να αποτρέψει το 1932 τον πόλεμο μεταξύ της Βολιβίας και της Παραγουάης για την άγονη περιοχή του Γκραν Τσάκο της Νότιας Αμερικής, στα σύνορα μεταξύ των δυο χωρών. Παρά το γεγονός ότι η περιοχή ήταν αραιοκατοικημένη, περιείχε τον ποταμό Παραγουάη που θα έδινε σε μία από τις δύο μεσόγειες χώρες πρόσβαση στον Ατλαντικό Ωκεανό και υπήρχε επίσης η εκτίμηση, που αργότερα αποδείχθηκε εσφαλμένη, ότι το Γκραν Τσάκο θα είναι πλούσια πηγή πετρελαίου. Οι συνοριακές αψιμαχίες καθ’ όλο της δεκαετίας του 1920 εξελίχθηκαν σε πλήρη πόλεμο το 1932, όταν ο Βολιβιανός στρατός επιτέθηκε στους Παραγουανούς στο Φορτ Κάρλος Αντόνιο Λόπες στη Λίμνη Πιτιαντούτα.
Η Παραγουάη άσκησε έφεση στην Κοινωνία των Εθνών, αλλά η ΚτΕ δεν ανέλαβε δράση καθώς το Παναμερικανικό Συνέδριο προσφέρθηκε να μεσολαβήσει. Ο πόλεμος υπήρξε καταστροφικός για τις δύο πλευρές, προκαλώντας 57.000 απώλειες για τη Βολιβία, της οποίας ο πληθυσμός ήταν περίπου τρία εκατομμύρια, και για την Παραγουάη, της οποίας ο πληθυσμός ήταν περίπου ένα εκατομμύριο, 36.000 νεκρούς. Επίσης, έφερε τις δύο χώρες στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής. Μέχρι τη στιγμή που η κατάπαυση του πυρός αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης στις 12 Ιουνίου 1935, η Παραγουάη είχε καταλάβει τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής. Αυτό αναγνωρίσθηκε το 1938 στην εκεχειρία με την οποία παραχωρήθηκαν στην Παραγουάη τα τρία τέταρτα του βόρειου Τσάκο.
Τον Οκτώβριο του 1935 ο Ιταλός ηγέτης Μπενίτο Μουσολίνι έστειλε 400.000 στρατιώτες να εισβάλουν στην Αβυσσηνία (Αιθιοπία). Ο Στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο διοικούσε την εκστρατεία από το Νοέμβριο του 1935, διατάσσοντας, με την άδεια του Μουσολίνι, βομβαρδισμούς, τη χρήση χημικών όπλων όπως το αέριο μουστάρδας και την δηλητηρίαση του δικτύου ύδρευσης, εναντίον στόχων που περιελάμβαναν ανυπεράσπιστα χωριά και ιατρικές εγκαταστάσεις. Ο σύγχρονος Ιταλικός στρατός κατανίκησε τις αδύναμες ένοπλες δυνάμεις της Αβυσσηνίας και κατέλαβε την Αντίς Αμπέμπα το Μάιο του 1936, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ σε φυγή.
Η Κοινωνία των Εθνών επίσης καταδίκασε την επίθεση της Ιταλίας και επέβαλε οικονομικές κυρώσεις το Νοέμβριο του 1935, αλλά οι κυρώσεις ήταν σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές διότι δεν απαγόρευσαν την πώληση πετρελαίου ή το κλείσιμο των στενών της Διώρυγας του Σουέζ (που ελέγχονταν από τη Βρετανία). Όπως παρατήρησε αργότερα ο Βρετανός Πρωθυπουργός Στάνλεϊ Μπάλντουιν, αυτό συνέβη τελικά επειδή κανείς δεν είχε διαθέσιμες στρατιωτικές δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν την Ιταλική επίθεση. Τον Οκτώβριο του 1935, ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ντελάνο Ρούσβελτ (μη μέλος της ΚτΕ) επικαλέστηκε τον Αμερικανικό Νόμο Ουδετερότητας του 1935 και θέσπισε εμπάργκο πώλησης όπλων και πυρομαχικών προς τις δύο πλευρές αλλά επιπλέον και ένα «ηθικό εμπάργκο» για τους εμπόλεμους Ιταλούς, που αφορούσε την απαγόρευση πώλησης και άλλων εμπορικών αγαθών.
Στις 5 Οκτωβρίου και αργότερα στις 29 Φεβρουαρίου 1936 οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπάθησαν, με αβέβαιη επιτυχία, να περιορίσουν τις εξαγωγές πετρελαίου και άλλων υλικών στα επίπεδα της κανονικής περιόδου ειρήνης. Η ΚτΕ ήρε τις κυρώσεις στις 4 Ιουλίου 1936 αλλά μέχρι τότε η Ιταλία είχε ήδη αποκτήσει τον έλεγχο των αστικών περιοχών της Αβησσυνίας. Το Δεκέμβριο του 1935 το Σύμφωνο Σταθερότητας Χόαρ-Λαβάλ (Hoare-Laval) ήταν μια προσπάθεια του Βρετανού υπουργού Εξωτερικών Σάμιουελ Χόαρ και του Γάλλου πρωθυπουργού Πιέρ Λαβάλ για τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Αβησσυνία με την κατάρτιση ενός σχεδίου για τη διχοτόμηση της χώρας σε δύο μέρη: έναν Ιταλικό τομέα και έναν αβησσυνιακού τομέα. Ο Μουσολίνι ήταν διατεθειμένος να συμφωνήσει με το Σύμφωνο· ωστόσο, η είδηση για την προετοιμασία υπογραφής του Σύμφωνου διέρρευσε τόσο στη βρετανική όσο και τη γαλλική κοινή γνώμη που διαμαρτυρήθηκαν εντονότατα εναντίον της, περιγράφοντάς την ως ξεπούλημα της Αβησσυνίας.
Οι Χόαρ και Λαβάλ υποχρεώθηκαν να παραιτηθούν από τις θέσεις τους και τόσο η βρετανική όσο και η γαλλική κυβέρνηση αποστασιοποιήθηκαν από αυτούς. Τον Ιούνιο του 1936, παρόλο που δεν υπήρχε προηγούμενο Αρχηγού Κράτους να απευθύνεται στην Εθνοσυνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών, προσωπικά ο αυτοκράτορας της Αιθιοπίας Χαϊλέ Σελασιέ Ι μίλησε στη Συνέλευση και επικαλέστηκε την βοήθειά της για την προστασία της χώρας του.
Όπως συνέβη και με την Ιαπωνία, η ισχύς των μεγάλων δυνάμεων στην αντιμετώπιση της κρίσης στην Αβησσυνία μετριάσθηκε από την αντίληψη ότι η μοίρα των φτωχών αυτής της μακρινής χώρας που δεν κατοικούνταν από Ευρωπαίους δεν αποτελούσε δικό τους κεντρικό ενδιαφέρον. Επιπλέον, έδειξε πως η ΚτΕ μπορούσε να επηρεαστεί από το ατομικό συμφέρον των μελών της. Επίσης, ένας από τους λόγους για τους οποίους οι κυρώσεις δεν ήταν ιδιαίτερα σκληρές ήταν ότι τόσο η Βρετανία και η Γαλλία φοβούνταν την προοπτική της σύστασης συμμαχίας μεταξύ του Μουσολίνι και του Αδόλφου Χίτλερ.
Στις 17 Ιουλίου 1936 ο Ισπανικός Στρατός ξεκίνησε ένα πραξικόπημα που οδήγησε σε μια παρατεταμένη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των Ισπανών Ρεπουμπλικάνων (την αριστερή νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση της Ισπανίας) και τους εθνικιστές, συντηρητικούς, αντικομμουνιστές αντάρτες στους οποίους περιλαμβάνονταν και οι περισσότεροι αξιωματικοί του Ισπανικού στρατού. Ο Άλβαρεθ ντελ Βάγιο, ο Ισπανός υπουργός Εξωτερικών, άσκησε προσφυγή ενώπιον της ΚτΕ τον Σεπτέμβριο του 1936 ζητώντας ενισχύσεις για να υπερασπιστούν την εδαφική της ακεραιότητα και την πολιτική ανεξαρτησία. Τα μέλη της ΚτΕ ωστόσο δεν επενέβησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο αλλά ούτε απέτρεψαν ξένες επεμβάσεις στη σύγκρουση. Οι Χίτλερ και Μουσολίνι συνέχισαν την ενίσχυση του στρατηγού Φράνκο και του Εθνικιστικού Μετώπου, και η Σοβιετική Ένωση ενίσχυσε την ισπανική κυβέρνηση. Το Φεβρουάριο του 1937 η ΚτΕ ξεκίνησε την απαγόρευση της επέμβασης εθελοντών ξένων εθνών.
Καθώς όμως η κατάσταση στην Ευρώπη εξελισσόταν σε ανοιχτό πόλεμο, η Εθνοσυνέλευση μετέφερε αρκετή ισχύ στο Γενικό Γραμματέα στις 30 Σεπτεμβρίου 1938 και 14 Δεκεμβρίου 1939 ώστε να επιτρέψει στην ΚτΕ να συνεχίσει νόμιμα να υφίσταται και να εκτελούνται μειωμένες λειτουργίες. Η έδρα της Κοινωνίας των Εθνών, το Παλάτι των Εθνών, παρέμενε ελεύθερο, καθώς ήταν σε ελβετικό έδαφος,για έξι περίπου έτη, μέχρι το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Η ίδρυση του ΟΗΕ
Η τελική συνεδρίαση της Κοινωνίας των Εθνών πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 1946 στη Γενεύη. Σύνεδροι από 43 κράτη συμμετείχαν στη Εθνοσυνέλευση. Αυτή η συνεδρίαση ασχολήθηκε με την εκκαθάριση της Κοινωνίας των Εθνών: περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου $ 22.000.000 το 1946, συμπεριλαμβανομένου του Παλατιού της Ειρήνης και των αρχείων της ΚτΕ, μεταβιβάστηκαν στον ΟΗΕ, αποθεματικά κεφάλαια επιστράφηκαν στα έθνη που τα είχαν καταβάλει, και τα χρέη της ΚτΕ διευθετήθηκαν.

Η πρόταση διάλυσης της Κοινωνίας των Εθνών πέρασε ομόφωνα: «Η Κοινωνία των Εθνών, παύει να υφίσταται εκτός από τα σχετικά με την εκκαθάριση των υποθέσεών της». Η πρόταση διάλυσης της ΚτΕ επίσης καθόρισε την ημερομηνία του τέλους του Οργανισμού ως την επόμενη ημέρα μετά το κλείσιμο της Εθνοσυνέλευσης. Στις 19 Απριλίου 1946 ο Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, Νορβηγός Κάρλ Χάμπρο, δήλωσε πως «η εικοστή πρώτη και η τελευταία σύνοδος της Γενικής Εθνοσυνέλευσης της Κοινωνίας των Εθνών έκλεισε». Ως αποτέλεσμα, η Κοινωνία των Εθνών έπαψε να υφίσταται στις 20 Απριλίου 1946.
Κατά την Διάσκεψη της Τεχεράνης το 1943, οι Συμμαχικές Δυνάμεις συμφώνησαν να δημιουργήσουν ένα νέο όργανο που θα αντικαταστήσει την ΚτΕ: τα Ηνωμένα Έθνη. Πολλοί φορείς της ΚτΕ, όπως ο Διεθνής Οργανισμός Εργασίας συνέχισαν να λειτουργούν και τελικά συνδέθηκαν με τον ΟΗΕ. Η διάρθρωση των Ηνωμένων Εθνών επρόκειτο να τον καταστήσει αποτελεσματικότερο από την ΚτΕ. Οι κύριοι Σύμμαχοι του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου (το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σοβιετική Ένωση, η Γαλλία, οι Η.Π.Α. και η Κίνα) αποτέλεσαν τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ: Αυτές οι νέες «Μεγάλες Δυνάμεις» απέκτησαν σημαντική διεθνή επιρροή, αντικατοπτρίζοντας το Συμβούλιο της ΚτΕ.
Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ είναι δεσμευτικές για όλα τα μέλη του ΟΗΕ· ωστόσο, δεν απαιτούνται ομόφωνες αποφάσεις, σε αντίθεση με το Συμβούλιο της ΚτΕ. Στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ παραχωρήθηκε επίσης το δικαίωμα του βέτο στις αποφάσεις του Συμβουλίου έτσι ώστε να προστατεύουν τα ζωτικά τους συμφέροντα, κάτι το οποίο εμπόδισε τα Ηνωμένα Έθνη να ενεργήσουν αποφασιστικά σε πολλές περιπτώσεις.
Όπως και η ΚτΕ, ο ΟΗΕ δεν έχει δικές του ένοπλες δυνάμεις, όμως είχε μεγαλύτερη επιτυχία από την ΚτΕ στην επίκληση των μελών του για ένοπλες επεμβάσεις, όπως κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κορέας και της αποστολής στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Ο ΟΗΕ σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκάστηκε να βασιστεί στις οικονομικές κυρώσεις. Ο ΟΗΕ έχει επίσης μεγαλύτερη επιτυχία από την ΚτΕ στην προσέλκυση μελών από τις χώρες του κόσμου, καθιστώντας τον πιο αντιπροσωπευτικό.
Το έργο του ΟΗΕ
Το έργο που έχει επιτελέσει και συνεχίζει να επιτελεί ο ΟΗΕ στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης, της ασφάλειας, της ανάπτυξης, καθώς και της συνεργασία μεταξύ των Εθνών για την επίλυση διεθνών κρίσεων και την προώθηση της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι πολύ σημαντικό. Βασικό εργαλείο μάλιστα για την επίτευξη της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας αποτελούν οι Ειρηνευτικές Επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών, που σήμερα ανέρχονται σε 14.
Παρά τον “ουτοπικό” στόχο του, τις εγγενείς αδυναμίες του, τις αποτυχίες και τα λάθη του, την αγνόηση ή ακόμα και τον διασυρμό του από τους ισχυρούς του κόσμου, 75 χρόνια μετά την ίδρυσή του ο ΟΗΕ παραμένει το αδιαμφισβήτητο σημείο αναφοράς στο στερέωμα των διεθνών σχέσεων.
Από το 1945 μέχρι σήμερα ο ΟΗΕ κατόρθωσε να διευθετήσει 172 ένοπλες συγκρούσεις στον κόσμο. Από την άλλη, χρεώνεται όμως με ορισμένες καίριες αποτυχίες στην εκπλήρωση του ρόλου του, αποτέλεσμα των εγγενών αδυναμιών του, μια από τις οποίες είναι και η χειραγώγησή του από τις μεγάλες δυνάμεις. Παρά τη δέσμευσή του στην προάσπιση της ειρήνης και της αποτροπής των πολέμων, ο ΟΗΕ δεν κατόρθωσε να εμποδίσει τη γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994 που προκάλεσε 1 εκατ. νεκρούς ούτε να αποτρέψει τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την απόσχιση του Κοσόβου, την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003 ή να εμποδίσει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και αυτό διότι η οικονομική εξάρτησή του από τις μεγάλες δυνάμεις τον αναγκάζει να υποκύπτει στους εκάστοτε εκβιασμούς τους και στην εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.
Συνοπτικά, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, από την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέχρι την αντιμετώπιση ανθρωπιστικών καταστροφών, από την διαχείριση κρίσεων μέχρι τις παγκόσμιες συμφωνίες αφοπλισμού, και από την προστασία του περιβάλλοντος έως τα προγράμματα επισιτιστικής βοήθειας, τα Ηνωμένα Έθνη αγγίζουν την καθημερινότητα δισεκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη μεν αλλά η αποτρεπτική του ισχύς ως προς τις πολεμικές συγκρούσεις είναι προβληματική. Παρόλα αυτά το εύρος δράσης του Οργανισμού σε κοινωνικά, υγειονομικά και ζητήματα δικαιωμάτων επεκτείνεται διαρκώς, με στόχο να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις νέες προκλήσεις (π.χ. την εξάπλωση επιδημιών, όπως του Κορωνοϊού). Προκειμένου όμως ο ΟΗΕ να καταστεί περισσότερο ευέλικτος και αποτελεσματικός, ιδιαίτερα κατά την άσκηση προληπτικής διπλωματίας, καθώς και για να αντικατοπτρίζει ακριβέστερα τη σύγχρονη πολιτικοοικονομική πραγματικότητα, συζητείται στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών η μεταρρύθμιση του Οργανισμού, την οποία η Ελλάδα υποστηρίζει.
H Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των 51 ιδρυτικών μελών του ΟΗΕ. Η χώρα μας παραμένει πλήρως προσηλωμένη στα πανανθρώπινα ιδανικά του ΟΗΕ, υποστηρίζει ενθέρμως τον Οργανισμό ως θεματοφύλακα της διεθνούς έννομης τάξης και συμμετέχει ενεργά στις εργασίες του. Οι βασικοί άξονες της ελληνικής ενεργού παρουσίας στον Οργανισμό μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: προώθηση δημοκρατικών αρχών διακυβέρνησης, ειρηνική επίλυση διαφορών, αυστηρή τήρηση των κανόνων του διεθνούς δικαίου και απόλυτος σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Ελλάδα εξελέγη ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την περίοδο 2005-2006 και έχει θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για θέση μη μονίμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την περίοδο 2025-2026.
Τα κράτη μέλη
Όλες οι ανεξάρτητες χώρες του κόσμου είναι μέλη του ΟΗΕ, εκτός από την Πόλη του Βατικανού, ενώ μέλος του ΟΗΕ δεν είναι και η Ταϊβάν. Ειδικότερα, 193 συνολικά είναι τα κράτη μέλη του ΟΗΕ. Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται τα μέλη και η μερομηνία ένταξης:
| Α/Α | ΧΩΡΑ | ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΤΑΞΗΣ |
| 1 | ΑΙΓΥΠΤΟΣ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 2 | ΑΪΤΗ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 3 | ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 4 | ΒΡΑΖΙΛΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 5 | ΓΑΛΛΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 6 | ΔΑΝΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 7 | ΔΟΜΙΝΙΚΑΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 8 | ΕΛ ΣΑΛΒΑΔΟΡ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 9 | Η.Π.Α | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 10 | ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 11 | ΙΡΑΝ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 12 | ΚΙΝΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 13 | ΚΟΥΒΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 14 | ΛΕΥΚΟΡΩΣΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 15 | ΛΙΒΑΝΟΣ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 16 | ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 17 | ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 18 | ΝΙΚΑΡΑΓΟΥΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 19 | ΟΥΚΡΑΝΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 20 | ΠΑΡΑΓΟΥΑΗ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 21 | ΠΟΛΩΝΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 22 | ΡΩΣΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 23 | ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 24 | ΣΥΡΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 25 | ΤΟΥΡΚΙΑ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 26 | ΦΙΛΙΠΠΙΝΕΣ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 27 | ΧΙΛΗ | 24 Οκτωβρίου 1945 |
| 28 | ΕΛΛΑΔΑ | 25 Οκτωβρίου 1945 |
| 29 | ΙΝΔΙΑ | 30 Οκτωβρίου 1945 |
| 30 | ΠΕΡΟΥ | 31 Οκτωβρίου 1945 |
| 31 | ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ | 1 Νοεμβρίου 1945 |
| 32 | ΚΟΣΤΑ ΡΙΚΑ | 2 Νοεμβρίου 1945 |
| 33 | ΛΙΒΕΡΙΑ | 2 Νοεμβρίου 1945 |
| 34 | ΚΟΛΟΜΒΙΑ | 5 Νοεμβρίου 1945 |
| 35 | ΜΕΞΙΚΟ | 7 Νοεμβρίου 1945 |
| 36 | ΝΟΤΙΑ ΑΦΡΙΚΗ | 7 Νοεμβρίου 1945 |
| 37 | ΚΑΝΑΔΑΣ | 9 Νοεμβρίου 1945 |
| 38 | ΑΙΘΙΟΠΙΑ | 13 Νοεμβρίου 1945 |
| 39 | ΠΑΝΑΜΑΣ | 13 Νοεμβρίου 1945 |
| 40 | ΒΟΛΙΒΙΑ | 14 Νοεμβρίου 1945 |
| 41 | ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ | 15 Νοεμβρίου 1945 |
| 42 | ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ | 21 Νοεμβρίου 1945 |
| 43 | ΝΟΡΒΗΓΙΑ | 27 Νοεμβρίου 1945 |
| 44 | ΟΛΛΑΝΔΙΑ | 10 Δεκεμβρίου 1945 |
| 45 | ΟΝΔΟΥΡΑ | 17 Δεκεμβρίου 1945 |
| 46 | ΟΥΡΟΥΓΟΥΑΗ | 18 Δεκεμβρίου 1945 |
| 47 | ΙΡΑΚ | 21 Δεκεμβρίου 1945 |
| 48 | ΙΣΗΜΕΡΙΝΟΣ | 21 Δεκεμβρίου 1945 |
| 49 | ΒΕΛΓΙΟ | 27 Δεκεμβρίου 1945 |
| 50 | ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ | 19 Νοεμβρίου 1946 |
| 51 | ΙΣΛΑΝΔΙΑ | 19 Νοεμβρίου 1946 |
| 52 | ΣΟΥΗΔΙΑ | 19 Νοεμβρίου 1946 |
| 53 | ΤΑΪΛΑΝΔΗ | 16 Δεκεμβρίου 1946 |
| 54 | ΠΑΚΙΣΤΑΝ | 30 Σεπτεμβρίου 1947 |
| 55 | ΥΕΜΕΝΗ | 30 Σεπτεμβρίου 1947 |
| 56 | ΜΙΑΝΜΑΡ | 19 Απριλίου 1948 |
| 57 | ΙΣΡΑΗΛ | 11 Μαΐου 1949 |
| 58 | ΙΝΔΟΝΗΣΙΑ | 28 Σεπτεμβρίου 1950 |
| 59 | ΑΛΒΑΝΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 60 | ΑΥΣΤΡΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 61 | ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 62 | ΙΟΡΔΑΝΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 63 | ΙΡΛΑΝΔΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 64 | ΙΣΠΑΝΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 65 | ΙΤΑΛΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 66 | ΚΑΜΠΟΤΖΗ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 67 | ΛΑΟΣ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 68 | ΛΙΒΥΗ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 69 | ΝΕΠΑΛ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 70 | ΟΥΓΓΑΡΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 71 | ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 72 | ΡΟΥΜΑΝΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 73 | ΣΡΙ ΛΑΝΚΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 74 | ΦΙΛΑΝΔΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1955 |
| 75 | ΜΑΡΟΚΟ | 12 Νοεμβρίου 1956 |
| 76 | ΣΟΥΔΑΝ | 12 Νοεμβρίου 1956 |
| 77 | ΤΥΝΗΣΙΑ | 12 Νοεμβρίου 1956 |
| 78 | ΙΑΠΩΝΙΑ | 18 Δεκεμβρίου 1956 |
| 79 | ΓΚΑΝΑ | 8 Μαρτίου 1957 |
| 80 | ΜΑΛΑΙΣΙΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1957 |
| 81 | ΓΟΥΙΝΕΑ | 12 Δεκεμβρίου 1958 |
| 82 | ΑΚΤΗ ΕΛΕΦΑΝΤΟΣΤΟΥ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 83 | ΓΚΑΜΠΟΝ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 84 | ΚΑΜΕΡΟΥΝ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 85 | ΚΕΝΤΡΟΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 86 | ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΓΚΟ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 87 | ΛΑΪΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΓΚΟ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 88 | ΚΥΠΡΟΣ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 89 | ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 90 | ΜΠΕΝΙΝ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 91 | ΜΠΟΥΡΚΙΝΑ ΦΑΣ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 92 | ΝΙΓΗΡΑΣ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 93 | ΣΟΜΑΛΙΑ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 94 | ΤΟΓΚΟ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 95 | ΤΣΑΝΤ | 20 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 96 | ΜΑΛΙ | 28 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 97 | ΣΕΝΕΓΑΛΗ | 28 Σεπτεμβρίου 1960 |
| 98 | ΝΙΓΗΡΙΑ | 7 Οκτωβρίου 1960 |
| 99 | ΣΙΕΡΑ ΛΕΟΝΕ | 27 Σεπτεμβρίου 1961 |
| 100 | ΜΑΥΡΙΤΑΝΙΑ | 27 Οκτωβρίου 1961 |
| 101 | ΜΟΓΓΟΛΙΑ | 27 Οκτωβρίου 1961 |
| 102 | ΤΑΝΖΑΝΙΑ | 14 Δεκεμβρίου 1961 |
| 103 | ΜΠΟΡΟΥΝΤΙ | 18 Σεπτεμβρίου 1962 |
| 104 | ΡΟΥΑΝΤΑ | 18 Σεπτεμβρίου 1962 |
| 105 | ΤΖΑΜΑΪΚΑ | 18 Σεπτεμβρίου 1962 |
| 106 | ΤΡΙΝΙΝΤΑΝΤ ΚΑΙ ΤΟΜΠΑΓΚΟ | 18 Σεπτεμβρίου 1962 |
| 107 | ΑΛΓΕΡΙΑ | 8 Οκτωβρίου 1962 |
| 108 | ΟΥΓΚΑΝΤΑ | 25 Οκτωβρίου 1962 |
| 109 | ΚΟΥΒΕΪΤ | 14 Μαΐου 1963 |
| 110 | ΚΕΝΥΑ | 16 Δεκεμβρίου 1963 |
| 111 | ΖΑΜΠΙΑ | 1 Δεκεμβρίου 1964 |
| 112 | ΜΑΛΑΟΥΙ | 1 Δεκεμβρίου 1964 |
| 113 | ΜΑΛΤΑ | 1 Δεκεμβρίου 1964 |
| 114 | ΓΚΑΜΠΙΑ | 21 Σεπτεμβρίου 1965 |
| 115 | ΜΑΛΔΙΒΕΣ | 21 Σεπτεμβρίου 1965 |
| 116 | ΣΙΓΚΑΜΠΟΥΡΗ | 21 Σεπτεμβρίου 1965 |
| 117 | ΓΟΥΙΑΝΑ | 20 Σεπτεμβρίου 1966 |
| 118 | ΛΕΣΟΤΟ | 17 Οκτωβρίου 1966 |
| 119 | ΜΠΟΤΣΟΥΑΝΑ | 17 Οκτωβρίου 1966 |
| 120 | ΜΠΑΡΜΠΑΝΤΟΣ | 9 Δεκεμβρίου 1966 |
| 121 | ΜΑΥΡΙΚΙΟΣ | 24 Απριλίου 1968 |
| 122 | ΕΣΟΥΑΤΙΝΙ | 24 Σεπτεμβρίου 1968 |
| 123 | ΙΣΗΜΕΡΙΝΗ ΓΟΥΙΝΕΑ | 12 Νοεμβρίου 1968 |
| 124 | ΦΙΤΖΙ | 13 Οκτωβρίου 1970 |
| 125 | ΚΑΤΑΡ | 21 Σεπτεμβρίου 1971 |
| 126 | ΜΠΑΧΡΕΙΝ | 21 Σεπτεμβρίου 1971 |
| 127 | ΗΝΩΜΕΝΑ ΑΡΑΒΙΚΑ ΕΜΙΡΑΤΑ | 21 Σεπτεμβρίου 1971 |
| 128 | ΓΕΡΜΑΝΙΑ | 18 Σεπτεμβρίου 1973 |
| 129 | ΜΠΑΧΑΜΕΣ | 18 Σεπτεμβρίου 1973 |
| 130 | ΓΟΥΙΝΕΑ-ΜΠΙΣΑΟΥ | 17 Σεπτεμβρίου 1974 |
| 131 | ΓΡΕΝΑΔΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1974 |
| 132 | ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ | 17 Σεπτεμβρίου 1974 |
| 133 | ΜΟΖΑΜΒΙΚΗ | 16 Σεπτεμβρίου 1975 |
| 134 | ΠΡΑΣΙΝΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟ | 16 Σεπτεμβρίου 1975 |
| 135 | ΣΑΟ ΤΟΜΕ ΚΑΙ ΠΡΙΝΣΙΠΕ | 16 Σεπτεμβρίου 1975 |
| 136 | ΠΑΠΟΥΑ ΝΕΑ ΓΟΥΙΝΕΑ | 10 Οκτωβρίου 1975 |
| 137 | ΚΟΜΟΡΕΣ | 12 Νοεμβρίου 1975 |
| 138 | ΣΟΥΡΙΝΑΜ | 4 Δεκεμβρίου 1975 |
| 139 | ΣΕΫΧΕΛΛΕΣ | 21 Σεπτεμβρίου 1976 |
| 140 | ΑΝΓΚΟΛΑ | 1 Δεκεμβρίου 1976 |
| 141 | ΣΑΜΟΑ | 15 Δεκεμβρίου 1976 |
| 142 | ΒΙΕΤΝΑΜ | 20 Σεπτεμβρίου 1977 |
| 143 | ΤΖΙΜΠΟΥΤΙ | 19 Σεπτεμβρίου 1978 |
| 144 | ΝΗΣΟΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ | 19 Σεπτεμβρίου 1978 |
| 145 | ΔΟΜΙΝΙΚΑ | 18 Δεκεμβρίου 1978 |
| 146 | ΑΓΙΑ ΛΟΥΚΙΑ | 18 Σεπτεμβρίου 1979 |
| 147 | ΖΙΜΠΑΜΠΟΥΕ | 25 Αυγούστου 1980 |
| 148 | ΑΓΙΟΣ ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΓΡΕΝΑΔΙΝΕΣ | 13 Σεπτεμβρίου 1980 |
| 149 | ΒΑΝΟΥΑΤΟΥ | 15 Σεπτεμβρίου 1981 |
| 150 | ΜΠΕΛΙΖ | 25 Σεπτεμβρίου 1981 |
| 151 | ΑΝΤΙΓΚΟΥΑ ΚΑΙ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΤΑ | 11 Νοεμβρίου 1981 |
| 152 | ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΙ ΝΕΒΙΣ | 23 Σεπτεμβρίου 1983 |
| 153 | ΜΠΡΟΥΝΕΙ | 21 Σεπτεμβρίου 1984 |
| 154 | ΝΑΜΙΜΠΙΑ | 23 Απριλίου 1990 |
| 155 | ΛΙΧΤΕΝΣΤΑΪΝ | 18 Σεπτεμβρίου 1990 |
| 156 | ΕΣΘΟΝΙΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 157 | ΒΟΡΕΙΑ ΚΟΡΕΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 158 | ΝΟΤΙΑ ΚΟΡΕΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 159 | ΛΕΤΤΟΝΙΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 160 | ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 161 | ΝΗΣΙΑ ΜΑΡΣΑΛ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 162 | ΟΜΟΣΠΟΝΔΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΜΙΚΡΟΝΗΣΙΑΣ | 17 Σεπτεμβρίου 1991 |
| 163 | ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΙΝΟΣ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 164 | ΑΖΕΡΜΠΑΪΤΖΑΝ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 165 | ΑΡΜΕΝΙΑ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 166 | ΚΑΖΑΚΣΤΑΝ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 167 | ΚΙΡΓΙΖΙΑ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 168 | ΜΟΛΔΑΒΙΑ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 169 | ΟΥΖΜΠΕΚΙΣΤΑΝ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 170 | ΤΑΤΖΙΚΙΣΤΑΝ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 171 | ΤΟΥΡΚΜΕΝΙΣΤΑΝ | 2 Μαρτίου 1992 |
| 172 | ΒΟΣΝΙΑ ΚΑΙ ΕΡΖΕΓΟΒΙΝΗ | 22 Μαΐου 1992 |
| 173 | ΚΡΟΑΤΙΑ | 22 Μαΐου 1992 |
| 174 | ΣΛΟΒΕΝΙΑ | 22 Μαΐου 1992 |
| 175 | ΓΕΩΡΓΙΑ | 31 Ιουλίου 1992 |
| 176 | ΣΛΟΒΑΚΙΑ | 19 Ιανουαρίου 1993 |
| 177 | ΤΣΕΧΙΑ | 19 Ιανουαρίου 1993 |
| 178 | ΒΟΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ | 8 Απριλίου 1993 |
| 179 | ΕΡΥΘΡΑΙΑ | 28 Μαΐου 1993 |
| 180 | ΜΟΝΑΚΟ | 28 Μαΐου 1993 |
| 181 | ΑΝΔΟΡΡΑ | 28 Ιουλίου 1993 |
| 182 | ΠΑΛΑΟΥ | 15 Δεκεμβρίου 1994 |
| 183 | ΚΙΡΙΜΠΑΤΙ | 14 Σεπτεμβρίου 1999 |
| 184 | ΝΑΟΥΡΟΥ | 14 Σεπτεμβρίου 1999 |
| 185 | ΤΟΝΓΚΑ | 14 Σεπτεμβρίου 1999 |
| 186 | ΤΟΥΒΑΛΟΥ | 5 Σεπτεμβρίου 2000 |
| 187 | ΣΕΡΒΙΑ | 1 Νοεμβρίου 2000 |
| 188 | ΕΛΒΕΤΙΑ | 10 Σεπτεμβρίου 2002 |
| 189 | ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΤΙΜΟΡ | 27 Σεπτεμβρίου 2002 |
| 190 | ΜΑΥΡΟΒΟΥΝΙΟ | 28 Ιουνίου 2006 |
| 191 | ΝΟΤΙΟ ΣΟΥΔΑΝ | 24 Ιουλίου 2011 |
| 192 | ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ* | 29 Νοεμβρίου 2012 |
| 193 | ΑΓΙΑ ΕΔΡΑ-ΒΑΤΙΚΑΝΟ* | 6 Απριλίου 1964 |
Η Παλαιστίνη και το Βατικανό είναι παρατηρητές *
Έδρα του οργανισμού
Η έδρα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών είναι στη Νέα Υόρκη σε περιοχή που θεωρείται διεθνής. ΓΓ του ΟΗΕ είναι ο Πορτογάλος Αντόνιο Γκουτιέρες.
ΓΓ του ΟΗΕ
Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είναι ο επικεφαλής της Γενικής Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών, ένα από τα κύρια όργανα των Ηνωμένων Εθνών. Ο Γενικός Γραμματέας είναι de facto ομιλητής και ηγέτης των Ηνωμένων Εθνών. Ο ρόλος του Γενικού Γραμματέα περιγράφεται στο Κεφάλαιο 15 του Καταστατικού Χάρτη (Άρθρα 97 έως 101). Από τη θέση αυτή έχουν περάσει 9 πρόσωπα πριν τον Γκουτιέρες, δηλαδή οι εξής:
- Γλάντγουιν Τζεμπ (1945-1946)
- Τρίγκβε Λι (1946-1952)
- Νταγκ Χάμαρσκγιολντ (1953-1961)
- Ου Θαντ (1961-1971)
- Κουρτ Βαλντχάιμ (1972-1981)
- Χαβιέρ Πέρες ντε Κουέγιαρ (1982-1991)
- Μπούτρος Μπούτρος-Γκάλι (1992-1996)
- Κόφι Ανάν (1997-2006)
- Μπαν Κι-Μουν (2007-2016)
- Αντόνιο Γκουτέρες (2017-)
![]()