
Ήταν 5 Μαΐου του 2010 και η Ελλάδα στην αρχή της οικονιμικής κρίσης. Εκείνη την ημέρα έγινε συλλαλητήριο για τα οικονομικά μέτρα όπου προέκυψαν από την υπογραφή της πρώτης δανειακής σύμβασης, αυτό που ονομάζουμε μνημόνιο 1. Ομάδα αγνώστων μέχρι σήμερα έριξε βόμβες μολότοφ στην τράπεζα Marfin την ώρα που βρίσκονταν μέσα σε αυτήν περίπου 25-30 εργαζόμενοι. Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε άτομα διέσωσε η πυροσβεστική ενώ τρία άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού. Η ταυτότητα των αυτουργών της επίθεσης δεν έχει επιβεβαιωθεί ποτέ μέχρι σήμερα, αλλά το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για φόνο εξ αμελείας των τριών υπαλλήλων, τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού.
Νεκροί ανασύρθηκαν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, 32 ετών (έγκυος 4 μηνών), ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης, 36 ετών και η Παρασκευή Ζούλια, 35 ετών. Αυτοί εγκλωβίστηκαν από τις φλόγες στον 3ο όροφο του κτιρίου, με αποτέλεσμα να πεθάνουν από ασφυξία.
Οι ύποπτοι που συνελήφθησαν λίγο καιρό αργότερα και οι δίκες
Ως ύποπτος για τον εμπρησμό της Μαρφίν συνελήφθη ένα άτομο, το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματα της «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν αποπείρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας διά εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του». Το βούλευμα ανέφερε ότι υπήρχαν και άλλα δύο άτομα αυτουργοί του εμπρησμού, τα οποία είναι άγνωστα. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο “Ιανός”
Μετά από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 και κατηγορούμενος, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται αναρχικός, κρίθηκε ομόφωνα αθώος από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής». Αυτόπτες μάρτυρες κατέθεσαν στη δίκη ότι ο εμπρησμός έγινε από ομάδα που είχε δομή και ήταν συντεταγμένη. Πυροσβέστες κατέθεσαν ότι κάποιοι διαδηλωτές τους εμπόδιζαν να προσεγγίσουν ενώ άλλοι προσπαθούσαν να τους απομακρύνουν, αλλά γενικά το μεγάλο πλήθος των διαδηλωτών τους διευκόλυνε να φτάσουν στο υποκατάστημα.
Σε άλλη δίκη που ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2013 κρίθηκαν ένοχοι ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του καταστήματος για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού. Συγκεκριμένα, στο πόρισμα που συνέταξε ο τεχνικός επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας αναφέρεται πως η έξοδος κινδύνου ήταν κλειδωμένη και πως για να ανοίξει ήταν απαραίτητη η χρήση τηλεχειριστήριου, το οποίο βρισκόταν στην κατοχή της διευθύντριας.
Μία εργαζόμενη κατέθεσε πως είχε γίνει μία φορά επίδειξη χρήσης των πυροσβεστήρων, και μία άλλη πως είχαν διανεμηθεί στο προσωπικό ενημερωτικά φυλλάδια για θέματα πυροπροστασίας. Όλοι οι εργαζόμενοι κατέθεσαν πως δεν είχε γίνει ποτέ άσκηση εκκένωσης του κτιρίου. Επίσης το υποκατάστημα δεν διέθετε το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό πυρασφάλειας. Επιπλέον, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όχι μόνο δεν είχε δοθεί εντολή στους υπαλλήλους να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους πριν τον εμπρησμό, όταν ήδη υπήρχαν φόβοι για σοβαρά επεισόδια στην πορεία που διέσχιζε τη Σταδίου, αλλά αντίθετα τους είχε δοθεί η οδηγία να εργαστούν κανονικά.
Τα τρία στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, οι δύο πρώτοι 22 ετών (θα εκτίσουν 10 χρόνια με αναστολή) και η διευθύντρια του καταστήματος πέντε ετών και ενός μήνα. Εκ των υστέρων έγινε γνωστό ότι οι υπάλληλοι βρίσκονταν στη τράπεζα εκείνη τη μέρα παρόλο που είχε κηρυχτεί γενική απεργία από φόβο μην απολυθούν. Επίσης έγιναν αγωγές θυμάτων και συγγενών τους κατά της τράπεζας. Ορίστηκε η καταβολή αποζημίωσης περίπου 1,1 εκατομμυρίου ευρώ στους συγγενείς ενός θύματος και 720.000 ευρώ στους υπαλλήλους που εγκλωβίστηκαν στο κτίριο.
Σήμερα 10 Ιουλίου 2026, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος προχώρησε στη σύλληψη δύο ανδρών ηλικίας 42 ετών στην Αττική, ενώ εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης για μια 46χρονη γυναίκα που διαμένει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Οι τρεις κατηγορούμενοι ταυτοποιήθηκαν ως συμμετέχοντες στην επίθεση μετά από επανεξέταση του οπτικοακουστικού υλικού της υπόθεσης, 16 χρόνια μετά το τραγικό συμβάν.
Οι δυο άνδρες που συνελήφθησαν πάντως φέρονται να είχαν ενεργό ρόλο και εμπλοκή στην φονική επίθεση που παρέμεινε τόσα χρόνια ανεξιχνίαστη, από κει και πέρα βέβαια το εαν υπάρχουν ικανά στοιχεία για να ενοχοποιηθούν οι κατηγορούμενοι μένει να το δούμε στη συνέχεια. Η 46 χρονη όπου μένει σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία είναι η πρώτη φορά που περιλαμβάνεται στην λίστα των υπόπτων, οι άλλοι δυο είναι γνωστοί στις αρχές, το όνομά της προέκυψε κατά την επανεξέταση της υπόθεσης που ξεκίνησε το περασμένο καλοκαίρι, όταν οι Αρχές άνοιξαν εκ νέου τον φάκελο της υπόθεσης και αξιοποίησαν νέο οπτικοακουστικό υλικό.
Από την επεξεργασία βίντεο και φωτογραφιών, καθώς και από την ανάλυση των διαθέσιμων στοιχείων, προέκυψαν νέα ευρήματα, τα οποία διαβιβάστηκαν στις δικαστικές αρχές. Στη συνέχεια ανασύρθηκε η παλαιά δικογραφία, συντάχθηκε νέα δικογραφία με τα πρόσθετα στοιχεία και υποβλήθηκε στην αρμόδια ανακρίτρια.
Μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, η ανακρίτρια εξέδωσε τα τρία εντάλματα σύλληψης, τα οποία οδήγησαν στις δύο συλλήψεις και στην έκδοση διεθνούς εντάλματος για την 46χρονη που βρίσκεται στο εξωτερικό.
Οι έρευνες των Αρχών συνεχίζονται, ενώ αναμένονται περαιτέρω εξελίξεις στην πολύκροτη υπόθεση που παραμένει ανοικτή 16 χρόνια μετά την τραγωδία της 5ης Μαΐου 2010 ενώ δεν αποκλείεται να προκύψουν και νέα στοιχεία και για άλλους εμπλεκόμενους.
Πληροφορίες από την ΕΡΤ
![]()