Γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης για το Documento

Το παλιό ιστορικό σύνθηµα «ένας είναι ο εχθρός, ο ιµπεριαλισµός» φαίνεται ότι έχει µετασχηµατιστεί στο σύγχρονο πολιτικό περιβάλλον σε «ένας είναι ο εχθρός, ο Μητσοτάκης». Σύσσωµη η αντιπολίτευση οµονοεί ότι πολιτικός στόχος της είναι η απαλλαγή από το καθεστώς Μητσοτάκη. Το κάθε κόµµα µάλιστα υποστηρίζει ότι κατέχει κατ’ αποκλειστικότητα το know how για να απαλλαγεί η χώρα από την επιζήµια πολιτική του Μητσοτάκη.
Πόσο ειλικρινές είναι αυτό; Καταρχάς ο εντοπισµός του προβλήµατος στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η εµφάνισή του ως προσωποποίησης του κακού, δεν αποτελεί από µόνο του κάτι πολιτικό ούτε εγγυάται την πολιτική απαλλαγή. Ο Μητσοτάκης, επειδή είναι ο Μητσοτάκης, εκφράζει µε τον πιο αποτελεσµατικό τρόπο την πολιτική των ανισοτήτων, του αφανισµού των εισοδηµάτων, του τέλους του κράτους των κοινωνικών παροχών και της υπεράσπισης του δηµόσιου συµφέροντος.
Ο πρωθυπουργός, έχοντας σαφή ιδεολογικό προσανατολισµό και γνωρίζοντας πώς να αφοπλίσει όσους διαµαρτύρονται και αντιδρούν για όσα προκαλεί, δεν στέκεται στην προώθηση της πολιτικής του ατζέντας µόνο. Στρέφει την κοινωνία στις λογικές της προσωπικής ευθύνης, της ενοχοποίησης του κράτους (όχι του κράτους που παίρνει µίζες, αλλά του κράτους που κάνει κοινωνικές παροχές) και δηµιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο πολίτης πρέπει να αποκτήσει άλλη οπτική για να µη συµβαίνουν όσα συµβαίνουν. Με βάση δηλαδή µια άλλη αντίληψη του πολίτη όλα θα φτιάξουν, άρα δεν έχει νόηµα η πολιτική και κοινωνική διαµαρτυρία. Ωστόσο δεν υπάρχει καµία απάντηση για το πώς θα µπορούσαν να γίνουν πιο φτηνή η βενζίνη ή πιο δίκαιοι οι φόροι µε βάση τη συµπεριφορά ενός πολίτη.
Ο εχθρός για την αντιπολίτευση, αν θέλει να κυριολεκτεί και να είναι αποτελεσµατική πολιτικά, δεν είναι µόνο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αλλά η πολιτική του. Το ερώτηµα λοιπόν είναι αν ανταποκρίνεται σε αυτή την ανάγκη.
Επί µήνες, η νεοσύστατη ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ διατείνονται ότι αποτελούν τον καλύτερο αντίπαλο του Κυριάκου Μητσοτάκη και κατ’ επέκταση την εναλλακτική λύση. Οσο προχωράµε προς τις εκλογές, οι θεωρίες για την ενωµένη κεντροαριστερά και την ανάγκη µετώπου που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας ως ανάγκη µέσα από την οποία δηµιουργήθηκε το κόµµα του µετατρέπονται στο ξεκάθαρο και κυνικό «ποιος θα είναι δεύτερο κόµµα».
Οι µικροµεγαλοϊδεατισµοί περί υπερίσχυσης απέναντι στον Μητσοτάκη φαντάζουν πλέον τόσο γελοίοι που δεν αποτελούν κοµµατικό σύνθηµα κανενός. Σχεδόν µοιρολατρικά, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ έχουν αποδεχτεί τη δηµοσκοπική πραγµατικότητα, ότι η Ν∆, αν δεν συµβεί κάτι κοσµοϊστορικό, θα είναι πάλι πρώτη δύναµη. Οσο προχωράµε προς τις εκλογές θα γίνεται ορατό ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν είναι αυτή µε τον Μητσοτάκη, αλλά της ΕΛΑΣ µε το ΠΑΣΟΚ. Η κατοχύρωση της δεύτερης θέσης είναι θέµα πολιτικής επιβίωσης.
Σε περίπτωση που ο Αλέξης Τσίπρας δεν έχει τη δεύτερη θέση, πολύ περισσότερο δε αν την έχει µεν αλλά έχοντας ποσοστά κάτω από αυτά που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ, το µέλλον της ΕΛΑΣ και του ίδιου είναι αµφίβολο. Αν για ακόµη µία φορά ο Μητσοτάκης εξασφαλίσει ποσοστό υπερδιπλάσιο του Τσίπρα, τότε θα του είναι πολύ εύκολο να επικαλείται ως ανέκδοτο τη ρήση του Νίκου Μαραντζίδη, συµβούλου του πρώην πρωθυπουργού, που διέκρινε γενναιότητα στον Τσίπρα γιατί «θα χάνει µέχρι να κερδίσει».
Από την άλλη πλευρά, αν το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρει να είναι δεύτερο κόµµα ή να έχει µικρή διαφορά από την ΕΛΑΣ, τότε είναι πολύ πιθανό να αµφισβητηθούν η στρατηγική και η αρχηγία του Νίκου Ανδρουλάκη.
Το κόµµα του Ανδρουλάκη αυτήν τη στιγµή φαίνεται να έχει ένα πιο ολοκληρωµένο πρόγραµµα και µάλιστα χωρίς τις αµφισηµίες του κόµµατος Τσίπρα (όταν εντοπίζονται, η απάντηση είναι «µα είµαστε νέο κόµµα»), έναν συνεκτικό, πραγµατικό κοµµατικό µηχανισµό και προσβάσεις σε συνδικαλιστικά όργανα και τοπική αυτοδιοίκηση.
Από την πλευρά της η ΕΛΑΣ µοιάζει όλο και περισσότερο µε κόµµα ενός ανδρός. Το πραγµατικό κόµµα υποκαθιστά ένας τεχνοκρατικός µηχανισµός χωρίς πολιτική συνοχή (ήδη ο συγγραφέας του µανιφέστου του κόµµατος Γιώργος Σιακαντάρης έχει διαχωρίσει τη θέση του), ενώ η ίδια η φυσιογνωµία του δεν απειλείται µόνο από τις µετατοπίσεις του Τσίπρα προς διαφορετικές θέσεις αλλά και από αυτούς που θα το στελεχώσουν.
Οι πρώην βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, που επέλεξαν την ασφάλεια του κοινοβουλευτικού µισθού µέχρι να επιλέξουν άποψη και κόµµα, περιµένουν το νεύµα Τσίπρα για να πάνε στην ΕΛΑΣ. Το πρόβληµα είναι πως η προσµονή δεν θα δικαιωθεί για όλους. Οπως έπραξε και µε άλλους πρώην συντρόφους του, ο Αλέξης Τσίπρας θα είναι πολύ επιλεκτικός στις µεταγραφές, µε κριτήρια που θέτει αποκλειστικά ο ίδιος. Ο νυµφίος δεν θα έρθει για όλους και αν δεν γίνει ο γάµος τα πράγµατα θα είναι δύσκολα. Ο Τσίπρας πρέπει να χωρέσει στα ψηφοδέλτια νέες αγάπες και υποχρεώσεις (πολιτικές ή µη) µε παλιές ιστορίες. Το σίγουρο είναι ότι δεν χωράνε όλοι και όσοι αυτοεξευτελίστηκαν κρατώντας έδρα άλλου κόµµατος ενώ περίµεναν τον Τσίπρα θα έχουν και απαιτήσεις.
Η διαµάχη µεταξύ ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ, στο όνοµα πάντα του καλύτερου εχθρού του Κυριάκου Μητσοτάκη, θα έχει πολλά επεισόδια. Ηδη ζούµε κάποια από αυτά. Η πολύ συµπαθής πολιτεύτρια της ΕΛΑΣ Αννα Παπαδοπούλου, η οποία µεταπήδησε από το ΠΑΣΟΚ, δέχτηκε λεκτική επίθεση από τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ ∆ηµήτρη Κωνσταντόπουλο.
Η κ. Παπαδοπούλου υποστηρίζει ότι της είπε «σκουπίδι, φύγε από δω». Η ΕΛΑΣ εµφάνισε την απαράδεκτη επίθεση του βουλευτή ως σεξισµό, επιχειρώντας να αποκτήσει ένα πρόσηµο ιδιαίτερου πολιτικού φορτίου µέσω του οποίου θα βρει συµπαραστάτες εκτός του χώρου της. Σεξισµός όµως δεν είναι όταν µια γυναίκα δέχεται επίθεση, αλλά όταν δέχεται επειδή ακριβώς είναι γυναίκα. Στη συγκεκριµένη περίπτωση είχαµε µια αθλιότητα ανεξάρτητη από φύλο.
Το ΠΑΣΟΚ ανταπέδωσε κάνοντας ανάλογη χρήση αντιπαράθεσης στον δηµόσιο χώρο. Σε άρθρο του ο δηµοσιογράφος Θανάσης Καρτερός, ο οποίος τυγχάνει σύµβουλος του Αλέξη Τσίπρα, λειτουργώντας µε διαζευκτικό λόγο έγραψε: «Είναι θέµα στρατηγικής, ή καθαρής βλακείας, ο Ανδρουλάκης να κοµπάζει µπροστά στον φακό για βουλευτές άλλων κοµµάτων που προσχωρούν στο κόµµα του;».
Το ΠΑΣΟΚ ζήτησε εξηγήσεις γιατί ο σύµβουλος του Τσίπρα αποκάλεσε τον Ανδρουλάκη βλάκα, αν και δεν τον αποκάλεσε. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι διάφοροι παρατρεχάµενοι του Τσίπρα έτρεξαν να αδειάσουν τον Καρτερό που δεχόταν επίθεση για να προσφέρουν υπηρεσίες στον ηγέτη και να δηλώσουν πολιτικά ορθοί. Η τραγική συνήθεια, του «αδειάζω όποιον αδειάζουν οι αντίπαλοι αντί να τον στηρίζω», πάει πίσω στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ και αποτελεί τακτική του ίδιου του Τσίπρα.
Οι συγκρούσεις των δύο «δεύτερων» θα συνεχιστούν ακόµη πιο έντονα. Η µια διάσταση θα αφορά το κλέψιµο υποψηφίων από απέναντι αλλά και την πασαρέλα των επωνύµων που θα εξασφαλιστούν για τα ψηφοδέλτια. Μπασκετµπολίστες, πρωινατζούδες, επώνυµοι του θεάµατος θα κληθούν να καταδείξουν το πιο θελκτικό κόµµα.
Η άλλη διάσταση σύγκρουσης θα αφορά τον χώρο που διεκδικούν. Με δεδοµένο ότι οι κεντρώοι έχουν ήδη µοιραστεί σε Ν∆ και ΠΑΣΟΚ, θα διεκδικηθεί ο αριστερός ψηφοφόρος. Θα αναζητηθεί αριστερός λόγος, ακόµη και από τον Τσίπρα, για να εξασφαλιστεί η δεύτερη θέση. Με δεδοµένο αυτό, ναι, ίσως ξανακούσουµε το σύνθηµα «ένας είναι ο εχθρός, ο ιµπεριαλισµός». Εδώ παίζεται το µέλλον (τους).
![]()