Σαν σήμερα πριν 103 χρόνια άρχιζε το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), ένα βραχύβιο κόμμα, που το 1924 μετονομάστηκε σε ΚΚΕ.

Το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος (ΣΕΚΕ) ιδρύθηκε στο 1ο Σοσιαλιστικό Συνέδριο που συνήλθε στις 17-23 Νοέμβρη του 1918 στον Πειραιά, μια μόλις εβδομάδα μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Καθοριστικό ρόλο στην ίδρυσή του έπαιξαν, τόσο η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος της Ελλάδας όσο και η επίδραση της νεαρής τότε Οκτωβριανής Επανάστασης. Χαρακτηριστικό είναι πως η εφημερίδα Ριζοσπάστης αποτέλεσε το κοινό όργανο του κόμματος και της συνομοσπονδίας.
Σκοπός του νεοσύστατου κόμματος ήταν «να διαμορφώση τον αγώνα της εργατικής τάξεως εις αγώνα συνειδητόν και ενιαίον και να οδηγήση αυτήν εις την φυσικήν και αναγκαίαν αποστολήν της». Μέσα στο ΣΕΚΕ εκδηλώθηκε η πρώτη αντιπολιτευτική ομάδα με την επωνυμία Κομμουνιστική Ένωση, από πρώην μέλη της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, λόγω της καθυστέρησης ένταξης στη Γ’ Διεθνή από το ΣΕΚΕ. Αυτή διαλύθηκε μετά την ένταξη στη Γ’ Διεθνή.

Στο Β’ Συνέδριο του ΣΕΚΕ (Απρίλιος 1920) αποφασίστηκε η προσχώρηση του ΣΕΚΕ στην Γ’ Κομμουνιστική Διεθνή (ΚΔ). Η κίνηση αυτή αποσκοπούσε «στην πολιτική και ιδεολογική αυτονόμηση της εργατικής τάξης, τομή που θα διαφοροποιούσε το ΣΕΚΕ σε σχέση με το βενιζελισμό». Παράλληλα η ένταξη αυτή συνεπαγόταν συμμόρφωση σε κάθε απόφαση που λάμβανε αυτή η οργάνωση αλλά και στις υποδείξεις που έκανε σχετικά με την ανάδειξη των ηγετικών στελεχών του κόμματος. Στις 28 Νοέμβρη του 1922 ιδρύθηκε η νεολαία του ΣΕΚΕ, η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), απόγονος της οποίας είναι η σημερινή Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας (ΚΝΕ).
Στο Τρίτο Έκτακτο Συνέδριό του, το Νοέμβρη του 1924, το ΣΕΚΕ μετονομάστηκε σε «ΚΚΕ (ΕΤΚΔ) (Ελληνικό Τμήμα Κομμουνιστικής Διεθνούς)» και αποδέχτηκε πλήρως τους όρους και τις αποφάσεις της ΚΔ, αρχίζοντας μια διαδικασία προσαρμογής του χαρακτήρα του στα πρότυπά της, που ονομάστηκε «μπολσεβικοποίηση».
Γραμματέας της Κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ εκλέχτηκε ο νεαρός τότε νομικός Παντελής Πουλιόπουλος, που ηγείτο της αριστερής πτέρυγας του Κόμματος που την αποτελούσαν κυρίως μέλη του κινήματος του Παλαιών Πολεμιστών. Η δυναμική νέα ηγετική ομάδα θα προβεί στη διαγραφή των μελών της ιδρυτικής γενιάς του ΣΕΚΕ (Αβραάμ Μπεναρόγια, Νίκος Δημητράτος, Αριστοτέλης Σίδερης, Γιώργος Γεωργιάδης, κ.α) χαρακτηρίζοντάς τους Οπορτουνιστές, δηλαδή καιροσκόπους με μικροαστικές αντιλήψεις.
Παράλληλα, το 1923 μια ομάδα μελών του ΣΕΚΕ που συντάχθηκε αργότερα με το διεθνές τροτσκιστικό ρεύμα αποχώρησε δημιουργώντας την ομάδα των Αρχειομαρξιστών. Ονομάστηκαν έτσι επειδή εξέδιδαν το περιοδικό “Αρχείον Μαρξισμού”.
Μια σύντομη ιστορία του ΣΕΚΕ

Το ΣΕΚΕ από την αρχή τάχθηκε κατά της μικρασιάτικης εκστρατείας που οδήγησε αργότερα στην Μικρασιάτικη καταστροφή. Πολλοί ιστορικοί μάλιστα ρίχνουν τις ευθύνες για την ήττα στην Μικρά Ασία, στο κόμμα που είχε τότε ΓΓ τον Δημητράτο (μέχρι το 1922) και αργότερα τους Κορδάτο, Σαργολόγο και Αποστολίδη (Πολλά στοιχεία για τους γραμματείς του ΚΚΕ μπορείτε να βρείτε στο αφιέρωμα για τα 100 χρόνια του κόμματος το 2018). Η αλήθεια ότι η Σοβιετική ένωση βοήθησε την Τουρκία στον πόλεμο αυτό, ωστόσο το ΣΕΚΕ τότε στην Ελλάδα είχε πολύ μικρές δυνάμεις και επηρρέασε ελάχιστα την πολιτική των κυβερνήσεων, που ευθύνονται για εκείνη την εθνική καταστροφή, επίσης τα μέλη του ΣΕΚΕ ήταν στο μέτωπο (π.χ. Πουλιόπουλος, Νικολής,Σταυρίδης) και εκεί οργάνωσαν το κεντρικό συμβούλιο των κομμουνιστών φαντάρων, που έκανε προπαγάνδα κατά του πολέμου, αλλά οι κομμουνιστές φαντάροι πολέμησαν όπως οι άλλοι που βρέθηκαν στο μέτωπο, άρα δεν ευθύνεται το ΣΕΚΕ, αλλά οι επιλογές των κυβερνήσεων της Ελλάδος.
Λόγω βέβαια των θέσεων του ντεφαιτισμού, δηλαδή της άποψης ότι ο πόλεμος που διεξάγεται είναι ιμπεριαλιστικός και από τα δύο μέρη, και ότι οι επαναστάτες και των δύο μερών θα πρέπει να προσπαθήσουν να μετατρέψουν τον εθνικό πόλεμο σε εμφύλιο, ώστε να ανατρέψουν τις αστικές και ιμπεριαλιστικές τους κυβερνήσεις, τα μέλη του ΣΕΚΕ δρούσαν σε καθεστώς ημιπαρανομίας, κάποια μέλη υπέστησαν και διώξεις.
Η θέση του ΚΚΕ για το Μακεδονικό
Η θέση του ΚΚΕ που υϊοθετήθηκε το 1924 για «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», αθ’ υπόδειξη της Κομμουνιστικής Διεθνούς, μοίρασε την τότε ηγεσία του κόμματος στα δυο. Μια μερίδα της υπό τους Π. Πουλιόπουλο και Ελ. Σταυρίδη συμφώνησε πλήρως με τη θέση, ενώ μια άλλη υπό τους Γ. Κορδάτο και Θ. Αποστολίδη διαφώνησε θεωρώντας την «ανεδαφική». Τελικά, μπροστά στον κίνδυνο της απομόνωσης από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, το ΚΚΕ επέλεξε να αποδεχτεί τη θέση αυτή, που για πολλά χρόνια αποτέλεσε αφορμή για διώξεις εναντίον των κομμουνιστών.

Το σύνθημα αυτό ήταν ενταγμένο στους γενικότερους σχεδιασμούς της τελευταίας για τα Βαλκάνια, που προέβλεπαν ένοπλη εξέγερση στη Βουλγαρία και γρήγορη γενίκευση της επανάστασης σε ολόκληρη την περιοχή. Τον Απρίλη του 1935 η θέση αυτή κρίθηκε λανθασμένη και αντικαταστάθηκε από το σύνθημα για “πλήρη εθνική και πολιτική ισοτιμία σε όλες τις εθνικές μειονότητες” στο 6ο συνέδριο, που έλαβε χώρα στην Αθήνα το Δεκέμβριο του 1935.
Η υιοθέτηση από το ΚΚΕ της θέσης για το Μακεδονικό υπήρξε το έναυσμα για διώξεις στελεχών και μελών του κόμματος. Ειδικά μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Πάγκαλου, το καλοκαίρι του 1925, οι διώξεις γενικεύτηκαν. Στις 24 Αυγούστου 1925 25 κομμουνιστές, μεταξύ αυτών και ο Γραμματέας της ΚΕ Πουλιόπουλος, δικάστηκαν στην Αθήνα με την κατηγορία ότι προωθούσαν την αυτονομία της Μακεδονίας και της Θράκης. Μετά από τις πολύωρες απολογίες των κατηγορουμένων και τη διεθνή πίεση η δίκη διακόπηκε. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1926, η δίκη των αυτονομιστών συνεχίστηκε. Οι κατηγορίες απορρίφθηκαν, αλλά αντί οι κρατούμενοι να απελευθερωθούν εξορίστηκαν στην Ανάφη, την Αμοργό και τη Φολέγανδρο. Όλοι αφέθηκαν ελεύθεροι στα τέλη Αυγούστου του 1926 μετά την πτώση της δικτατορίας του Πάγκαλου. Οι διώξεις συνεχίστηκαν σύμφωνα με τον νόμο 4229/24 Ιουλίου 1929 περί Μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και της προστασίας των πολιτών γνωστότερος ως Ιδιώνυμο, όπου ίσχυε με διάφορες προσθήκες και μετεξελίξεις μέχρι το 1974, όπου νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ.
Η προπολεμική εκλογική δύναμη του ΚΚΕ
Το ΚΚΕ συμμετείχε στις εκλογές από το 1920 μέχρι το 1936, τα ποσοστά του ήταν μικράόπως θα δέιτε στη συνέχεια. Το 1920 πήρε 100.000 ψήφους και ποσοστό 13% αλλά δεν είχε βουλευτές λόγω του πλειοψηφικού εκλογικού συστήματος. Το 1923 πήρε 18.000 ψήφους και ποσοστό 2%, επίσης δεν εξέλεξε βουλευτές στο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα. Το 1926 πήρε 41.982 ψήφοι και ποσοστό 4,38% εκλέγοντας 10 βουλευτές σε αναλογικό εκλογικό σύστημα. Ήταν η πρώτη φορά που το ΚΚΕ είχε εκπροσώπους στην Ελληνική βουλή. Το 1928 πήρε 14.325 ψήφους και ποσοστό 1,41% και δεν εξέλεξε βουλευτές με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα. Το 1932 πήρε 58.223 ψήφους και ποσοστό 4,97% εκλέγοντας 10 βουλευτές με αναλογικό εκλογικό σύστημα. Το 1933 πήρε 52.958 ψήφους και ποσοστό 4,64% και δεν εξέλεξε βουλευτές με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα. Το 1935 πήρε 98.699 ψήφους και ποσοστό 9,59% και δεν εξέλεξε βουλευτές με το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, ενώ το 1936 πήρε 73.411 ψήφους και ποσοστό 5,76% και εξέλεξε 15 βουλευτές στο αναλογικό εκλογικό σύστημα. Η επόμενη εκλογική παρουσία του σαν ΚΚΕ ήταν το 1974.
Η δικτατορία του Μεταξά και το ΚΚΕ

Η δικτατορία του Μεταξά, που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου του 1936 με τη συναίνεση του βασιλιά Γεωργίου Β’ με πρόσχημα τον “κομμουνιστικό κίνδυνο”, έθεσε το ΚΚΕ εκτός νόμου και εξαπέλυσε εναντίον του πρωτοφανείς διώξεις. Ο υπουργός Ασφαλείας Κωνσταντίνος Μανιαδάκης εξάρθρωσε σχετικά εύκολα όλον το μηχανισμό του κόμματος. Ο Ζαχαριάδης που εκείνη την περίοδο ήταν ΓΓ του κόμματος συνελήφθη στις 13 Σεπτεμβρίου του 1936 και κρατήθηκε σε αυστηρή απομόνωση στις φυλακές της Κέρκυρας, στην Ακτίνα Θ΄. Επίσης, φυλακίστηκε ή εκτοπίστηκε σε ξερονήσια σχεδόν όλη η ηγετική ομάδα και πολλά μέλη του κόμματος.
Το μεταξικό καθεστώς στράφηκε ενάντια και σε άλλα πολιτικά κόμματα, όμως ιδιαίτερα κατά του ΚΚΕ, το οποίο κατηγόρησε ότι οδηγούσε τη χώρα στην αναρχία. Το ΚΚΕ πέρασε πλέον στην παρανομία. Συνολικά γύρω στα 2000 μέλη του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν αυτήν την περίοδο και οι περισσότερες οργανώσεις του εξαρθρώθηκαν. Η μεγαλύτερη ομάδα κρατούμενων κομμουνιστών (600 άτομα περίπου) φυλακίστηκε στην Ακροναυπλία, ενώ άλλες ομάδες εκτοπίστηκαν στα νησιά Αϊ Στράτης, Ανάφη, Κίμωλος, Φολέγανδρος, Γαύδος κλπ.
Ο Μανιαδάκης χρησιμοποίησε τη βενιζελικής έμπνευσης “δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών”, για την υπογραφή της οποίας οι συλληφθέντες υπέστησαν βασανιστήρια (ρετσινόλαδο, καυτερή πιπεριά, ξυλοδαρμούς, φάλαγγα, πετάλωμα ακόμη και ευνουχισμό). Όσοι υπέκυψαν και υπέγραψαν στιγματίστηκαν ως “δηλωσίες” και βίωσαν την περιφρόνηση των πρώην συντρόφων τους. Στην υπηρεσία δίωξης κομμουνισμού διοικητής ήταν ο ανώτατος αξιωματικός της ασφάλειας, Σπύρος Παξινός, ο οποίος είχε εκπαιδευτεί για τη δίωξη του Κομμουνισμού στη Γερμανία από τη Γκεστάπο.
Η δικτατορία διέπραξε ακόμα και δολοφονίες στελεχών του ΚΚΕ. Δολοφονήθηκαν από την δικτατορία της 4ης Αυγούστου οι κομμουνιστές Χρήστος Μαλτέζος, Νίκος Βαλιανάτος, Μήτσος Μαρουκάκης, Λύσανδρος Μηλιαρέσης, Στέφανος Λασκαρίδης, Παύλος Σταυρίδης και άλλοι. Ο Μήτσος Μαρουκάκης, συντάκτης του Ριζοσπάστη, πετάχτηκε από την ταράτσα της Γενικής Ασφάλειας Πειραιά στις 13 Οκτώβρη 1936, ενώ ο γηραιός (70 ετών) συνδικαλιστής Νίκος Βαλιανάτος εκπαραθυρώθηκε από την Ειδική Ασφάλεια Αθηνών στις 9 Αυγούστου 1938 και οι δολοφονίες τους αποδόθηκαν από την Ασφάλεια σε αυτοκτονία.
Το ΚΚΕ επεδίωξε τη συνεργασία με τα αστικά κόμματα για την ανατροπή της δικτατορίας χωρίς να θέσει καθεστωτικό ζήτημα για να διευκολυνθεί η συμμετοχή των βασιλοφρόνων στον κοινό αντιμεταξικό αγώνα: τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά και το μόνο που έγινε ήταν η συγκρότηση του Αντιδικτατορικού Μετώπου Νέων από εκπροσώπους της ΟΚΝΕ της Φιλελεύθερης Νεολαίας, της Σοσιαλιστικής, του Προοδευτικού Κόμματος του Καφαντάρη και του Εργατοαγροτικού. Στην κομματική ρητορική −όπως αυτή αποτυπώνεται στα κομματικά κείμενα της περιόδου− το μεταξικό καθεστώς χαρακτηρίστηκε ως φασιστικό.
Η Ασφάλεια του Μανιαδάκη κατάφερε να εκμεταλλευτεί το κενό που δημιουργήθηκε από τις μαζικές συλλήψεις συγκροτώντας στα τέλη του 1939 δική της καθοδήγηση με πρώην στελέχη του κόμματος που είχαν προσχωρήσει στις αρχές ασφαλείας, όπως οι πρώην βουλευτές του ΚΚΕ Μιχάλης Τυρίμος και Μανώλης Μανωλέας. Η συγκροτημένη από την ασφάλεια νέα καθοδήγηση ονομάστηκε Προσωρινή Διοίκηση (ΠΔ) και άρχισε να εκδίδει τον δικό της Ριζοσπάστη εντείνοντας έτσι τη σύγχυση στις γραμμές των κομμουνιστών. Η ΠΔ ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με τη λεγόμενη Παλιά Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ (ΠΚΕ), την καθοδήγηση της οποίας είχε ο Νίκος Πλουμπίδης, κατηγορώντας η μια την άλλη για χαφιεδισμό.

Μέσα σ’ αυτό το πρωτοφανές κλίμα σύγχυσης ακόμα και ο Ζαχαριάδης συντάχθηκε με την Προσωρινή Διοίκηση κατηγορώντας την καθαρή Παλιά Κεντρική Επιτροπή, χωρίς βέβαια να γνωρίζει ότι η προσωρινή διοίκηση ήταν ένα δημιούργημα του Μανιαδάκη. Τα πράγματα ξεκαθάρισαν το καλοκαίρι του 1941 όταν συγκροτήθηκε η λεγόμενη Νέα Κεντρική Επιτροπή από στελέχη του ΚΚΕ που απέδρασαν από τους τόπους κράτησής τους, ενώ η κήρυξη του πολέμου το 1940 βρήκε το ΚΚΕ σε πλήρη διάλυση, με την ηγεσία του αλλά και απλά μέλη σε φυλακές και ξερονήσια. Οι κομμουνιστές που ήταν κρατούμενοι στην Κέρκυρα, στην Ακροναυπλία και σε διάφορα νησιά, ζήτησαν να πολεμήσουν στο Αλβανικό μέτωπο, ωστόσο ο Κωνσταντίνος Μανιαδάκης τους διεμήνυσε πως κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό αν πρώτα προχωρούσαν σε αποκήρυξη του κομμουνισμού. Αργότερα, τον Απρίλιο του 1941, το καθεστώς τους παρέδωσε στις δυνάμεις Κατοχής. Λίγες μέρες μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, ο γενικός γραμματέας Νίκος Ζαχαριάδης, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή, κάλεσε τους Έλληνες σε αντιφασιστικό αγώνα μαζί με την κυβέρνηση Μεταξά για να αντιμετωπίσουν τον κατακτητή. Οι επιστολές που έχουν κυκλοφορήσει στις μέρες μας από την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ καταρρίπτουν άλλο ένα ψέμα της προπαγάνδας του ότι το ΚΚΕ δεν συμμετείχε από την αρχή στην αντίσταση κατά του Ιταλικού φασισμού και του Γερμανικού Ναζισμου, διότι η ΕΣΣΔ είχε υπογράψει την συνθήκη του Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, σύμφωνία μη επίθεσης μεταξύ της ΕΣΣΔ και της Ναζιστικής Γερμανίας.
Η σύσταση του ΕΑΜ
Το ΚΚΕ στην αρχή της κατοχής ήταν ένα κόμμα πλήρως εξαρθρωμένο, ωστόσο μέσα από κάποιες απελευθερώσεις Κομματικών στελεχών αλλά και του αγώνα της Παλιάς Κεντρικής Επιτροπής, που ήταν πολλά στελέχη της ασύλληπτα, το ΚΚΕ κατάφερε και συσπείρωσε όσες δυνάμεις μπορούσε και κάλεσε τον λαό σε αντίσταση κατά των κατακτητών.

Τον Σεπτέμβριο του 1941 το ΚΚΕ, μετά από διαπραγματεύσεις με τρία μικρά σοσιαλιστικά κόμματα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΚΕ), την Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) και το Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας (ΑΚΕ), προχώρησε στη δημιουργία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ). Τον ίδιο μήνα δραπέτευσε και ο Γιώργης Σιάντος, που μετά τη διάλυση της καχυποψίας των συντρόφων του χάρη στις διαβεβαιώσεις του ακροναυπλιώτη Γιάννη Ιωαννίδη, ανέλαβε την ηγεσία του ΚΚΕ στα τέλη του 1941.
Το ΕΑΜ ίδρυσε τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και την οργάνωση της νεολαίας την ΕΠΟΝ. Στις οργανώσεις αυτές εντάχθηκε πλήθος λαού και το ΕΑΜ έγινε η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση, στην οποία μάλιστα συμμετείχαν και πολλοί μη κομμουνιστές. Ο ΕΛΑΣ υπό την ηγεσία των Βελουχιώτη, Σαράφη και Τζήμα έδωσε πολλές μάχες κατά δυνάμεων των κατοχικών στρατευμάτων και κατάφερε να απελευθερώσει μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου. Στις ελεύθερες περιοχές το ΕΑΜ οργάνωσε τη διοίκηση θέτοντας τις βάσεις της λαϊκής αυτοδιοίκησης. Σημαντικότερη αντιστασιακή ενέργεια γενικώς θεωρείται η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, που έγινε σε συνεργασία του ΕΛΑΣ και ΕΔΕΣ με βρετανούς πράκτορες. Ενώ η απελευθέρωση της χώρας πλησίαζε, ο ΕΛΑΣ συγκρούστηκε με τις υπόλοιπες αντιστασιακές οργανώσεις της χώρας, αλλά, και με τα δοσιλογικά Τάγματα Ασφαλείας. Η πρώτη φάση του Εμφυλίου ξεκινούσε.
Το ΚΚΕ και ο εμφύλιος πόλεμος
Με το τέλος του πολέμου, η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου βρίσκεται αντιμέτωπη με το ζήτημα του αφοπλισμού των αντάρτικων ομάδων. Με τελεσίγραφό του ο στρατηγός Ρόναλντ Σκόμπι (Άγγλος διοικητής των συμμαχικών στρατευμάτων στην Ελλάδα) παραγγέλνει εντός δέκα ημερών τον πλήρη αφοπλισμό των ανταρτών, με εξαίρεση την Τρίτη Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία και τον Ιερό Λόχο, με το σκεπτικό ότι ήταν το μόνο εν λειτουργία τμήμα του τακτικού Ελληνικού Στρατού, το οποίο πολέμησε σε Βόρειο Αφρική και Ιταλία. Το ΕΑΜ αντιπροτείνει τον αφοπλισμό όλων των στρατιωτικών σχηματισμών και δημιουργία νέου εθνικού στρατού με στρατολογία εφέδρων, αλλά ο Γ. Παπανδρέου την απορρίπτει με υπόδειξη του Σκόμπυ. Τα στελέχη της κυβέρνησης διχάζονται και ακολουθεί η παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ στις 2 Δεκεμβρίου του 1944.
Τις επόμενες μέρες ακολουθούν τα γεγονότα που έχουν μείνει γνωστά ως Δεκεμβριανά: η διαδήλωση – διαμαρτυρία του Ε.Α.Μ στο κέντρο της πρωτεύουσας, όπου μετά την αναίτια και ψυχρή δολοφονία δεκάδων διαδηλωτών του ΕΑΜ, εξελίχθηκε σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των εφεδρικών δυνάμεων του ΕΛΑΣ Αθήνας από τη μία μεριά και των Βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων από την άλλη, στις οποίες προστέθηκαν μέλη των υπόλοιπων αντιστασιακών οργανώσεων, καθώς και μέλη των πρώην ταγμάτων ασφαλείας. Κατά τα Δεκεμβριανά έδρασε επίσης η οργάνωση του ΚΚΕ ΟΠΛΑ, η οποία στράφηκε, εκτός των πολιτικών και ιδεολογικών αντιπάλων του κυβερνητικού στρατοπέδου, και εναντίον τροτσκιστών μελών του ΕΑΜ και λοιπών διαφωνούντων.

Η απόφαση να προχωρήσει το ΚΚΕ σε σύγκρουση πάρθηκε από το Πολιτικό Γραφείο κατά μία άποψη στις 28 Νοεμβρίου του 1944 και κατά μία δεύτερη στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, όταν ναυάγησαν οι διαπραγματεύσεις με τον Παπανδρέου. Πρόθεση του ΕΑΜ ήταν η διενέργεια δημοψηφίσματος ώστε να αποφασίσει ο λαός για το πολιτειακό (επάνοδος του βασιλιά ή κατάργηση της βασιλείας). Δεν δεχόταν τη διάλυση του ΕΛΑΣ γιατί φοβόταν ότι θα άφηνε τους μαχητές του εκτεθειμένους στην ισχύ των αντιπάλων τους. Στο ερώτημα γιατί το ΕΑΜ δεν κατέλαβε την εξουσία τον Οκτώβριο του 1944, όταν ήταν σε θέση να το πετύχει, δηλαδή όταν οι βρετανικές δυνάμεις δεν είχαν αναπτυχθεί, ίσως οφείλεται στο ότι το ΚΚΕ ως η βασικότερη συνιστώσα του ΕΑΜ «δεν ήθελε να συγκρουσθεί με τους Άγγλους, επειδή ήλπιζε ακόμα σε μια πιθανή κατάληψη της Ελλάδας από τον σοβιετικό στρατό, ή επειδή πίστευε πως μπορούσε να κατακτήσει την εξουσία με πολιτικά μέσα».
Μετά τα Δεκεμβριανά, η Ελληνική Κυβέρνηση, υπό την καθοδήγηση των Άγγλων, δέχτηκε να συνδιαλέγεται με το ΕΑΜ, το οποίο πιστεύοντας ότι μπορεί να λύσει το θέμα μέσω της πολιτικής οδού υπέγραψε τη συνθήκη ανακωχής γνωστή ως Συμφωνία της Βάρκιζας. Τη Συμφωνία της Βάρκιζας υπέγραψε τελικά υπό την πίεση της πολιτικής ηγεσίας του ΚΚΕ και ο καπετάνιος του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης, αρνούμενος ωστόσο λίγο αργότερα την παράδοση του οπλισμού του. Μάλιστα ξεκίνησε και περιοδεία στην ορεινή ύπαιθρο με σκοπό τη δημιουργία νέου αντάρτικου.
Το ΚΚΕ τον απομόνωσε με το σύνθημα «ούτε φαΐ, ούτε νερό στον Άρη» και τον κατήγγειλε ως «τυχοδιωκτικό στοιχείο που σαν στόχο έχει την υπονόμευση της συμφωνίας της Βάρκιζας». Μαζί με τους λίγους συναγωνιστές του, διακήρυξε την ανάγκη συνέχισης του ένοπλου αγώνα, ενάντια στο νέο διαφαινόμενο ζυγό, που δεν είναι άλλος από τους Άγγλους, αλλά και την νέα ελληνική κυβέρνηση. Τελικά, ο Βελουχιώτης διαγράφτηκε επισήμως από το ΚΚΕ, την ίδια ημέρα που καταδιωκόμενος από δυνάμεις της Εθνοφυλακής πεθαίνει. Την ίδια περίοδο το ΚΚΕ δεν ήταν αδιάφορο για τις εδαφικές διεκδικήσεις της Ελλάδος (ένας άλλος μύθος) και ζητούσε την Κύπρο από την Αγγλία και την Ανατολική Θράκη από την Τουρκία.
Η Συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία τερμάτισε τη δεκεμβριανή σύγκρουση, επικύρωσε τη στρατιωτική ήττα του ΕΑΜ. Άμεση προτεραιότητα όμως του ΚΚΕ ήταν η ανασυγκρότηση των δυνάμεων του προκειμένου να επιβάλει την εφαρμογή των όρων της συμφωνίας, αλλά ίσως και την αναθεώρησή της. Αν και ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ είχε ολοκληρωθεί μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου, σημαντικό κομμάτι του οπλισμού του αποκρύφτηκε από τα κατά τόπους στελέχη του ΚΚΕ και η εκ των υστέρων ανακάλυψή του ήταν το βασικό επιχείρημα που θεμελίωνε τις καταγγελίες για διπλή πολιτική του ΚΚΕ. Πάντως το ΚΚΕ θα τηρήσει κατά γράμμα τη συμφωνία της Βάρκιζας σε αντίθεση με τους κυβερνητικούς, που αμέσως μετά την υπογραφή της, με τη Βρετανική ανοχή ίσως και υποστήριξη, εξαπέλυσαν ένα πρωτοφανές κύμα διώξεων κατά του εαμικού κόσμου, τη λεγόμενη “Λευκή τρομοκρατία”.
Από τα μέσα του 1945 η ενότητα των κομμάτων που αποτελούσαν το ΕΑΜ άρχισε να χαλαρώνει. Κριτική στο ΚΚΕ άσκησε η σοσιαλιστική συνιστώσα του ΕΑΜ και αργότερα το μεγαλύτερό της μέρος αποχώρησε από το ΕΑΜ ιδρύοντας το ΣΚ-ΕΛΔ (Σβώλος-Τσιριμώκος-Δ.Στρατής). Το ΚΚΕ θέλοντας να επαναξετάσει τη στάση του τόσο στην Κατοχή όσο και στην μετακατοχική περίοδο συγκάλεσε στις αρχές Απριλίου 1945 την 11η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής. Η επάνοδος του Ζαχαριάδη δημιουργούσε μια νέα πραγματικότητα για το κόμμα αφού πλέον ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης μια και έχαιρε κύρους από τη βάση του κόμματος ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου. Με την επιστροφή του όμως, επικροτεί τη Συμφωνία της Βάρκιζας, διατυπώνει από τις σελίδες του Ριζοσπάστη τη θεωρία των δύο πόλων (Αγγλία-Ρωσία) και καταδικάζει ως τυχοδιωκτική τη δράση του Άρη Βελουχιώτη.
Στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ (12 Φλεβάρη 1946) κι ενώ το κύμα τρομοκρατίας έχει κλιμακωθεί, προβάλει την πολιτική της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας.Στις αρχές Οκτωβρίου του 1945 συγκαλείται στην Αθήνα το 7ο Συνέδριο του Κόμματος, επιδιώκοντας να ενισχύσει την πολιτική του παρουσία και τη μετάβαση με δημοκρατικές μεθόδους προς τη λαϊκή δημοκρατία και από αυτήν στο σοσιαλισμό. Αυτό έγινε προσπάθεια να υλοποιηθεί στο πεδίο του συνδικαλισμού και των εργατικών συνδικάτων. Το 7ο Συνέδριο απηύθηνε Διακήρυξη προς τον ελληνικό λαό, καλώντας τον να συσπειρωθεί στον αγώνα για την ομαλή δημοκρατική λύση του εσωτερικού προβλήματος, δίχως ξένες παρεμβάσεις. Παράλληλα όμως δεν είχε εγκαταλείψει το ΚΚΕ το ενδεχόμενο της ένοπλης δράσης ως απάντηση στη δεξιά τρομοκρατία.
Η Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη αρχικά αντιμετωπίσθηκε με ανοχή από το ΚΚΕ αλλά μόνο για δεκαπέντε ημέρες, αφού στις 11 Δεκεμβρίου του 1945 η Κ.Ε. του ΕΑΜ απέσυρε την υποστήριξή της. Στις 7 Φεβρουαρίου του 1946 ζήτησε το ΕΑΜ την αναβολή των εκλογών για δύο μήνες, τον σχηματισμό κυβέρνησης ευρείας δημοκρατικής συνεννόησης, εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού, γενίκευση της αμνηστίας και εκκαθάριση των εκλογικών καταλόγων. Η αποχή που πρότεινε η αριστερά από τις εκλογές «[…] είχε ως άμεσο και κύριο στόχο να αμφισβητήσει εκ των προτέρων και να αποδυναμώσει δραστικά τη νομιμοποιητική αξία του εκλογικού αποτελέσματος», αλλά συνδεόταν επίσης και με το πιθανό ενδεχόμενο μιας ένοπλης σύγκρουσης. Η διπλή αυτή πολιτική του ΚΚΕ επικυρώθηκε στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ (12-15 Φεβρουαρίου 1946), η οποία επικύρωσε την αποχή από τις εκλογές. Βέβαια μετά το τέλος του Εμφυλίου, το ΚΚΕ αναγνώρισε ως λανθασμένη την επιλογή αυτή και το 1950 το χαρακτήρισε σεχταριστικό οπορτουνιστικό λάθος, λάθος τακτικής, και το 1956, λάθος με βαρύτατες συνέπειες.
Το ΚΚΕ, αν και είχε δώσει εντολή στις οργανώσεις του για απραξία και αφάνεια προκειμένου να μην δίδει επιχειρήματα στους αντιπάλους του, δεν παρέλειψε να δώσει «μια μαχητική υπενθύμιση της ύπαρξής» του την ίδια την ημέρα των εκλογών, στις 31 Μαρτίου 1946, όταν, μετά από εντολή της ηγεσίας του ΚΚΕ, ομάδα διωκομένων αυτού, χτύπησε τη φρουρά στο Λιτόχωρο. Τον Ιούνιο του 1946 η νεοεκλεγείσα Βουλή υιοθετεί το Γ’ Ψήφισμα Περί εκτάκτων μέτρων αφορώντων την Δημόσιαν τάξιν και ασφάλειαν θέτοντας την Αριστερά εκτός νόμου, ενώ ξεκίνησαν οι πρώτες μαζικές εκτοπίσεις Εαμιτών και οι πρώτες θανατικές καταδίκες και εκτελέσεις. Το ΚΚΕ χαρακτήρισε τα μέτρα αυτά ως μονόπλευρο Εμφύλιο πόλεμο.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης σε συνάντηση που είχε με τον Γκεόργκι Δημητρώφ τον Απρίλιο του 1946 στη Σόφια και τον Ρώσο πρέσβη στην Αθήνα ναύαρχο Ραντιόνωφ τον Μάιο, εξέφρασε την άποψη πως το ΚΚΕ είχε επιλέξει ανάμεσα στον Εμφύλιο και την αποχή από τις εκλογές, την αποχή και τη συνέχιση του αγώνα χωρίς τη στρατιωτική κατάληξη. Για το ΚΚΕ η εμφύλια σύγκρουση επερχόταν και αυτό εκφραζόταν και δημοσίως, όπως στο άρθρο του Νίκου Ζαχαριάδη στον Ριζοσπάστη στις 29 Ιουνίου του 1946 με τίτλο: «Τραβάμε για εμφύλιο πόλεμο;». Έτσι η συμμετοχή του κόμματος στο Δημοψήφισμα δεν δήλωνε τίποτε άλλο παρά «την επιθυμία του να νομιμοποιήσει τον αντιμοναρχικό/δημοκρατικό χαρακτήρα που επεδίωκε να προσδώσει στην επερχόμενη εμφύλια σύγκρουση».
Η συμμετοχή όμως του συνασπισμού των κομμάτων του ΕΑΜ στο δημοψήφισμα δεν συνέβαλε στην επανεισαγωγή της Αριστεράς στο πολιτική κονίστρα. Η ένοπλη δράση αριστερών ομάδων θεωρήθηκε από την Αριστερά ως αποτελεσματικός μηχανισμός πίεσης για επανένταξη στο πολιτικό σύστημα: το ΚΚΕ ανεχόταν αυτό και από αδυναμία ελέγχου των ένοπλων οπαδών του. Βέβαια εκείνη την περίοδο σχεδόν όλοι είχαν όπλα, αλλά τα όπλα του ΚΚΕ ήταν το πρόβλημα.
Όταν τον Ιανουάριο του 1947 ο επικεφαλής των φιλελευθέρων κατηγόρησε την κυβέρνηση για περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών, το ΚΚΕ διά του δημοσιογραφικού του οργάνου δεν αρνήθηκε την ανοχή του σε μια κυβέρνηση με επικεφαλής τον Θεμιστοκλή Σοφούλη. Το Φεβρουάριο του 1947 το Πολιτικό Γραφείο αποδέχθηκε το αναπόφευκτο της ένοπλης σύγκρουσης. Όμως όταν τον Απρίλιο ξεκίνησαν οι πρώτες στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Δημοκρατικού Στρατού, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης προαναγγέλλει από το Στρασβούργο στις 27 Ιουνίου 1947 τη συγκρότηση κυβέρνησης της Δημοκρατικής Ελλάδος.
Πέντε ημέρες μετά την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης, η Τρίτη Ολομέλεια της Κ.Ε του ΚΚΕ επιβεβαίωσε την επιλογή του ένοπλου αγώνα. Σαν αντίδραση ήλθε το κλείσιμο του Ριζοσπάστη, και μετά την ανακοίνωση της συγκρότησης της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης απαγορεύτηκε η λειτουργία του ΚΚΕ με τον Α.Ν. 509/1947 στις 27 Δεκεμβρίου 1947. Στο μεταξύ, στο Βελιγράδι, στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου 1947, συγκλήθηκε η 3η Ολομέλεια της Κ.Ε του ΚΚΕ, όπου συναντήθηκαν μόνο έξι από τα σαράντα μέλη της επειδή οι άλλοι ή βρίσκονταν στο βουνό ή στην παρανομία ή φυλακισμένοι. Μεταξύ των παρισταμένων ήταν οι Μάρκος Βαφειάδης, Νίκος Ζαχαριάδης και ο Ιωαννίδης. Εκεί διαπιστώθηκε πως ήταν μονόδρομος η πολεμική σύρραξη.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1946 στην Τσούκα των Αντιχασίων ιδρύθηκε το Γενικό Αρχηγείο Ανταρτών, με αρχηγό τον Μάρκο Βαφειάδη. Συγκεκριμένα, ο Μάρκος Βαφειάδης και οι αρχηγοί διαφόρων ένοπλων ομάδων Κίσσαβος, Λασάνης και Κικίτσας, συγκρότησαν ενιαίο στρατό. Στις 13 Νοεμβρίου της χρονιάς αυτής επιτίθενται ανταρτικές δυνάμεις στο χωριό Σκρα κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα σε βάρος του τακτικού στρατού με βαριές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Ακολουθούν και αλλού επιθέσεις σε τοπικές φρουρές και σταθμούς χωροφυλακής στη Δυτική Μακεδονία, Έβρο και Ελληνοαλβανικά σύνορα. Με τη διαταγή υπ’ αριθμόν 19 του Γενικού Αρχηγείου, στις 27 Δεκεμβρίου του 1946, οι αντάρτικες δυνάμεις μετονομάζονται σε «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας» (ΔΣΕ).

Τρεις μέρες μετά την ίδρυση του ΔΣΕ, κατελήφθη προσωρινά η Υπάτη. Η πιο σημαντική επιτυχία του ΔΣΕ στις αρχές του 1947 είναι στις 14 Φεβρουαρίου η προσωρινή κατάληψη της Σπάρτης και η απελευθέρωση αριστερών φυλακισμένων. Η τακτική του ΔΣΕ ήταν η επιλογή μιας πόλης ή ενός χωριού, η συγκέντρωση ικανού αριθμού μαχητών και κατόπιν επίθεση σε αυτά. Η ηγεσία του ΔΣΕ-ΚΚΕ επεδίωκε την κατάληψη κάποιας πόλης της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας και την εγκατάσταση σε αυτήν, της κυβέρνησής του. Τα Χριστούγεννα του 1947 ο ΔΣΕ επιτέθηκε κατά της Κόνιτσας για να την καταλάβει και να την καταστήσει πρωτεύουσα της κυβέρνησής του. Η επιχείρηση όμως, μετά από πολυήμερο αγώνα με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές, απέτυχε.
Η μεγαλύτερη μάχη του τρίχρονου Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου έλαβε χώρα στους ορεινούς όγκους στο Γράμμο και στο Βίτσι το καλοκαίρι του 1948. Οι μάχες κράτησαν από τις 16 Ιουνίου μέχρι και τις 21 Αυγούστου 1948 και ήταν σφοδρότατες και πολύνεκρες. Ο κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το Γράμμο αλλά απέτυχε να εγκλωβίσει τις δυνάμεις του ΔΣΕ εκεί, που με έναν ελιγμό εγκαταστάθηκαν στο Βίτσι. Τον Δεκέμβριο του 1948 ο ΔΣΕ κατέλαβε για δύο μέρες την Καρδίτσα, στις αρχές Ιανουαρίου του 1949 τη Νάουσα για τρεις μέρες και στις 21 του ίδιου μήνα το Καρπενήσι για 18 μέρες.
Το καλοκαίρι όμως του 1949 ο κυβερνητικός στρατός έχοντας εξουδετερώσει τις διάσπαρτες δυνάμεις του ΔΣΕ στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία, στράφηκε πλέον απερίσπαστος κατά των κύριων δυνάμεων του ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι. Στα τέλη Αυγούστου του 1949 ο κυβερνητικός στρατός, με την άφθονη αμερικανική υλική βοήθεια, με 100.000 στρατιώτες, με τεθωρακισμένα, πυροβολικό και αεροπορία κατέβαλε τον ΔΣΕ στο μέτωπο Γράμμου-Βιτσίου. Οι δυνάμεις του ΔΣΕ, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν τη σφοδρή κυβερνητική επίθεση πέρασαν τα σύνορα και εγκαταστάθηκαν προσωρινά στην Αλβανία. Μετά την ήττα του ΔΣΕ οι μαχητές του από την Αλβανία μεταφέρθηκαν και εγκαταστάθηκαν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά το 1974.
Το ΚΚΕ μετά και από αυτή την ήττα βρέθηκε στην παρανομία. Τα μέλη που ήταν στην Ελλάδα δε΄χτηκαν βασανιστήρια, διωγμούς, εξορίες, ενώ συχνά υπήρχαν και θάνατοι-εκτελέσεις μελών. Το μεγαλύτερο μέρος της ηγεσίας του ΚΚΕ εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Στο εσωτερικό της Ελλάδος ανέλαβε την οργάνωση των λίγων διάσπαρτων ομα΄δων του κόμματος ο Νίκος Πλουμπίδης. Το 1951 συστάθηκε η ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) μετά από συμφωνία του ΚΚΕ με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας του Ι. Πασαλίδη, τον Δημοκρατικό Συναγερμό, το Κόμμα Αριστερών Φιλελευθέρων των Νεόκοσμου Γρηγοριάδη και Σταμ. Χατζημπέη, και το Δημοκρατικό Ριζοσπαστικό Κόμμα του Μιχαήλ Κύρκου. Ο βασικός κορμός των στελεχών της ΕΔΑ ήταν μέλη του Κ.Κ.Ε., το οποίο είχε τεθεί εκτός νόμου από το 1947, όπως και οι Εμμανουήλ Πρωιμάκης και οι στρατηγοί Σαράφης, Χατζημιχάλης και Αυγερόπουλος. Διοικούνταν από εξαμελή διοικούσα επιτροπή (Ιωάννης Πασαλίδης, Δημήτρης Μαριόλης, Διονύσιος Χριστόκος, Σταμάτιος Χατζήμπεης, Μιχαήλ Κύρκος και Ιωάννης Κακορέλης).
Η ΕΔΑ συμμετείχε στις εκλογές από το 1951 μέχρι το 1964. Το μεγαλύτερο ποσοστό που έπιασε ποτέ ήταν το 1958, όπου αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με 24,4%.
Το ΚΚΕ της μεταπολίτευσης
Έχοντας ολοκληρώσει τον κύκλο της η περίοδο των διώξεων των κομμουνιστών, το 1974 μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή νομιμοποιεί το Κ.Κ.Ε.. Στις εκλογές του 1974 το Κ.Κ.Ε., η Ε.Δ.Α. και το Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού (προέκυψε από τη διάσπαση του 1968) συμμετείχαν από κοινού στην εκλογική διαδικασία ως Ενωμένη Αριστερά λαμβάνοντας ποσοστό 9,47%. Στην περίοδο που ακολούθησε τη μεταπολίτευση, το Κ.Κ.Ε. κατάφερε να ενισχύσει τις θέσεις του στο συνδικαλιστικό και το φοιτητικό κίνημα και να ηγηθεί των κινητοποιήσεων εκείνης της περιόδου.
Κεντρικό σύνθημα αυτής της περιόδου υπήρξε η «Αλλαγή», που ερμηνευόταν ως ένα στάδιο δημοκρατικού μετασχηματισμού που υπό προϋποθέσεις θα οδηγούσε στον σοσιαλισμό. Σε αυτή τη βάση υπήρξε συνεργασία στο συνδικαλιστικό επίπεδο με τις δυνάμεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Αργότερα και ιδίως μετά το 1985, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεωρήθηκε ότι αθέτησε τις προεκλογικές του υποσχέσεις για φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις και κατεγράφη από το Κ.Κ.Ε. ως δύναμη ενσωματωμένη στο σύστημα.
Η ίδρυση του Συνασπισμού
Το 1989 στη βάση του Κοινού Πορίσματος Κ.Κ.Ε.-Ε.Α.Ρ. συγκροτήθηκε ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου ως συμμαχία ανάμεσα στο Κ.Κ.Ε., την Ελληνική Αριστερά (μετεξέλιξη του Κ.Κ.Ε. Εσωτερικού) και άλλες μικρότερες οργανώσεις της Αριστεράς.

Ο Συνασπισμός συμμετείχε για τρεις μήνες από κοινού με τη Νέα Δημοκρατία στην κυβέρνηση Τζαννετάκη με σκοπό την άρση της ασυλίας του Ανδρέα Παπανδρέου και την παραπομπή του σε δίκη για το Σκάνδαλο Κοσκωτά και έξι μήνες στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα (ΝΔ/ΠΑΣΟΚ/Συνασπισμός). Η συμμετοχή του Συνασπισμού στην κυβέρνηση Τζανετάκη με τη Νέα Δημοκρατία και μετά στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Ξ. Ζολώτα με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ήταν η αφορμή που οδήγησε στη διάσπαση του Κ.Κ.Ε. και της Κ.Ν.Ε.
Ένα μεγάλο μέρος αυτών των αγωνιστών προχώρησε στη δημιουργία του Νέου Αριστερού Ρεύματος (Ν.Α.Ρ.). Επίσης η πλειοψηφία της Κ.Ν.Ε. που συντάχτηκε με το Ν.Α.Ρ. μετονομάστηκε στο 5ο Συνέδριο σε Κ.Ν.Ε.-Ν.Α.Ρ., τίτλο που κράτησε έως το Συνέδριο μετεξέλιξης το 1995, οπότε μετονομάστηκε σε Νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση (Ν.Κ.Α.). Η διάσπαση αυτή υπήρξε σχετικά μικρή για το Κ.Κ.Ε., αλλά τεράστια για την Κ.Ν.Ε., η οποία μετά από καιρό επανέκτησε ένα μέρος από την δύναμη της.
Εν τω μεταξύ, στο περιβάλλον σύγχυσης και απογοήτευσης που διαμόρφωναν οι εξελίξεις στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, μια ομάδα στελεχών (που ονομάστηκε από τον Τύπο «ανανεωτική») τάχθηκε ανοιχτά υπέρ της εκ των βάθρων ανανέωσης και μετεξέλιξης της ιδεολογίας και της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας του κόμματος και επιχείρησε να εργαστεί το Κ.Κ.Ε. σκληρότερα για τη μετατροπή του Ενιαίου Συνασπισμού σε ενιαίο κόμμα, από συνασπισμός κομμάτων, όπως είχε αρχικά συγκροτηθεί.
Η αποχώρηση από τον Συνασπισμό
Το 1991, σε συνθήκες έντονης ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης, στο 13ο Συνέδριο η λεγόμενη ομάδα των ανανεωτών μειοψήφησε οριακά, με την πολιτική της πρόταση για απόφαση να την ψηφίζει το 48% των συνέδρων του Κ.Κ.Ε.. Τελικά, εξελέγη Γενική Γραμματέας η Αλέκα Παπαρήγα, όπου μετά το Νίκο Ζαχαριάδη, είναι η γενική γραμματέας με τη μεγαλύτερη θητεία στη θέση αυτή (1991-2013).
Έτσι, το Κ.Κ.Ε. αποχώρησε από τον Συνασπισμό με την απώλεια ενός μεγάλου αριθμού στελεχών και μελών του, μεταξύ των οποίων 39 μέλη της ΚΕ του και 5 βουλευτές. Ανάμεσα στους αποχωρήσαντες ήταν και ο πρώην Γ.Γ. Γρηγόρης Φαράκος και η Μαρία Δαμανάκη, τότε πρόεδρος του Συνασπισμού.
Το ΚΚΕ μέσα από μια πορεία 103 ετών κατέληξε στο σήμερα. Επειδή η 17 Νοέμβρη του 1918 έχει οριστεί ως γενέθλια ημέρα του κόμματος αυτού, μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία του κόμματοςπαραμένει αντικείμενο μελέτης. Σε αυτό το άρθρο προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε μέρος της ιστορίας του κόμματος βάζοντας και τα δικά μας σχόλια όπου το θεωρούσαμε αναγκαίο.
![]()