Πέφτουμε;  Πέφτουμε»;

Γράφει η Χαρούλα Κοτσάνη

Δεκαετία του ΄70 στην αρχή προς το τέλος; θα σας γελάσω…

Πέφτουμε;  Πέφτουμε»;

Μια Καριωτίνα αποφασίζει μετά από πολλές προσκλήσεις του γιού της να πάει επιτέλους κι εκείνη στην Αμερική να τον συναντήσει, να καμαρώσει την οικογένειά του από κοντά, να τους φιλήσει, να τους αγγίξει, να τους αγκαλιάσει με τα ίδια της τα χέρια, μόνο στις φωτογραφίες τους έβλεπε.

Τις είχε τοποθετημένες, που λέτε, στη σειρά  πάνω στο τζάκι σε περίτεχνες χρυσές κορνίζες, όλες έγχρωμες με όλα τα χρώματα του κόσμου και της φύσης, μέσα σε πάρκα απέραντα και καταπράσινα, σε παραμυθένιες  όχθες ποταμών και λιμνών, σε γέφυρες θεόρατες … Αμ! εκείνα τα πανύψηλα κτίρια που έστεκαν σε όλες τις πόζες πίσω τους να φτάνουν ίσαμε τον «κουμπέ» τ΄ ουρανού!!!

Όλα αυτά τα σκηνικά που συνεχώς άλλαζαν έκαναν την κυρα Μαρία ακόμα πιο υπερήφανη και δώστου παίνευε σε κάθε μουσαφίρη τα ένδοξα «χαΐρια» του Νικολάκη της εκεί στην ξενιτιά!

Σαν την ρώταγαν τι δουλειά κάνει ο κανακάρης της, δεν ήξερε ακριβώς να την περιγράψει, της έφτανε όμως που τον έβλεπε καλοντυμένο με κοστούμι και γραβάτα δίπλα στην ξανθιά γυναίκα του κι ας ήταν «ξένη» μην φανταστείτε κατά – ξένη, από την Πελοπόννησο κατάγεται η κοπέλα (αλλά για μας τους Ικαριώτες «ξένη»), με τα δύο τους παιδάκια χαμογελαστά και φροντισμένα, της έφτανε ακόμα που έβγαζε πολλά λεφτά, έτσι της έγραφε κι έτσι θα ήταν αφού μέσα σε κάθε φάκελο με το γράμμα και τις φωτογραφίες έβρισκε κι ένα εικοσα/δόλαρο, στις δε γιορτές και κάτι περισσότερο.

Η αλήθεια ήταν πως είχε έναν καημό, ήθελε να πάει σε αυτή την παράξενη και μακρινή χώρα που τόσους και τόσους έχει σαγηνεύσει κι έχει κρατήσει στην αγκαλιά της.

Ο Κωνσταντής ο άντρας της , μήτε να ακούσει αυτή την πρόταση… α πα πα! Κομμουνιστής από τα νιάτα του, Εαμίτης στην Αντίσταση, Μακρονησιώτης που δεν υπέγραψε ποτέ παρά τα βασανιστήρια την καταραμένη «δήλωση», είχε μεγάλες κι αγεφύρωτες διαφορές με την Μητρόπολη του καπιταλισμού, έτσι την έλεγε την Αμερική κι όπως ισχυριζόταν από αυτήν προέρχονταν όλα τα δεινά του κόσμου και δώστου να αραδιάζει ασταμάτητα τα επιχειρήματά του…  για αντίλογο; ούτε λόγος, δεν σου έδινε κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των λεγομένων του, καλός και φιλόξενος, το σπιτικό του ανοιχτό με το τραπέζι πάντα στρωμένο σε κάθε οδοιπόρο και περιπλανώμενο φτάνει να μην φορούσε στολή και μάλιστα χωροφυλακίστικη… είχε ως φαίνεται τους λόγους του!

Η κυρά του όμως πιο συμβιβαστική δεν δεχόταν απόλυτα την άποψη του αν και σε γενικές γραμμές συμφωνούσε μαζί του. Το πρόβλημα το δικό της δεν ήταν τόσο ιδεολογικό όσο υψομετρικό!

Ναι, πώς να μπει σε αυτό το αεροπλάνο; που σαν το έβλεπε και πετούσε πάνω από τον «αθέρα»  της κοβόταν τα γόνατα από τον φόβο. Νάταν  βρε παιδί μου με καράβι ούτε θα το συζητούσε είχε κάνει αμέτρητες φορές το δρομολόγιο Νικαριά  – Πειραιά, είχε ταξιδέψει με τρικυμία το Ικάριο που μόνο όποιος το έχει διαπλεύσει μπορεί να το καταλάβει, ακόμα και ο Ατλαντικός θα  της φαινόταν  παιχνιδάκι… Νάταν με τρένο ούτε δεύτερη σκέψη… αλλά αυτό το θεριό να πετάει στον αέρα και νάσαι μέσα; αδιανόητο να το διαχειριστεί ψυχολογικά!

Έφτασε όμως ο καιρός που δεν άντεχε άλλο περιμένοντας να ξεπεράσει τους φόβους της, άρχιζε κιόλας να γερνάει αχ! αυτός ο καθρέφτης του σπιτιού, της το θύμιζε με την «καλημέρα» πολύ μαρτυριάρης και σκληρός. 

Η νοσταλγία, η ποθύμια και η λαχτάρα να δει τον γιο της, την έκαναν να συμβιβαστεί με την ιδέα του «πετάγματος» και έτσι βρέθηκε μια ωραία ημέρα στην πτήση Αθήνα – Νέα Υόρκη!

Η Κυρά – Μαρία! ποιος θα το περίμενε; καθισμένη κατάχλωμη στην θέση της, δεμένη με την ζώνη του καθίσματός της, σφιγμένη με όλη της την δύναμη από όπου μπορούσε να κρατηθεί, με τα μάτια κλειστά … να περιμένει την συντέλεια του κόσμου!

Όσες προσευχές ήξερε τις είχε πει όλες, (από μέσα της),  τι σταυρούς και τι τάματα έταξε στην Παναγία, δεν λέγεται! είχε μια αδυναμία από ανέκαθεν στην Παναγία μέχρι παρεξηγήσεως δηλαδή, εις βάρος ακόμα κι όλων των άλλων μορφών της Αγιοσύνης .

Ατελείωτες οι ώρες του ταξιδιού, δεν έλεγε να τελειώσει! Τα δευτερόλεπτα αιώνες!

Το μόνο που την κρατούσε στην πραγματικότητα ήταν η  φωνή και η καλοσυνάτη παρουσία της όμορφης αεροσυνοδού που περνούσε τακτικά δίπλα της και την ρωτούσε αν ήθελε κάτι μα κι αυτό ακαταλαβίστικο, ευτυχώς ο διπλανός της, έκανε συνεχώς τον διερμηνέα!

«αχ! βρε Νικολάκη μου τι την ήθελες αυτή την βρωμοχώρα που λέει κι ο κύρης σου, δίκιο έχει, κοίτα τώρα τι τραβάει η Μάνα σου να σ΄ ανταμώσει και κάτσε να δούμε αν θα προκάμει»!!!

Σε κάθε τράνταγμα των αναταράξεων, (εκεί ήταν  η απόλυτη κόλαση), έβλεπε τον χάρο με τα μάτια της κι ας ήταν κλειστά, πάνε κι οι ντροπές, πάνε κι οι σιωπές, γραπωνόταν από το μπροστινό κάθισμα με όση δύναμη της είχε απομείνει, έγερνε το κεφάλι μπροστά κι ελαφρώς δεξιά, την διευκόλυνε και η θέση που ήταν στο διάδρομο, άνοιγε τώρα διάπλατα τα μάτια κοιτάζοντας όλους τους άγνωστους γύρω της  ρωτώντας τους με φρίκη «ΠΈΦΤΟΥΜΕ; ΠΈΦΤΟΥΜΕ;», μια βαθιά ανάσα και πάλι πίσω με όλο της το σώμα κάθιδρο! Ούτε θυμάται πόσες φορές επαναλήφθηκε το ίδιο… κάπου στο ενδιάμεσο να και πάλι η αεροσυνοδός όπου με μία τσιμπίδα πρόσφερε ένα αχνιστό τριγωνικό σκεύασμα σε όλους χωρίς να ρωτά κανέναν. Το παίρνει κι εκείνη κι όπως ήταν ζεστό το βάζει στο στόμα αφού το πέρασε μάλλον για λαχταριστή τυρόπιτα… αδύνατον να το νικήσει με τα δόντια, όταν άκουσε χαμηλόφωνα τον «διερμηνέα» της:  «προσέχτε είναι νωπό μαντηλάκι για τα χέρια»!

Ωχ! να σχιστεί η γη να την καταπιεί, ποια γη δηλαδή, λέμε τώρα, τη Γη ούτε που την έβλεπε από κει πάνω… κι ενώ αυτά συνέβαιναν στα «Ουράνια» κάτω στα «επίγεια» ο Κωνσταντής με τον «ριζοσπάστη», (είπαμε μεταπολίτευση, ζούμε την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, το κόμμα νόμιμο)! ξεκινούσε την μελέτη τελετουργικά αρχίζοντας με το άρθρο του Νίκου Φιλικού, (πόσο του άρεσε)! Ταυτόχρονα  άκουγε και τις ειδήσεις από το ραδιοφωνάκι, είχε το νου του μην ακούσει τίποτα «παράξενο» σήμερα, όσο να πεις μια αγωνία την είχε… η κυρά του ταξιδεύει για την Αμερική…  

Θυμήθηκε τον φίλο του στον Κάμπο, στο παρακάτω χωριό… όταν έφευγε για πρώτη φορά με αεροπλάνο και η δική του γυναίκα, η Άννα. Την ημέρα που ταξίδευε άκουσε εκείνος ότι ένα αεροπλάνο κατέπεσε κάπου και χάθηκαν όλοι οι επιβάτες…

Ω! συμφορά! « πάει η Άννα μου» σκέφτηκε. Άρχισε τον θρήνο, έκλαιγε, φώναζε, χτυπιόταν πώς θα ζήσει χωρίς την Άννα του; Τον ακούει ο γείτονας τρέχει να μάθει τι συνέβη και να τον παρηγορήσει. «Μα πως ξέρεις ότι είναι η Άννα μέσα, είσαι σίγουρος»; «Όχι» του απαντά, «αλλά αφού ταξιδεύει κι εκείνη σήμερα, δεν μπορεί μέσα θα ήταν, πάει η Άννα μου, δεν θα το αντέξω, θα αυτοκτονήσω»!

Παίρνει φόρα από την αυλή που ήταν πάνω στη θάλασσα, εκεί στων «Πλακιδάτων», για να πνιγεί, έλα όμως που ήξερε καλό κολύμπι και δεν μπορούσε παρά τις πολλές προσπάθειες να βουλιάξει;… δεν άκουγε κανέναν, απαρηγόρητος… τόσο την αγαπούσε την Άννα που είχε αποφασίσει και τον δικό του χαμό, αλλά πώς;

Με την θάλασσα απέτυχε… του ήρθε η ιδέα του κακού γαϊδουριού του, πηγαίνει εκεί κοντά στην «λιβάδα» τον λύνει, τον φέρνει στην αυλή προκαλώντας και παρακαλώντας τον να τον φάει, όμως ο γαΐδαρος ακίνητος, πεισματάρης μέχρι αηδίας πια, βήμα δεν έκανε εναντίον του αφεντικού του, κι ετούτος  συνέχιζε να του φωνάζει: «Φάε με βρε! Φάε με!… σαράντα χρόνια με τρως, τώρα που θέλω να με φας για δεν με τρώς»;

Είδανε και πάθανε όλοι να τον συνεφέρουν και να τον πείσουν ότι η Άννα ήταν μια χαρά, είχε φτάσει σώα στον προορισμό της και του έστελνε τους χαιρετισμούς της…  κάπως έτσι ηρέμησε αποδεικνύοντας προς όλους πόσο την αγαπούσε!!!

Ευτυχώς για τον Κωνσταντή δεν συνέβη κανένα απρόοπτο, το μόνο που δεν μπορούσε τώρα να δει και να ακούσει την δική του Κυρά να ρωτάει τρομαγμένη σε κάθε τράνταγμα:«Πέφτουμε; Πέφτουμε;»


Υ.Γ. επιτρέπεται κάθε σχετικός συνειρμός με την πραγματικότητα!

Σχολιάστε Ελεύθερα

Ads Blocker Image Powered by Code Help Pro

Ads Blocker Detected!!!

We have detected that you are using extensions to block ads. Please support us by disabling these ads blocker.

Powered By
Best Wordpress Adblock Detecting Plugin | CHP Adblock