Γράφει η Τασσώ Γαΐλα για την σειρά Ελλάδα-Περιβάλλον

Χρυσοκίτρινα τα φύλλα της μουριάς το φθινόπωρο εξαιρετικής ομορφιάς, είναι μία από τις αιτίες που το φυλλοβόλο αυτό δέντρο φυτεύεται συχνά ως καλλωπιστικό σε δεντροστοιχίες δρόμων ή σε σειρές σε όρια κήπων και κτημάτων.
Η μουριά του γένους Morus της οικογένειας των μορεϊδών έχει σχετικά μικρό ύψος και το ριζικό της σύστημα είναι κυρίως επιφανειακό. Αντέχει αρκετά και στο κρύο και τη ξηρασία, ενώ δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σχετικά με το έδαφος.
Πότισμα: Τακτικό τον πρώτο καιρό μέχρι να «πιάσει» το δέντρο. Μετά μπορούμε να αραιώσουμε τα ποτίσματα, ενώ ενήλικα δέντρα δε χρειάζονται άλλο νερό πέραν αυτών των βροχών.
Θρέψη: Νεαρά φυτά θα βοηθηθούν, αν τους χορηγήσουμε λίγο πλήρες και ισορροπημένο λίπασμα την άνοιξη.
Κλάδεμα: Με μεγάλη προσοχή για το κλάδεμα το οποίο γίνεται για την διαμόρφωση της κόμης του. Η μουριά ανταποκρίνεται γρήγορα με την έκπτυξη άφθονων νέων βλαστών. Κλαδεύουμε στα τέλη του χειμώνα ή πολύ νωρίς την άνοιξη, αφήνοντας πάνω σε κάθε κύριο κλαδί ένα, δύο ή τρία δευτερεύοντα κλαδιά μειωμένα σε μήκος 20-40 εκ.
Αν το κλάδεμα είναι αυστηρό, θα πάρουμε πολύ λίγους καρπούς επειδή οι τελευταίοι εμφανίζονται πάνω σε κλαδιά που σχηματίστηκαν την προηγούμενη χρονιά και επομένως αφαιρούνται με το κλάδεμα. Το απρόσεκτο κλάδεμα αφήνει πληγές στο δέντρο που είναι πύλες εισόδου εχθρών και ασθενειών. Γι αυτό χρησιμοποιούμε κοφτερά εργαλεία (πριόνι, κλαδευτήρι) και καλύπτουμε πάντα τις τομές με πάστα κλαδέματος ή μίνιο.
Τα φύλλα της μουριάς είναι οδοντωτά, τα δε άνθη της που ανθίζουν την άνοιξη είναι μονογενή και απ’ αυτά το Μάιο – Ιούνιο παράγονται οι καρποί, τα γνωστά μας Μούρα, λευκά ή μαύρα ανάλογα με το είδος.
Τυπικότερα τα είδη της Morus nigra (μαύρη μουριά) και Morus alba (λευκή μουριά). Η σημασία της Morus alba έγκειται στο ότι τα φύλλα της αποτελούν τη μοναδική πηγή τροφής του μεταξοσκώληκα. Επομένως η καλλιέργειά της είναι η βασική για την οικονομία περιοχών συνδεδεμένων με την εκτροφή μεταξοσκωλήκων (σηροτροφία) και την μεταξοβιομηχανία.
Τη λευκή μουριά, μαζί με αβγά μεταξοσκώληκα μετέφεραν στη χώρα μας από την Κίνα, Έλληνες μοναχοί την περίοδο της αυτοκρατορίας του Ιουστινιανού.
Ταξίδι στην Κωνσταντίνου Πόλη …

Το μετάξι ανέκαθεν θεωρείτο αντιπροσωπευτικό του πλούτου και της πολυτέλειας. Αυτή η άποψη ήταν αποδεκτή και στο Βυζάντιο που ανακάλυψε το μετάξι τον 6ο αιώνα και από τότε το υλικό αυτό αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο ενδυνάμωσης της βυζαντινής οικονομίας, τα δε ενδύματα των αυτοκρατόρων, των οικογενειών τους και των πλουσίων είχαν ως συστατικό τους το μετάξι με σκοπό την προβολή της καταγωγής και του πλούτου τους σε σύγκριση με τους απλούς πολίτες. Και όχι μόνο στην ένδυση.
Άτομα με υψηλή καταγωγή χρησιμοποιούσαν το μετάξι στα ανάκτορά τους για την διακόσμηση επίπλων, στα παλάτια τους ακόμη και σε ναούς. Αντιλήψεις των Βυζαντινών που ίσχυαν έως την άλωση της Αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς Τούρκους.
5ος αι. μ.Χ. το μετάξι και τα μυστικά στα χέρια των Κινέζων που χάριν σ’ αυτό το προϊόν οι οικονομικές πρόσοδοί τους είχαν εκτοξευθεί στα ύψη. Μονοπώλιο στην πώληση του μεταξιού για την Κίνα που κρατούσε επτασφράγιστο μυστικό και την τεχνική παραγωγής του για ευνόητους λόγους.

Στο Βυζάντιο οι έμποροι λόγω της αυξημένης ζήτησης των μεταξωτών κλωστών και υφασμάτων αναγκάζονται να κάνουν εισαγωγές σε ασύμφορες (κόστος μεταφοράς κ.λπ.) πολύ υψηλές τιμές. Αποφασίζουν, λοιπόν, την παραγωγή μεταξιού στην ίδια την αυτοκρατορία. Αυτοκράτορας αυτή την περίοδο τυγχάνει ο Ιουστινιανός Α΄ (527-565) που επί των ημερών του αρχίζει η παραγωγή μεταξιού στο Βυζάντιο γεμίζοντας χρήματα τα Δημόσια ταμεία του Κράτους για αιώνες.
Μοναχοί από την Βυζαντινή Αυτοκρατορία φθάνουν στην Κίνα και το 553/4 κατορθώνουν να εισέλθουν στον «μυστικό κόσμο» της κινέζικης παραγωγής του μεταξιού και να πληροφορηθούν τις βασικές διεργασίες για την επεξεργασία του μεταξιού. Και, επειδή το μετάξι προέρχεται από το κουκούλι των μεταξοσκωλήκων για να το μεταφέρουν οι μοναχοί μετάξι στο Βυζάντιο χωρίς να τους αντιληφθούν οι Κινέζοι με μεγάλη ευρηματικότητα, κατά την παράδοση, δημιούργησαν κοιλότητες στις ράβδους τους και έκρυψαν στο εσωτερικό τους αβγά μεταξοσκώληκα με τα οποία καθώς και τις πληροφορίες που πήραν για τις μεθόδους απόσπασης του μεταξιού επέστρεψαν στο Βυζάντιο όπου εντός του 6ου αιώνα άρχισε και η οργάνωση παραγωγής του μεταξιού.
Ως γνωστόν, οι μεταξοσκώληκες τρέφονται αποκλειστικά με φύλλα λευκής μουριάς και αρχίζει η συστηματική καλλιέργεια λευκής μουριάς σε θέματα (επαρχίες) της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αμέσως μετά την άφιξη των μοναχών.
Βασικά κέντρα παραγωγής μουριάς θα αναδειχθούν η Πάτρα, η Κόρινθος, ο Μοριάς (βορειοδυτική Πελοπόννησος, που κατά μία έκδοση οφείλει το όνομα Μοριάς ακριβώς από την παραγωγή δενδρυλλίων μουριάς), η Θήβα, η Θεσσαλονίκη, η Τραπεζούντα, η Προύσα και το Σουφλί. Ευνόητον, υπεύθυνη για την τελική διάθεση και την εξαγωγή του πολύτιμου μεταξιού ήταν η πρωτεύουσα Κωνσταντίνου Πόλη, ευνόητον πως η Β. Αυτοκρατορία μετά τους Κινέζους με τη σειρά της φύλαγε επτασφράγιστο μυστικό την τεχνική επεξεργασία και παραγωγής του μεταξιού και πώς διέθετε πλήρες σύστημα διαφύλαξης του μονοπωλίου του μεταξιού, πηγή πλούτου της αυτοκρατορίας.
Άραβες (το 1130) και Νορμανδοί (1147) εισβάλλουν στην Πελοπόννησο, λεηλατούν και σφάζουν για να μάθουν τα μυστικά της επικερδούς παραγωγής μεταξιού. Τα κατάφεραν έχοντας προηγουμένως και με τη βία διαπράξει αρπαγή καλλιεργητών…
Έτσι το μονοπώλιο των Βυζαντινών στην παραγωγή και εμπορία των μεταξωτών υφασμάτων που απέφερε τεράστια έσοδα στην οικονομία τους έλαβε τέλος. Τέλος δεν υπήρξε και δεν θα υπάρχει για την μεταξοβιομηχανία όσο υπάρχει η λευκή μουριά.
Και, λευκή και μαύρη μουριά ναι μεν συναντάμε σήμερα αυτοφυή ή καλλιεργούμενη σ’ όλη την Ελλάδα, γνωστή όμως και καλλιεργούμενη στη χώρα μας είναι από τα αρχαία χρόνια όχι μόνο για τους καρπούς της, τα γλυκά εδώδιμα μούρα αλλά και για τις φαρμακευτικές – θεραπευτικές ιδιότητές της.
Πηγές: «Οικονομική Ιστορία του Βυζαντίου», Αγγελική Λαΐου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2006.
Μαρία Νιζάμη, Γεωπόνος Κ.Ε.Π.Π.Υ.Ε.Λ. Χίου, Msc Περιβάλλοντος.
![]()