24 Μαρτίου 1999: Ποιός να ξεχάσει….

Μια μέρα σαν σήμερα πριν 25 χρόνια ξεκινούσε ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ, ποιός μπορεί να ξεχάσει άραγε το έγκλημα που συγκλόνισε την γειτονιά μας αλλά και εμάς τους ίδιους. Το έγκλημα του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια βέβαια έχει την δική του ιστορία, και αυτό θα προσπαθήσουμε να θυμηθούμε σήμερα αφού δούμε όμως το υπόβαθρο του πολέμου.

Σκηνές από τον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας το 1999, οι βόμβες χτυπούσαν καθημερινά το διυλιστήριο πετρελαίου του Νόβι Σαντ και προκαλούσαν περιβαλλοντική καταστροφή

Η ιστορία ξεκινάει περίπου 9 χρόνια νωρίτερα, τότε δηλαδή που θα έφτανε στο τέλος της η πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία. Η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας ήταν μια συσσωμάτωση οκτώ ομοσπονδιακών οντοτήτων, κατά προσέγγιση χωρισμένη με εθνοτικά κριτήρια, περιλαμβανομένων έξι δημοκρατιών, δηλαδή την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Κροατίας, την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας, την Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Μαυροβουνίου, την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας και την Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σλοβενίας, και δύο αυτόνομων επαρχιών εντός της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Σερβίας, δηλαδή την Σοσιαλιστική Αυτόνομη Επαρχία της Βοϊβοδίνας και την Σοσιαλιστική Αυτόνομη Επαρχία του Κοσσυφοπεδίου.

Με το Σύνταγμα του 1974 το αξίωμα του Προέδρου της Γιουγκοσλαβίας αντικαταστάθηκε από τη Γιουγκοσλαβική Προεδρία, μια οκταμελή συλλογική ηγεσία του κράτους, που απαρτιζόταν από εκπροσώπους των έξι δημοκρατιών και των δύο αυτόνομων επαρχιών, δηλαδή της ΣΑΠ του Κοσσυφοπεδίου και της ΣΑΠ της Βοϊβοντίνας.

Από τη σύσταση της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας το 1945 η συνιστώσα Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Σερβίας (ΣΔ Σερβίας) περιελάμβανε τις δύο αυτόνομες επαρχίες της ΣΑΠ του Κοσσυφοπεδίου και της ΣΑΠ της Βοϊβοντίνας. Με το Σύνταγμα όμως του 1974 η επιρροή της κεντρικής κυβέρνησης της ΣΔ Σερβίας πάνω στις επαρχίες μειώθηκε σημαντικά, γεγονός που τους έδωσε την επί μακρόν επιδιωκόμενη αυτονομία. Η κεντρική κυβέρνηση περιορίστηκε όσον αφορά στη λήψη και εφαρμογή αποφάσεων που ίσχυαν για τις επαρχίες. Οι επαρχίες αυτές είχαν ψήφο στη Γιουγκοσλαβική Προεδρία, που δεν εκφραζόταν υπέρ της Σερβίας. Στη Σερβία λόγω αυτού του γεγονότος υπήρξε μεγάλη δυσαρέσκεια για αυτές τις εξελίξεις, που τα εθνικιστικά στοιχεία την θεώρησαν ως “διαίρεση της Σερβίας”. Το σύνταγμα του 1974 όχι μόνο επιδείνωσε τους φόβους της Σερβίας για μια “αδύναμη Σερβία, για μια ισχυρή Γιουγκοσλαβία” αλλά έπληξε επίσης και την καρδιά του σερβικού εθνικού αισθήματος. Η πλειοψηφία των Σέρβων θεωρούσε το Κοσσυφοπέδιο ως «λίκνο του έθνους» και δεν θα δεχόταν την πιθανότητα να το χάσει από τον πλειοψηφούντα Αλβανικό πληθυσμό.

Σε μια προσπάθεια να εξασφαλίσει την κληρονομιά του, ο Τίτο με το Σύνταγμα του του 1974 καθιέρωσε ένα σύστημα ετήσιων προεδριών, εκ περιτροπής, από τους οκτώ ηγέτες των δημοκρατιών και των αυτόνομων επαρχιών. Ο θάνατος όμως του Τίτο θα έδειχνε ότι τέτοιοι βραχυπρόθεσμοι όροι ήταν εξαιρετικά αναποτελεσματικοί. Ουσιαστικά άφησε ένα κενό ισχύος το οποίο έμεινε έτσι στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1980.

Το 1986 η Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών συνέβαλε σημαντικά στην άνοδο των εθνικιστικών αισθημάτων, καθώς συνέταξε το αμφιλεγόμενο Μνημόνιό της, διαμαρτυρόμενη για την αποδυνάμωση της κεντρικής κυβέρνησης της Σερβίας.

Τα προβλήματα στη Σερβική αυτόνομη επαρχία του Κοσσυφοπεδίου μεταξύ Σέρβων και Αλβανών αυξήθηκαν εκθετικά. Αυτό, σε συνδυασμό με τα οικονομικά προβλήματα στο Κοσσυφοπέδιο και τη Σερβία συνολικά, οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια της Σερβίας για το Σύνταγμα του 1974. Οι Αλβανοί του Κοσσυφοπεδίου άρχισαν να ζητούν να αναγνωριστεί για το Κοσσυφοπέδιο το καθεστώς της συνιστώσας δημοκρατίας. Αυτό θεωρήθηκε από τους Σέρβους ως καταστροφικό πλήγμα για την υπερηφάνεια της Σερβίας λόγω των ιστορικών δεσμών που είχαν με το Κοσσυφοπέδιο. Θεωρήθηκε ότι αυτή η απόσχιση θα ήταν καταστροφική για τους Σέρβους του Κοσσυφοπεδίου και αυτό τελικά οδήγησε στην καταστολή επί της Αλβανικής πλειοψηφίας στο Κοσσυφοπέδιο.

Εν τω μεταξύ οι πιο ευημερούσες δημοκρατίες της Σλοβενίας και της Κροατίας ήθελαν να προχωρήσουν προς την αποκέντρωση και τη δημοκρατία. Το 1987 ο Σέρβος κομμουνιστής αξιωματούχος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς εστάλη για να ηρεμήσει μια εθνοτικής κατεύθυνσης διαμαρτυρία των Σέρβων εναντίον της Αλβανικής διοίκησης της ΑΣΕ του Κοσσυφοπεδίου. Ο Μιλόσεβιτς ήταν μέχρι τότε σκληροπυρηνικός κομμουνιστής, που είχε καταγγείλει όλες τις μορφές εθνικισμού ως προδοσία καταδικάζοντας μάλιστα το Μνημόνιο της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών ως «τίποτε άλλο εκτός από τον πιο σκοτεινό εθνικισμό». Ωστόσο η αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου ήταν ανέκαθεν μια μη δημοφιλής πολιτική στη Σερβία και εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση, παίρνοντας αποστάσεις από την παραδοσιακή κομμουνιστική ουδετερότητα στο ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου.

Ο Μιλόσεβιτς διαβεβαίωσε τους Σέρβους ότι η κακομεταχείριση τους από Αλβανούς θα σταματούσε. Στη συνέχεια ξεκίνησε μια εκστρατεία εναντίον της κυβερνώσας κομμουνιστικής ελίτ της Σερβίας, απαιτώντας περιορισμούς στην αυτονομία του Κοσσυφοπεδίου και της Βοϊβοντίνας. Αυτές οι ενέργειες τον κατέστησαν δημοφιλή μεταξύ των Σέρβων και βοήθησαν την άνοδό του στην εξουσία στη Σερβία. Ο Μιλόσεβιτς και οι σύμμαχοί του ανέλαβαν μια επιθετική εθνικιστική ατζέντα για την αναζωογόνηση της ΣΔ της Σερβίας εντός της Γιουγκοσλαβίας, υποσχόμενος μεταρρυθμίσεις και προστασία όλων των Σέρβων.

Το κυβερνών κόμμα της ΣΟΔ Γιουγκοσλαβίας ακολουθώντας το κύμα των εθνικιστικών αισθημάτων και τη νέα δημοτικότητα, που κέρδισε στο Κοσσυφοπέδιο ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (Πρόεδρος της Ένωσης Κομμουνιστών της Σερβίας από το Μάιο του 1986), έγινε ο ισχυρότερος πολιτικός της Σερβίας, κατατροπώνοντας τον πρώην μέντορά του και Πρόεδρο της Σερβίας Ιβάν Στάμπολιτς στην 8η Σύνοδο της Ένωσης Κομμουνιστών της Σερβίας στις 22 Σεπτεμβρίου του 1987.

Τον Ιανουάριο του 1990 συγκλήθηκε το έκτακτο 14ο Συνέδριο της Ενωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών. Το συνενωμένο κυβερνών κόμμα Γιουγκοσλαβίας, η Ένωση δηλαδή Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών, βρισκόταν σε κρίση. Το μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου αναλώθηκε με τις διαφωνίες της Σερβικής και της Σλοβενικής αντιπροσωπίας για το μέλλον της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών και της Γιουγκοσλαβίας. Η ΣΔ Κροατίας εμπόδισε τους Σέρβους διαδηλωτές να φτάσουν στη Σλοβενία Η Σερβική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής το Μιλόσεβιτς, επέμεινε στην πολιτική “ένα πρόσωπο μια ψήφος” για τα μέλη του κόμματος, που θα ενίσχυε τη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα του κόμματος, τους Σέρβους.

Με τη σειρά τους οι Κροάτες και οι Σλοβένοι επιδίωκαν να μεταρρυθμίσουν τη Γιουγκοσλαβία, αναθέτοντας ακόμη μεγαλύτερη εξουσία στις έξι δημοκρατίες, αλλά οι μεταρρυθμίσεις τους δεν έγιναν δεκτές και έτσι το αποτέλεσμα ήταν η Κροατική αντιπροσωπεία, υπό τον Πρόεδρο Ίβιτσα Ράτσαν, και η Σλοβενική αντιπροσωπεία να αποχωρήσουν από το Συνέδριο στις 23 Ιανουαρίου του 1990, διαλύοντας ουσιαστικά το πανγιουγκοσλαβικό κόμμα. Μαζί με την εξωτερική πίεση αυτό προκάλεσε την υιοθέτηση πολυκομματικών συστημάτων σε όλες τις δημοκρατίες.

Οι επί μέρους δημοκρατίες διοργάνωσαν πολυκομματικές εκλογές το 1990 και στις περισσότερες οι πρώην κομμουνιστές δεν κατάφεραν να επανεκλεγούν, ενώ οι περισσότερες εκλεγμένες κυβερνήσεις ανέλαβαν εθνικιστικές πλατφόρμες, υποσχόμενες να προστατεύσουν τα ξεχωριστά εθνικά τους συμφέροντα. Στις πολυκομματικές κοινοβουλευτικές εκλογές οι εθνικιστές νίκησαν τα πρώην κομμουνιστικά κόμματα στη Σλοβενία στις 8 Απριλίου του 1990, στην Κροατία στις 22 Απριλίου και στις 2 Μαΐου του 1990, στη Βόρεια Μακεδονία στις 11 και 25 Νοεμβρίου και στις 9 Δεκεμβρίου του 1990 και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη στις 18 και 25 Νοεμβρίου του 1990.

Στις πολυκομματικές κοινοβουλευτικές εκλογές τα μετονομασμένα πρώην κομμουνιστικά κόμματα νίκησαν στο Μαυροβούνιο στις 9 και 16 Δεκεμβρίου του 1990 και στη Σερβία στις 9 και 23 Δεκεμβρίου του 1990. Επιπλέον η Σερβία επανεξέλεξε τον Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ως Πρόεδρο. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο ευνοούσαν τώρα όλο και περισσότερο μια Γιουγκοσλαβία κυριαρχούμενη από τη Σερβία.

Τα μη κομμουνιστικά κόμματα 4 δημοκρατιών αποφάσισαν με δημοψηφίσματα να αποχωρήσουν από την ενιαία Γιουγκοσλαβία, έτσι δημιουργήθηκε η Κροατία, η Σλοβενία, η Βόρεια Μακεδονία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, έτσι η Γιουγκοσλαβία παρέμεινε μια συνέννωση 2 πρώην δημοκρατιών, δηλαδή της Σερβίας και του Μαυροβουνίου καθώς και των δυο επαρχιών, που πλέον είχαν ελάχιστη αυτονομία. Στο Κοσσυφοπέδιο από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση της αλβανικής γλώσσας περιορίστηκαν και οι εφημερίδες έκλεισαν. Οι Κοσοβάροι Αλβανοί απολύθηκαν σε μεγάλους αριθμούς από δημόσιες επιχειρήσεις και ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων τραπεζών, νοσοκομείων, ταχυδρομείων και σχολείων. Τον Ιούνιο του 1991, η συνέλευση του Πανεπιστημίου της Πρίστινα και πολλά συμβούλια σχολών διαλύθηκαν και αντικαταστάθηκαν από Σέρβους. Οι Αλβανοί δάσκαλοι του Κοσσυφοπεδίου δεν μπόρεσαν να εισέλθουν στις σχολικές εγκαταστάσεις για τη νέα σχολική χρονιά που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 1991, αναγκάζοντας τους μαθητές να σπουδάσουν στο σπίτι.

Εντωμεταξύ η Γιουγκοσλαβία θα ξεκινούσε πόλεμο με την Σλοβενία και την Κροατία το 1991, οι δύο δημοκρατίες κατάφεραν να αυτονομηθούν αλλά η Γιουγκοσλαβία δεν θα το δεχόταν. Ο πόλεμος του 1991-1992 θα ολοκληρωνόταν με την ανακωχή υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών, ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Σερβικής και της Κροατικής ηγεσίας για το διαμελισμό της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Εκεί κάπου θα ξεκίναγε και το ζήτημα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής δημοκρατίας της Μακεδονίας, που θα ολοκληρωνόταν με την συνθήκη των Πρεσπών το 2018.

Το 1996 οι Κοσσοβάροι Αλβανοί θα δημιουργούσαν τον Απελευθερωτικό Στρατό του Κοσσυφοπεδίου (UCK) και το 1998 θα ξεκινούσε η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Σερβίας και UCK. Στις 15 Οκτωβρίου του 1998 θα υπογράφονταν εκεχειρία με τη διευκόλυνση του ΝΑΤΟ, αλλά και οι δύο πλευρές θα την έσπαγαν δύο μήνες αργότερα και οι μάχες θα ξανάρχιζαν.

Τον Ιανουάριο του 1999 θα αναφερόταν ο φόνος 45 Κοσοβάρων Αλβανών στη λεγόμενη σφαγή του Ράτσακ και έτσι το ΝΑΤΟ θα αποφάσιζε ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να διευθετηθεί μόνο με μια στρατιωτική ειρηνευτική δύναμη για να περιορίσει την βία και από τις δύο πλευρές. Η Γιουγκοσλαβία θα αρνούνταν να υπογράψει τις Συμφωνίες του Ραμπουγιέ, οι οποίες μεταξύ άλλων απαιτούσαν την υπάρξη 30.000 ειρηνευτικών στρατεύματων του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο, ένα ελεύθερο δικαίωμα διέλευσης για τα στρατεύματα του ΝΑΤΟ στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, το δικαίωμα χρήσης τοπικών δρόμων, λιμανιών, σιδηροδρόμων και αεροδρομίων χωρίς πληρωμή και επίταγμα δημόσιων εγκαταστάσεων για δωρεάν χρήση. Το ΝΑΤΟ έτσι στη συνέχεια θα εγκατθιστούσε τις ειρηνευτικές δυνάμεις με τη βία, χρησιμοποιώντας αυτή την άρνηση για να δικαιολογήσει τους βομβαρδισμούς που θα ακολουθούσαν.

Υπό την διοίκηση του στρατηγού Γουέσλι Κλαρκ θα ξεκινούσε ο ΝΑΤΟϊκός βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας, που θα ολοκληρωνόταν τον Ιούνιο του 1999 με τη Συμφωνία του Κουμάνοβο. Το Κοσσυφοπέδιο έτσι τέθηκε υπό τον κυβερνητικό έλεγχο της Αποστολής Προσωρινής Διοίκησης των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο και τη στρατιωτική προστασία της Δύναμης του Κοσσυφοπεδίου (KFOR). Ο 15μηνος πόλεμος είχε αφήσει πίσω του όμως χιλιάδες αμάχους νεκρούς και από τις δύο πλευρές και πάνω από ένα εκατομμύριο εκτοπισμένους, κάτι που θα συνιστούσε το μεγαλύτερο έγκλημα του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια.

Η Γιουγκοσλαβία το 2003 θα μετονομαζόταν σε Σερβία-Μαυροβούνιο. Το Μαυροβούνιο όμως το 2006 θα ανεξαρτητοποιούνταν και έτσι η ομοσπονδία αυτή θα γινόταν δυο ξεχωριστά κράτη. Σήμερα η δημοκρατία της Σερβίας χωρίς βέβαια να έχει ξεπεράσει πλήρως τις πληγές του πολέμου είναι ένα κυρίαρχο κράτος το οποίο σε μεγάλο βαθμό έχει συνέλεθι οικονομικά, αλλά οι εθνοτικές πληγές είναι φανερές.

Ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας τα έτη 1989-2001)

Σε αυτό το σημείο να μην ξεχάσουμε να αναφέρουμε ότι ο Μιλόσεβιτς παραιτήθηκε από τη Γιουγκοσλαβική προεδρία εν μέσω διαδηλώσεων, μετά τις αμφισβητούμενες προεδρικές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου του 2000. Συνελήφθη όμως στις 31 Μαρτίου του 2001 από τις ομοσπονδιακές αρχές της Γιουγκοσλαβίας ως ύποπτος διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας και υπεξαίρεσης. Η αρχική έρευνα για το Μιλόσεβιτς δεν τελεσφόρησε από έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, κάνοντας τον τότε πρωθυπουργό της Σερβίας Ζόραν Τζίντζιτς να τον εκδώσει στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) για να δικαστεί αυτή τη φορά για κατηγορίες για εγκλήματα πολέμου. Στις 11 Μαρτίου του 2006 ο Μιλόσεβιτς πέθανε μέσα στο κελί του στην φυλακή της Χάγης.

Μετά το θάνατό του το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης κατέληξε ότι ιδιαίτερα για την Υπόθεση της Γενοκτονίας της Βοσνίας δεν υπάρχουν στοιχεία που να τον συνδέουν με τη γενοκτονία που διέπραξαν οι Σερβοβοσνιακές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Βοσνίας (1992-1995). Ωστόσο το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο Μιλόσεβιτς και άλλοι στη Σερβία είχαν διαπράξει παραβίαση της Σύμβασης για τη Γενοκτονία, παραλείποντας να αποτρέψουν τη γενοκτονία και μη συνεργαζόμενοι με το ICTY για την τιμωρία των δραστών της, ιδίως του Στρατηγού Ράτκο Μλάντιτς, και παραβίαση της υποχρέωσής του να συμμορφωθεί με τα προσωρινά μέτρα που διέταξε το Δικαστήριο. Τα υπόλοιπα ας τα κρίνει η ιστορία.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading