Εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας

Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος εκοιμήθη σήμερα (25/1) έπειτα από πολυήμερη νοσηλεία στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου είχε μεταφερθεί εσπευσμένα από τα Τίρανα.

Εκοιμήθη ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας

Σύμβολο ανθρωπισμού, ένας ιεραπόστολος της ειρήνης και της καταλλαγής, ένας άνθρωπος με ευρύτητα πνεύματος και ταπεινότητας, ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας αγωνίστηκε σε όλη του τη ζωή για την ειρηνική συμβίωση μεταξύ των κοινοτήτων με διαφορετικές θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, και άφησε πίσω του μια πλούσια παρακαταθήκη. Ήταν ουσιαστικά αυτός που το 1992 ανασύστησε την Ορθόδοξη Εκκλησίας της Αλβανίας λαμβάνοντας παράλληλα τη θέση του Προκαθημένου της.

Η σορός του μακαριστού Αρχιεπισκόπου θα εκτεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στη Μητρόπολη Αθηνών και η κηδεία του θα τελεστεί την Πέμπτη στα Τίρανα, όπως ο ίδιος επιθυμούσε.

Η ανακοίνωση του γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου:

Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, επί τω ακούσματι της εκδημίας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κυρού Αναστασίου, εκφράζουσα την κατ’ άνθρωπον θλίψη του Προέδρου Αυτής, Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, της περί Αυτόν Ιεραρχίας, του Κλήρου και του Λαού της εν Ελλάδι Ορθοδόξου Εκκλησίας, δέεται προς τον Πανοικτίρμονα Θεό υπέρ αναπαύσεως του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Αναστασίου και εκφράζει τα συλλυπητήριά Της προς την Ιεραρχία, τον Κλήρο και το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της εν Αλβανία αδελφής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Άμα τω αγγέλματι της εις Κύριον εκδημίας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Αναστασίου, ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος τέλεσε Τρισάγιο στο Παρεκκλήσιο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του εκλιπόντος Πρωθιεράρχου.

Εν συνεννοήσει μετά της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Αλβανίας, ανακοινώνεται ότι αύριο, Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025, θα τελεσθεί Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ιερό Ναό των Αθηνών, ενώπιον του σκηνώματος του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Αναστασίου, της οποίας θα προστεί ο Αντιπρόεδρος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεος.

Άμα τω πέρατι της Θείας Λειτουργίας, θα τελεσθεί Τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως του αοιδίμου Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου.

Το σκήνωμα του μακαριστού Προκαθημένου θα παραμείνει στον Καθεδρικό Ιερό Ναό των Αθηνών, όπου θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα έως τις πρωινές ώρες της Δευτέρας 27 Ιανουαρίου, οπότε και θα αναχωρήσει για την Αλβανία.

Ο βίος του

Γεννήθηκε το 1929 στον Πειραιά και περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο B’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1952. Παράλληλα με τις θεολογικές του σπουδές αναμείχθηκε με οργανώσεις της ορθόδοξης νεολαίας.

Το 1959 ίδρυσε και διεύθυνε το πρώτο ιεραποστολικό περιοδικό στην Ελλάδα με τίτλο Πορευθέντες, και τρία χρόνια αργότερα το ομότιτλο «Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο», από το οποίο ξεκίνησε η ελληνόφωνη ιεραποστολική αφύπνιση κατά τον 20ό αιώνα.

Το 1960 χειροτονήθηκε Διάκονος και Πρεσβύτερος ενώ το 1964 χειροθετήθηκε Αρχιμανδρίτης. Παράλληλα ξεκίνησε ιεραποστολικές εξορμήσεις στην Αφρική και κυρίως στην Ουγκάντα. Εκεί έμαθε τις τοπικές διαλέκτους, αναγκάστηκε όμως να αποχωρήσει όταν προσβλήθηκε από ελονοσία. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Φιλοσοφικές Σχολές του Πανεπιστημίου του Αμβούργου και του Μαρβούργου στη Γερμανία (1965-1969) ως υπότροφος του γερμανικού Ιδρύματος Alexander von Humboldt, στη θρησκειολογία, την εθνολογία και την ιεραποστολική. Ακόμη, κατείχε εντολή διδασκαλίας του μαθήματος της νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Μαρβούργου στη Γερμανία (1966-69).

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα οργάνωσε και διεύθυνε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο «Πορευθέντες» καθώς επίσης και το Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αθήνα (1971-1975). Η προσφορά του αναγνωρίστηκε σύντομα με τη χειροτονία του σε επίσκοπο Ανδρούσης το 1972. Τον ίδιο χρόνο ορίστηκε έκτακτος καθηγητής Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διευθυντής του Τομέα Θρησκειολογίας και Κοινωνιολογίας (1983-1986), και από το 1976 τακτικός καθηγητής και κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1983 έως το 1987.

Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε ακόμη Αντιπρόεδρος της Εφορείας Πανεπιστημιακής Λέσχης (1978-79 και 1983-86), πρόεδρος της «Επιτροπής Συμπαραστάσεως Κυπριακού Αγώνος» του Πανεπιστημίου Αθηνών (1975-84), μέλος της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου Αθηνών (1986-90) και του ΔΣ του Kέντρου Μεσογειακών και Αραβικών Σπουδών (1978-82). Αποχώρησε όμως από το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1997 όταν και ονομάστηκε ομότιμος καθηγητής.

Έγινε επίσης γενικός διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ίδρυσε το ιεραποστολικό περιοδικό Πάντα τα Έθνη, το οποίο διεύθυνε από το 1981 μέχρι το 1991. Παράλληλα ανέπτυξε και επιστημονική δραστηριότητα. Το 1981, μετά την πλήρη αποκατάσταση της υγείας του, αναχώρησε και πάλι για την Αφρική, αυτή τη φορά ως Τοποτηρητής της Ιεράς Μητρόπολης Ανατολικής Αφρικής. Η δικαιοδοσία του εκεί περιλάμβανε την Κένυα, την Ουγκάντα και την Τανζανία, όπου πραγματοποίησε τεράστιο έργο αναφορικά με τη λειτουργία της εκεί Εκκλησίας. Μετά από 10 χρόνια επέστρεψε στην Αθήνα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος ήταν πολύγλωσσος και εκτός της μητρικής και της αρχαίας ελληνικής, μιλούσε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, αλβανικά ενώ είχε επίσης γνώσεις λατινικής, ισπανικής, ιταλικής, ρωσικής και σουαχίλι. Είχε, επίσης, μελετήσει τα διάφορα θρησκεύματα (αφρικανικά θρησκεύματα, Ινδουϊσμό, Βουδισμό, Ταοϊσμό, Κομφουκιανισμό, Ισλάμ) στις χώρες που ακμάζουν (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία, Νιγηρία, Ινδία, Ταϋλάνδη, Κεϋλάνη, Κορέα, Ιαπωνία, Κίνα, Βραζιλία, Καραϊβική, Λίβανο, Συρία, Αίγυπτο, Τουρκία κ.α.).

Ως Ιεροκήρυκας εργάστηκε στην πνευματική εργασία μεταξύ των νέων, κυρίως των φοιτητών. Ήταν υπεύθυνος βιβλικών μελετών και φροντιστηρίων εκκλησιαστικών στελεχών· αρχηγός νεανικών και φοιτητικών κατασκηνώσεων και ιεραποστολικών προσπαθειών σε ακριτικές περιοχές (1954-60). Ίδρυσε το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Kέντρο «Πορευθέντες» (1961), το οποίο διευθύνει ως σήμερα. Με εντολή της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, συνέγραψε τα Βοηθήματα για τους διδάσκοντες στα Mέσα Κατηχητικά Σχολεία της Εκκλησίας της Ελλάδος (1960-62). Το 1964 πραγματοποίησε Ιεραποστολική προσπάθεια στην Ανατολική Αφρική ενώ κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία εξυπηρέτησε ιερατικώς τους εκεί Έλληνες εργάτες και φοιτητές.

Τον Νοέμβριο του 1972, εξελέγη από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος Τιτουλάριος Επίσκοπος, υπό τον τίτλο της Πάλαι Ποτέ Διαλαμψάσης Επισκοπής Ανδρούσης, για την πλήρωση επισκοπικής θέσης του Γενικού Διευθυντού της «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος». Από τη θέση αυτή προώθησε διάφορα θεολογικά, εκπαιδευτικά, οικοδομικά και εκδοτικά προγράμματα της Εκκλησίας.

Το Φεβρουάριο του 1973 είχε μεταβεί στην κατειλημμένη από φοιτητές που διαμαρτύρονταν εναντίον της δικτατορίας Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών μεταφέροντας τρόφιμα και για να εμψυχώσει τους έγκλειστους. Λίγους μήνες αργότερα έκανε διαμαρτυρία στην ΕΣΑ για τις συνθήκες κράτησης.

Ιδιαίτερα ανέπτυξε τον τομέα εξωτερικής ιεραποστολής με τη συνεχή συμπαράσταση στα ιεραποστολικά κλιμάκια Κορέας, Ινδίας, Αφρικής, και με την οργάνωση της Εβδομάδας Εξωτερικής Ιεραποστολής. Παραιτήθηκε όταν εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Τιράνων στις 24 Ιουνίου 1992.

Διετέλεσε εντεταλμένος Σύμβουλος του ΔΣ Ανωτέρας Σχολής Κοινωνικής Εργασίας-Διακονισσών (1977-84), μέλος του Ανωτάτου Υπηρεσιακού Συμβουλίου της Εκκλησίας της Ελλάδος (1977-85), του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (1977-82), του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Λέσχης Υγείας, του ΔΣ της Επιτροπής για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου (1985-91), της Επιτροπής Υποτροφιών Ιδρύματος «Αλέξανδρος Ωνάσης» (1978-94). Ακόμη, Ήταν εταίρος της εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (1994) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος «Αλεξάνδρος Ωνάσης» (1994-2005.).

Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος είχε σημαντικό ρόλο στη σύγχρονη αναγέννηση της Εξωτερικής Ιεραποστολής της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στη δεκαετία 1981-1991, ως Τοποτηρητής της Ιεράς Μητροπόλεως Ειρηνουπόλεως – Ανατολικής Αφρικής (Κένυα, Ουγκάντα, Τανζανία), ίδρυσε και οργάνωσε την Πατριαρχική Σχολή «Αρχιεπίσκοπος Kύπρου Μακάριος», την οποία διηύθυνε επί δεκαετία. Χειροτόνησε 62 Αφρικανούς κληρικούς και χειροθέτησε 42 αναγνώστες – κατηχητές προερχομένους από 8 αφρικανικές φυλές· συγχρόνως προώθησε τις μεταφράσεις της Θείας Λειτουργίας σε 4 αφρικανικές γλώσσες. Μερίμνησε για τη σταθεροποίηση 150 περίπου ορθοδόξων ενοριών και πυρήνων και την ανέγερση δεκάδων ναών, ανήγειρε 7 ιεραποστολικούς σταθμούς, φρόντισε για τη δημιουργία σχολείων και ιατρικών σταθμών.

Η τοποθέτηση του στην Αλβανία

Αρχικά υπήρξε Πατριαρχικός Έξαρχος εν Αλβανία (Ιανουάριος 1991 – Ιούνιος 1992) και στη συνέχεια Τιτουλάριος Μητροπολίτης Ανδρούσης (Aύγουστος 1991 – Ιούνιος 1992). Από τις 24 Ιουνίου 1992 είναι Αρχιεπίσκοπος Τιράνων και πάσης Αλβανίας. Το εκκλησιαστικό έργο του Αναστασίου κορυφώθηκε με την αποστολή που του ανέθεσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο για την εκ των ερειπίων αναστήλωση της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, η οποία είχε καταρρεύσει ύστερα από τον επί 46 έτη διωγμό του μοναδικού «αθεϊστικού κράτους» της υφηλίου.

Τα τελευταία χρόνια, ο Αναστάσιος, επιχείρησε να ανασυγκροτήσει την Εκκλησία της Αλβανίας. Ως αποτέλεσμα του έργου του συγκροτήθηκαν πάνω από 400 ενορίες, ενώ ίδρυσε τη Θεολογική-Ιερατική Σχολή (Ακαδημία) «Ανάστασις» στο Δυρράχιο (1992), το Εκκλησιαστικό Λύκειο «Tίμιος Σταυρός» στο Αργυρόκαστρο (1998) και στο Σουκθ-Δυρράχιο (2007), τα οποία σήμερα λειτουργούν σε ιδιόκτητα συγκροτήματα, και 50 Κέντρα Νεολαίας σε διάφορες πόλεις.

Mόρφωσε και χειροτόνησε 145 νέους κληρικούς, ενώ φρόντισε για την έκδοση λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών βιβλίων. Συνέστισε Τεχνική Υπηρεσία στην Εκκλησία της Αλβανίας και μερίμνησε για την ανοικοδόμηση 150 νέων ναών, την αναστήλωση 70 μοναστηριών και εκκλησιών-πολιτιστικών μνημείων και την επισκευή 160 ναών και 45 εκκλησιαστικών κτιρίων (Αρχιεπισκοπή, Μητροπόλεις, σχολεία, κλινικές, ξενώνες, κατασκηνώσεις νεολαίας, κ.α.), στο σύνολο 425 κτίρια. Θεμελίωσε το πρώτο γυναικείο μοναστήρι (Σκήτη των Αγίων Μυροφόρων), στο οποίο ασκητεύει από το 2011 μία μοναχή.

Ανέπτυξε τη φιλανθρωπική μέριμνα της Εκκλησίας, με διανομή εκατοντάδων τόνων τροφίμων, ιματισμού, φαρμάκων. Ίδρυσε την πρώτη ορθόδοξη αλβανική εφημερίδα (Ngjallja), το παιδικό περιοδικό Gëzohu (Χαίρε), το νεανικό περιοδικό Kambanat (Καμπάνες), την επιστημονική επιθεώρηση Kërkim (Αναζήτηση), το δελτίο «News from Orthodoxy in Albania», και Ραδιοφωνικό σταθμό. Μερίμνησε για τη δημιουργία Εργαστηρίων της Εκκλησίας (τυπογραφείο, κηροπλαστείο, ξυλουργείο, εργαστήρια αγιογραφίας και αποκαταστάσεως εικόνων) και πραγματοποίησε αγώνες για τη διεκδίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Παράλληλα με την ανασύσταση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανέπτυξε προγράμματα στους τομείς εκπαιδεύσεως, υγείας, κοινωνικής προνοίας, αγροτικής αναπτύξεως, πολιτισμού και οικολογίας. Στην κρίση του Κοσσυφοπεδίου (1999) οργάνωσε ανθρωπιστικό πρόγραμμα με το οποίο βοήθησε 33.000 περίπου πρόσφυγες σε διάφορα μέρη της Αλβανίας.

Συνέδεσε την Εκκλησία της Αλβανίας με διεθνείς Εκκλησιαστικούς Οργανισμούς. Κατά την ένταση μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας συνέβαλε στην εκτόνωσή της και στην προσέγγιση των δύο χωρών. Με τις πρωτοβουλίες αυτές δόθηκε εργασία σε χιλιάδες ανθρώπους, δημιουργήθηκαν σοβαρά έργα κοινωνικής υποδομής και η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας αναδείχθηκε σε πολυδύναμο πνευματικό και αναπτυξιακό παράγοντα. Συγχρόνως αγωνίστηκε για την άμβλυνση των αντιθέσεων στα Βαλκάνια. Οι δράσεις του αυτές τον οδήγησαν ώστε να είναι υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 2000.

Ο Αναστάσιος έχει τιμηθεί για το έργο του με πάρα πολλές διακρίσεις μεταξύ των οποίων του μεγαλόσταυρου του τάγματος της τιμής που δίδεται από τον πρόεδρο της ελλήνικής δημοκρατίας, το διεθνές βραβείο «Κλάους Χέμερλε», τον μεγαλόσταυρο της Ρουμανικής δημοκρατίας, τον σταυρό του Απόστολου Ανδρέα του Οικουμενικού πατριαρχείου, του μεγαλόσταυρου του Τάγματος των ορθοδόξων σταυροφόρων του πανάγιου τάφου του πατριαρχείου των Ιεροσολύμων, τον τίμιο σταυρό του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου Α’ του πατριαρχείου της Αλεξανδρείας και τον Σταυρό του Ισαποστόλου Βλαδιμήρου Α΄ του Πατριαρχείου της Ρωσίας.

Ήταν μια πολύ σεβαστή προσωπικότητα της Εκκλησίας μας και βέβαια πολύ αγαπητός στον κόσμο τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία. Μέσα στα συλλυπητήρια μηνύματα είναι και αυτό του πρωθυπουργού της Αλβανίας, Έντι Ράμα, όπου στο μήνυμά του γράφει «Εύχομαι να αναπαυθεί εν ειρήνη και εκφράζω τα συλλυπητήριά μου σε όλους τους συνεργάτες του και τα μέλη της κοινότητας των Ορθοδόξων πιστών».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο μήνυμα του τονίζει ότι σήμερα θρηνούν οι ομογενείς της Αλβανίας, η πατρίδα και σύσσωμος ο Ελληνισμός. Παρόμοια μηνύματα δόθηκαν και από άλλους πολιτικούς αρχηγούς.

Νίκος Ανδρουλάκης:Αποχαιρετούμε σήμερα τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας, Αναστάσιο, που με τον μειλίχιο λόγο του και το μεγάλο του έργο άνοιγε δρόμους αλληλεγγύης και αγάπης παραμερίζοντας διακρίσεις και μισαλλοδοξίες.

Ο Αναστάσιος είχε βαθιά μόρφωση και υπήρξε ένας από τους πιο επιδραστικους ιεράρχες σε όλη του την διαδρομή.

Εμβληματική μορφή της Ορθοδοξίας ανασυγκρότησε την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας διδάσκοντας την αξία της αλληλεγγύης και συνέβαλε καθοριστικά στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Ένας βαθιά πνευματικός άνθρωπος με πλούσιο ακαδημαϊκό και συγγραφικό έργο.

Συμβόλισε την ταπεινότητα και την ακάματη ιεραποστολική δράση και ήταν πρότυπο για τους ορθόδοξους χριστιανούς σε όλο τον κόσμο.

Σ. Φάμελλος: Με βαθιά θλίψη πληροφορήθηκε την εκδημία του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας, κυρού Αναστασίου

Η ζωή και το έργο του υπήρξαν ζωντανή μαρτυρία της ανιδιοτελούς προσφοράς προς την Εκκλησία, την κοινωνία και τον άνθρωπο

Συλλυπητήριο μήνυμα του Κυριάκου Βελόπουλου

Ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας, Αναστάσιος, ο υπερασπιστής του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, δεν είναι πια μαζί μας.

Μεγάλη η θλίψη, ακόμα μεγαλύτερη η εθνική απώλεια.

Νίκη: Κοίμηση Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αναστασίου

Εκφράζουμε την βαθύτατη οδύνη και θλίψη για την εκδημία του Μακαριστού Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας κυρού Αναστασίου.

Μία εμβληματική μορφή, με εξαιρετικές ικανότητες και ήθος, που προσέφερε αδιάλειπτη θυσιαστική εκκλησιαστική διακονία επί 64 έτη στην Ελλάδα, στην Αφρική, στην Αλβανία και σε όλο τον κόσμο, αφήνοντας σπουδαίο έργο από κάθε άποψη.

Θεολόγος, συγγραφέας, ομότιμος καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, επίτιμο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, με πλήθος διακρίσεις, ενώ το 2000 είχε προταθεί και για Νόμπελ Ειρήνης.

Υπήρξε ο αναστηλωτής της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, την οποία ανέστησε κυριολεκτικώς εκ των ερειπίων μετά την πτώση του αθεϊστικού καθεστώτος. Ανοικοδόμησε εκ βάθρων την εκκλησιαστική ζωή, ανήγειρε εκατοντάδες ναούς, συνέστησε εκπαιδευτικά και φιλανθρωπικά ιδρύματα και ανέδειξε νέο κλήρο. Συνέταξε πλήθος βιβλίων και συγγραμμάτων.

Η εκδημία του αφήνει μεγάλο κενό και ευχόμαστε ο Αρχηγός της Εκκλησίας μας Χριστός να αναδείξει άξιο συνεχιστή του μεγάλου του έργου.

Ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, η Κοινοβουλευτική Ομάδα, τα στελέχη, τα μέλη και οι φίλοι του Κινήματος, εύχονται ο πανάγαθος Θεός να του αποδώσει τον «της δικαιοσύνης στέφανον» και να αναπαύσει την ψυχή του στην Θριαμβεύουσα Εκκλησία Του.

Αιωνία η μνήμη του

Συλλυπητήριο μήνυμα από τους Σπαρτιάτες

Με βαθιά συγκίνηση αποχαιρετούμε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, έναν χαρισματικό ηγέτη και φωτεινό φάρο της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Γεννημένος το 1929 στον Πειραιά, ο κατά κόσμον Αναστάσιος Γιαννουλάτος αφιέρωσε τη ζωή του στη διακονία του Θεού, της Εκκλησίας και του ανθρώπου.

Με σπάνια παιδεία και ευρύτατη μόρφωση, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Θρησκειολογία, την Ιεραποστολική και την Εθνολογία σε φημισμένα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Ως καθηγητής της Ιστορίας των Θρησκευμάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνέβαλε σημαντικά στη μελέτη και κατανόηση των θρησκευτικών παραδόσεων.

Η ιεραποστολική του δράση υπήρξε αξιοσημείωτη, με κορυφαίο σταθμό το έργο του στην Αφρική, όπου ανέπτυξε ένα πρότυπο εκκλησιαστικό και κοινωνικό έργο. Όμως, το μεγαλύτερο έργο της ζωής του ήταν η ανασύσταση της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας μετά την πτώση του αθεϊστικού καθεστώτος. Από το μηδέν, με θεόπνευστο όραμα και ακάματη εργασία, ανοικοδόμησε ναούς, διαφύλαξε τα ιερά λείψανα και τη διδασκαλία Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, χειροτόνησε νέο κλήρο και έθεσε τις βάσεις για μια ζωντανή Εκκλησία με λατρευτική, εκπαιδευτική και κοινωνική δράση.

Ως Αρχιεπίσκοπος, εργάστηκε αδιάκοπα για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών των βαλκανικών χωρών ιδιαίτερα μέσα σε περιόδους έντονης πολεμικής ατμόσφαιρας και μεγάλων πολιτισμικών και πολιτικών διαφορών.

Εργάστηκε για την προώθηση του διαλόγου και την προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στην Αλβανία. Η πραότητά του, η ταπεινότητα και η βαθιά πνευματικότητα που τον διέκριναν, τον κατέστησαν πηγή έμπνευσης για όλους.

Ο Αναστάσιος υπήρξε μια σπάνια μορφή που συνδύαζε πνευματικότητα, σοφία και προσφορά. Το έργο και η μνήμη του θα παραμείνουν ζωντανά. Αιωνία του η μνήμη!

Κίνημα Δημοκρατίας: Αποχαιρετούμε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο

Με βαθιά θλίψη αποχαιρετούμε σήμερα τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο, που αφιέρωσε τη ζωή του στη θεολογική επιστήμη, τη φιλανθρωπία, την κοινωνική δικαιοσύνη και την προώθηση της ειρήνης μεταξύ των λαών.

Η ζωή του Αρχιεπισκόπου Αναστασίου αποτέλεσε λαμπρό παράδειγμα υπηρεσίας προς τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, εθνικότητας ή κοινωνικής θέσης. Υπήρξε θεμελιωτής της σύγχρονης ιεραποστολικής δράσης, εργάστηκε ακούραστα στην Ανατολική Αφρική και στην Αλβανία, και άφησε πίσω του ένα σπάνιο έργο πνευματικής και κοινωνικής προσφοράς. Η επιμονή του για διαπολιτισμικό διάλογο και συνύπαρξη αποτελεί πηγή έμπνευσης για όλους εμάς που αγωνιζόμαστε για μια κοινωνία πιο δίκαιη και ανθρώπινη.

Σε μια εποχή όπου ο κόσμος συχνά διχάζεται, το έργο του Αναστασίου μάς υπενθυμίζει τη δύναμη της αγάπης, της ενότητας και της ανιδιοτελούς δράσης. Ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος δεν υπήρξε μόνο θρησκευτικός ηγέτης αλλά και σύμβολο ανθρωπισμού και αλληλεγγύης.

Ως Κίνημα Δημοκρατίας, εκφράζουμε τη βαθιά μας ευγνωμοσύνη για τη ζωή και το έργο του. Ας συνεχίσουμε να εμπνεόμαστε από το παράδειγμά του και να εργαζόμαστε για έναν κόσμο όπου η ειρήνη, η δικαιοσύνη και η αγάπη θα κυριαρχούν.

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading