Γράφει ο Στέφανος Καραπέτης

Διαβάζουμε ότι η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στην Βενεζουέλα, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, που είναι και η εφετινή νικήτρια του βραβείου νόμπελ Ειρήνης συνάντησε τον Ντόναλντ Τραμπ, προφανώς για να συζητήσουν την επόμενη μέρα στην Βενεζουέλα. Στα πλαίσια της συνάντησης τους η νικήτρια του Νόμπελ έδωσε στον Τραμπ ότι ποθούσε, του χάρισε το βραβείο της. Ο «ειρηνιστής» πρόεδρος όπου άνοιξε πολεμικό μέτωπο με την Βενεζουέλα, ανοίγει τους ασκούς του αιόλου στην μέση ανατολή και ειδικά στο Ιράν και βέβαια στην Παλαιστίνη εντέλει το πήρε το βραβείο του, που τόσο ποθούσε.
Αναφερόμενος στην κίνηση της Ματσάδο είπε ότι «Η Μαρία μού έδωσε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το έργο που έφερα σε πέρας. Τι υπέροχη χειρονομία αμοιβαίου σεβασμού. Ευχαριστώ, Μαρία!».
Πέρα όμως τούτου ακούμε ότι η κίνηση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Νορβηγικού ινστιτούτου. Θα αναφερθούμε βέβαια και στην αντίδραση, αλλά θα απαντήσουμε γρήγορα στην ακαδημία αυτή, «ας πρόσεχαν». Πρόκειται για την ίδια ακαδημία που δεν βράβευσε τον Καζαντζάκη και τον Τσίπρα για την ειρηνική διευθέτηση του ζητήματος της νυν Βορείου Μακεδονίας. Πρόκειται για την ακαδημία όπου βραβεύει σύμφωνα με τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, και τώρα το συμφέρον έλεγε Ματσάδο. Για άλλη μια φορά λοιπόν γράφω καλά να πάθουν……
Και πάμε τώρα στην ακαδημία όπου κατέστησε σαφές ότι το βραβείο «δεν μπορεί να ανακληθεί, να μοιραστεί ή να μεταβιβαστεί σε άλλους». Κάτι που επανέλαβε και χθες. «Ένα μετάλλιο μπορεί να αλλάξει κατόχους, αλλά ο τίτλος ενός βραβευμένου με Νόμπελ Ειρήνης όχι».
Η Ματσάδο προφανώς την κίνηση αυτή την έκανε για να διασφαλίσει τον ρόλο της την επόμενη της αρπαγής του Μαδούρο από την εξουσία στην Βενεζουέλα. Δεν χρειάζεται να γράψω για το διεθνές δίκαιο, αυτό δεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες, το μόνο που υπάρχει είναι το δίκαιο του ισχυρού. Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι τα όσα είπε η Ματσάδο μετά την κίνησή της, όπου συνέκρινε τον Μπολιβάρ με τον Τραμπ.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ποιός είναι ο Μπολιβάρ? Ο Μπολιβάρ γεννήθηκε στο Καράκας το 1783, ήταν ηγέτης διαφόρων κινημάτων ανεξαρτησίας σε όλη την Νότια Αμερική. Σήμερα θεωρείται ηγέτης τόσο της Βενεζουέλας όσο και της Κολομβίας όσο και του Ισημερινού, του Περού, του Παναμά και της Βολιβίας.
Είναι γνωστός με το παρατσούκλι El Libertador, Ο Ελευθερωτής, και ως ο Τζωρτζ Ουάσινγκτον της Νότιας Αμερικής για τον ηγετικό του ρόλο στα πιο πάνω κινήματα ανεξαρτησίας και αυτό γιατί ο Ουάσινγκτον ήταν αυτός που οδήγησε σε ανεξαρτησία τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η οικογένεια Μπολιβάρ όμως προέρχεται από ένα μικρό χωριό στην χώρα των Βάσκων. Η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Νότια Αμερική τον 16ο αιώνα. Μέρος του πλούτου της οικογένειας δημιουργήθηκε από τα μεταλλεία χρυσού και χαλκού στον ποταμό Αρόα στη Βενεζουέλα. Ο ίδιος ο Μπολιβάρ ήταν γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, όπου ο πατέρας του ήταν συνταγματάρχης. Η οικογένεια του και αργότερα ο θείος του Μιγκέλ Χοσέ Σανς τον βοήθησαν για να πάρει την καλύτερη εκπαίδευση. Διάβασε φιλελεύθερα βιβλία που κυκλοφορούσαν οι ντόπιοι ριζοσπάστες και αργότερα βρέθηκε στην Ευρώπη όπου απέκτησε το πάθος του για την πολιτική. Παρευρέθηκε μάλιστα στην στέψη του Ναπολέοντα το 1804, όπου θαύμασε ιδιαίτερα την αγάπη του κόσμου για τον ηγέτη Ναπολέοντα. Από εκείνη την στιγμή αρχίζουν οι πρώτες σκέψεις για να παίξει σοβαρό ρόλο στην ανεξαρτησία της πατρίδας του.
Το 1807 επέστρεψε στο Καράκας όπου ζούσε ως πλούσιος στα μεγάλα κτήματά του, αλλά παράλληλα σε τακτικές συγκεντρώσεις δήθεν φιλοσοφικές ή χαρτοπαικτικές, αναζητούσε μαζί με τους νεαρούς ομοϊδεάτες του κρεολούς τις πιο πρόσφορες μεθόδους για την επίτευξη των δημοκρατικών σκοπών τους.
Όταν ο Ναπολέων έκανε τον Ιωσήφ Βοναπάρτη βασιλιά της Ισπανίας και των αποικιών της το 1808, συμμετείχε στο στρατιωτικό αντιστασιακό κίνημα στη Νότια Αμερική. Το κίνημα του Καράκας ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας το 1810 και ο Μπολίβαρ στάλθηκε στη Βρετανία σε διπλωματική αποστολή.
Ο Μπολίβαρ γύρισε πίσω στη Βενεζουέλα το 1811. Όμως τον Ιούλιο του 1812 ο ηγέτης του στρατιωτικού κινήματος Φρανσίσκο ντε Μιράντα παραδόθηκε στους Ισπανούς και ο Μπολίβαρ κατέφυγε στην Καρθαγένη της Ινδίας(Cartagena, Colombia). Την περίοδο αυτή ο Μπολίβαρ έγραψε το Μανιφιέστο της Καρταχένα.
Το 1813, αφού ανέλαβε στρατιωτικά καθήκοντα στη Νέα Γρανάδα σύμφωνα με τις αποφάσεις της Συνέλευσης της Τούνχα, ηγήθηκε της εισβολής στη Βενεζουέλα στις 14 Μαΐου. Αυτή ήταν η αρχή της Campaña Admirable, της Θαυμαστής Εκστρατείας. Μπήκε στη Μέριδα της Βενεζουέλας στις 23 Μαΐου, όπου τον ανακήρυξαν El Libertador (επειδή τους απελευθέρωσε από τον ισπανικό στρατό), και ακολούθησε η κατάληψη του Τρουχίγιο στις 9 Ιουνίου. Έξι μέρες αργότερα, στις 15 Ιουνίου, υπαγόρευσε την περίφημη Διακήρυξη του Πολέμου μέχρι Θανάτου (Decreto de Guerra a Muerte). Το Καράκας ανακαταλήφθηκε στις 6 Αυγούστου 1813 και ο Μπολίβαρ καθιερώθηκε ως “El Libertador”, ανακηρύσσοντας τη Δεύτερη Δημοκρατία της Βενεζουέλας.
Λόγω της εξέγερσης του Χοσέ Τομάς Μπόβες το 1814 και της πτώσης της Δημοκρατίας, επέστρεψε στη Νέα Γρανάδα, όπου οδήγησε μια κολομβιανή εθνικιστική δύναμη στην κατάληψη της Μπογκοτά το 1814, την οποία είχαν καταλάβει δυνάμεις αντιφρονούντων από την Κουντιναμάρκα. Είχε πρόθεση να προχωρήσει στην Καρθαγένη της Ινδίας και να στρατολογήσει ντόπιες δυνάμεις για να καταλάβει τη βασιλική Σάντα Μάρτα. Όμως, μετά από πολλές πολιτικές και στρατιωτικές συγκρούσεις με την κυβέρνηση της Καρθαγένη της Ινδίας, ο Μπολίβαρ κατέφυγε το 1815 στη Τζαμάικα, από όπου ζήτησε τη βοήθεια του Αϊτινού ηγέτη Αλεξάντρ Πεσιόν.
Το 1816, με βοήθεια από την Αϊτή (η οποία του δόθηκε επειδή υποσχέθηκε ότι θα ελευθέρωνε τους σκλάβους), ο Μπολίβαρ έκανε απόβαση στη Βενεζουέλα και κατέλαβε την Ανγκοστούρα (σήμερα Πόλη Μπολίβαρ).
Με τη νίκη στη Μάχη της Μπογιακά το 1819 η Νέα Γρανάδα απελευθερώθηκε από την ισπανική κυριαρχία και στις 7 Σεπτεμβρίου 1821 δημιουργήθηκε η Μεγάλη Κολομβία (ομοσπονδία η οποία κάλυπτε την έκταση που καλύπτουν σήμερα οι χώρες Βενεζουέλα, Κολομβία, Παναμάς και Ισημερινός), με πρόεδρο τον Μπολίβαρ και αντιπρόεδρο τον Φρανσίσκο ντε Πάουλα Σανταντέρ.
Πρόσθετες νίκες στις Μάχες του Καραβόβο το 1821 και της Πιτσίντσα το 1822 εδραίωσαν την κυριαρχία του στη Βενεζουέλα και στο Ισημερινό αντίστοιχα. Μετά από συνάντηση στο Γουαγιακίλ στις 26 και 27 Ιουλίου 1822 με τον Αργεντίνο Στρατηγό Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν (ο οποίος, έχοντας ελευθερώσει εν μέρει το Περού, τον Αύγουστο του 1821 απέκτησε τον τίτλο Προστάτης της Περουβιανής Ελευθερίας), ο Μπολίβαρ ανέλαβε να ολοκληρώσει την απελευθέρωση του Περού.
Η Περουβιανή συνέλευση στις 10 Φεβρουαρίου του 1824 τον όρισε δικτάτορα του Περού, κάτι που επέτρεψε στον Μπολίβαρ να αναδιοργανώσει ριζικά την πολιτική και στρατιωτική διοίκηση. Ο Μπολίβαρ, με τη βοήθεια του Αντόνιο Χοσέ ντε Σούκρε, νίκησε το ισπανικό ιππικό στις 6 Αυγούστου 1824 στη Μάχη του Χουνίν. Ο Σούκρε κατέστρεψε τις υπόλοιπες ισπανικές δυνάμεις (οι οποίες εξακολουθούσαν να υπερέχουν αριθμητικά) στη Μάχη του Αγιακούτσο στις 9 Δεκεμβρίου.
Στις 6 Αυγούστου 1825, στη Συνέλευση του Άνω Περού, δημιουργήθηκε η Δημοκρατία της Βολιβίας. Έτσι, ο Μπολίβαρ έγινε ένας από τους λίγους ανθρώπους από τους οποίους μια χώρα έχει πάρει το όνομά της. Το σύνταγμα αντανακλούσε τις επιρροές που είχε στην πολιτική σκέψη του Μπολίβαρ η Γαλλική και Σκοτσέζικη Διαφώτιση, καθώς και οι Έλληνες και Ρωμαίοι κλασικοί συγγραφείς.
Ο Μπολίβαρ δυσκολεύτηκε πολύ να διατηρήσει τον έλεγχο στην τεράστια Μεγάλη Κολομβία. Το 1826 εσωτερικές διαμάχες δημιούργησαν έντονες διαφωνίες σε όλη τη χώρα και προκάλεσαν εξεγέρσεις στη Βενεζουέλα, φέρνοντας την εύθραυστη νοτιοαμερικανική συμμαχία στο χείλος της κατάρρευσης. Επιτεύχθηκε συμφωνία με τους Βενεζουελανούς αντάρτες, στους οποίους δόθηκε αμνηστία, αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν οι αντιφρονούντες στη Νέα Γρανάδα. Σε μια προσπάθεια να κρατήσει τη συνομοσπονδία ενιαία, ο Μπολίβαρ συγκάλεσε συνταγματική συνέλευση στην Οκάνια της Κολομβίας τον Απρίλιο του 1828.
Έβλεπε το όνειρό του για μια ομοσπονδία όλων των νέων ανεξάρτητων δημοκρατιών, στο στυλ της Αμερικανικής Επανάστασης, με μια κυβέρνηση που θα αναγνώριζε και θα διαφύλαττε τα ατομικά δικαιώματα, να υποχωρεί στις πιέσεις από διάφορα συμφέροντα που υπήρχαν σε όλη την περιοχή, τα οποία απέρριπταν το μοντέλο αυτό και ενδιαφερόντουσαν λίγο ή και καθόλου για φιλελεύθερες αρχές.
Για τον λόγο αυτό, και για να αποτρέψει τη διάλυση, ο Μπολίβαρ προσπάθησε να δημιουργήσει στη Μεγάλη Κολομβία ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο κυβέρνησης, το οποίο θα περιείχε μερικά ή όλα τα στοιχεία του βολιβιανού συντάγματος που ο ίδιος είχε γράψει (το οποίο περιλάμβανε ισόβια προεδρία με δυνατότητα επιλογής του διαδόχου, αν και αυτό ήταν θεωρητικά υπό τον έλεγχο ενός περίπλοκου συστήματος ισορροπιών).
Αυτή η κίνηση θεωρήθηκε αμφιλεγόμενη και αυτός ήταν ένας από τους λόγους που οι προσπάθειες αυτές συνάντησαν μεγάλη αντίσταση. Η συνέλευση παρ’ ολίγο να τελειώσει με ένα έγγραφο το οποίο θα δημιουργούσε μια ριζικά ομόσπονδη κυβέρνηση, η οποία θα μείωνε σημαντικά τις εξουσίες της κεντρικής διοίκησης.
Δυσαρεστημένοι με την προοπτική αυτή, οι αντιπρόσωποι του Μπολίβαρ εγκατέλειψαν τη συνέλευση. Μετά την αποτυχία της συνέλευσης, λόγω σοβαρών πολιτικών διαφωνιών, ο Μπολίβαρ ανακήρυξε τον εαυτό του δικτάτορα στις 27 Αυγούστου 1828. Το θεώρησε αυτό ως προσωρινό μέτρο, ως μέσο για να αποκαταστήσει την κυριαρχία του και να διασώσει τη Δημοκρατία, αν και έτσι αύξησε τη δυσαρέσκεια και το θυμό στους πολιτικούς του αντιπάλους. Στις 25 Σεπτεμβρίου 1828 έγινε αποτυχημένη απόπειρα κατά της ζωής του, εν μέρει χάρη στην ερωμένη του Μανουέλα Σάενς, σύμφωνα με τη λαϊκή πεποίθηση.
Παρόλο που η απόπειρα δολοφονίας δεν έπληξε σωματικά τον Μπολίβαρ, τον επηρέασε βαθύτατα. Οι αντιδράσεις συνεχίστηκαν και κατά τα επόμενα δύο χρόνια έγιναν εξεγέρσεις στη Νέα Γρανάδα, τη Βενεζουέλα και το Εκουαδόρ.
Ο Μπολίβαρ παραιτήθηκε από την προεδρία στις 27 Απριλίου 1830, με πρόθεση να αυτοεξοριστεί στην Ευρώπη, κατά πάσα πιθανότητα στη Γαλλία. Είχε ήδη στείλει διάφορα κιβώτια (τα οποία περιλάμβαναν τα προσωπικά του αντικείμενα και τα γραπτά του) στην Ευρώπη πριν από την αναχώρησή του.
Πέθανε προτού αναχωρήσει, μετά από οδυνηρή μάχη με τη φυματίωση, στις 17 Δεκεμβρίου 1830 στην Κίντα δε Σαν Πέδρο Αλεχαντρίνο”, στη Σάντα Μάρτα στην Κολομβία.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπολίβαρ ζήτησε από τον προσωπικό του βοηθό, τον Στρατηγό Ντανιέλ Φλορένσιο Ο’ Λήρι να κάψει το εκτενές αρχείο με τα γραπτά, τις επιστολές και τις ομιλίες του. Ο Ο’ Λήρυ δεν υπάκουσε την εντολή και τα τα γραπτά διασώθηκαν, δίνοντας στους ιστορικούς τεράστιο πλούτο πληροφοριών για τη φιλελεύθερη φιλοσοφία και σκέψη του Μπολίβαρ. Οι ομιλίες και τα γραπτά του Μπολίβαρ δείχνουν ότι ήταν υπέρ του περιορισμένου κράτους, του διαχωρισμού των εξουσιών, της θρησκευτικής ελευθερίας, του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του κράτους δικαίου.
Αυτός λοιπόν ήταν ο Μπολιβάρ που αργότερα επηρρεάστηκαν πολλά κινήματα στην Νότια Αμερική. Κινήματα που έστω στην αρχή τους είχαν εθνικοαπελευθερωτικούς σκοπούς. Η Ματσάδο κάνοντας την κίνηση της είπε: «200 χρόνια ιστορίας μετά, ο λαός του Μπολίβαρ επιστρέφει στον κληρονόμο του Ουάσινγκτον ένα μετάλλιο – σε αυτή την περίπτωση το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης – ως αναγνώριση της μοναδικής του δέσμευσης για την ελευθερία μας».
Μια ελευθερία όμως που ξέρουμε ότι είναι εύθραυστη. Όσοι γνωρίζουν έστω και ελάχιστα την ιστορία της Νοτίου Αμερικής, γνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ πάντα έπαιζαν βρώμικο ρόλο εκεί. Γνωρίζουν ότι η βράβευση της Ματσάδο δεν ήταν παρά η αναγνώριση της ακαδημίας της επίτευξης των συμφερόντων των Ιμπεριαλιστών. Δεν το έδωσαν εκεί που το ποθούσαν αλλά στους ακολούθους των πόθων. Ελπίζουμε να πήραν καλά το μάθημά τους αυτή την φορά.
![]()