Γράφει ο Στέφανος Καραπέτης

Το κόμμα διέπεται από δυο διαφορετικές στρατηγικές εδώ και καιρό. Το ρήγμα όμως μεταξύ των δυο στρατηγικών βαθαίνει και ειδικά από την μέρα που παραιτήθηκε από την θέση του προέδρου ο Αλέξης Χαρίτσης και αντικαταστάθηκε προσωρινά από τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, όπου σημειωτέον δεν είναι εκλεγμένος βουλευτής εν αντιθέσει με τον τέως πρόεδρο του κόμματος, που είχε εκλεγεί, όπως και όλη η κοινοβουλευτική ομάδα με τον ΣΥΡΙΖΑ το 2023.
Ο τέως πρόεδρος του κόμματος είναι υπέρ της στρατηγικής της ιδεολογικής αυτάρκειας, δηλαδή της οικοδόμησης ενός κόμματος με σαφή αριστερή ταυτότητα, βασισμένο σε ιδεολογικές αρχές, αποφεύγοντας πρόσκαιρες συμμαχίες που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν το στίγμα του. Κατά τον πρώην πλέον πρόεδρο η ταυτότητα πρέπει να προηγείται της συνεργασίας ώστε το κόμμα να μην καταντήσει κόμμα καρικατούρα. Το κόμμα πρέπει να έχει σαφής ιδεολογικές αρχές και αντιπολιτευτικό προγραμματικό ρόλο, κοινωνική γείωση και έμφαση σε ζητήματα όπως η οικολογία, τα εργασιακά και τον αυταρχισμό της κυβέρνησης.
Έναντι αυτής της στρατηγικής στέκεται η πλειοψηφία του κόμματος με προεξάρχοντα τον νυν πρόεδρο Γαβριήλ Σακκελαρίδη, όπου η στρατηγική του έχει στόχο τις ευρύτερες συνεργασίες, δηλαδή την δημιουργια ενός ευρύτερου μετώπου δυνάμεων, ικανού να αποτελέσει εναλλακτική λύση απέναντι στη σημερινή κυβέρνηση, επιδιώκοντας συγκλίσεις. Η πολιτική αυτή θεωρείται πιο ανοιχτή, αφού προτεραιοποιεί την πολιτική αποτελεσματικότητα και την δημιουργία συνεργασιών στον χώρο της κεντροαριστεράς και της αριστεράς. Η πλειοψηφία του κόμματος που στέκεται πίσω από τον νυν πρόεδρο θέλει να υπάρξει ένα ισχυρό μέτωπο απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ αναδεικνύοντας την σημασία της συνεργασίας. Η πλειοψηφία του κόμματος είναι σαφές ότι προσβλέπει κυρίως στις κινήσεις του Τσίπρα και στην συνεργασία είτε με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με κομμάτι του κόμματος όπου προήλθε. Βλέπει θετική την συνεργασία με κομμάτια του ΠΑΣΟΚ αλλά και με άλλες δυνάμεις της κοινωνίας που ανήκουν ιδεολογικά κατά κύριο λόγω στην ευρύτερη κεντροαριστερά και αριστερά.
Την δεύτερη στρατηγική την θέλει και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από την στιγμή που ο Σωκράτης Φάμελλος συνεχώς διακηρύττει την ενότητα και την ανασύνθεση στον προοδευτικό χώρο. Το διακήρυξε άλλωστε και πρόσφατα στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ μέσω του γραμματέα της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Διονύση Καλαματιανού. Το ΠΑΣΟΚ δεν στέκεται πάντως αρνητικό στην δεύτερη στρατηγική, αφού σε μια κίνηση συνεργασίας ο Ανδρουλάκης στο πρόσφατο συνέδριο κάλεσε τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να συμμετέχει σε τραπέζι διαλόγου στο συνέδριο με θέμα «Σύνταγμα και Θεσμοί».
Ο Σωκράτης Φάμελλος αρνήθηκε την πρόσκληση, εξηγώντας ότι οι συζητήσεις γίνονται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμπόρευσης και όχι περιχαρακωμένα εντός του συνεδρίου οποιουδήποτε κόμματος, ενώ επεσήμανε ότι αυτό δεν αναιρεί την απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ, να συμμετέχει στον προγραμματικό διάλογο των προοδευτικών δυνάμεων. Αν λοιπόν δούμε τα γεγονότα όπως φαίνονται κατανοούμε ότι το ΠΑΣΟΚ θέλει συνεργασία δυνάμεων, το ίδιο και ο ΣΥΡΙΖΑ (πλειοψηφικά) και το ίδιο και η Νέα αριστερά (πλειοψηφικά). Μπαίνουμε λοιπόν στο ερώτημα, μπορεί να συμβεί? Η απάντηση είναι πως είναι απαραίτητο και υπό προϋποθέσεις σαφώς μπορεί να συμβεί, εφόσον το ίδιο διακηρύττει και ο Αλέξης Τσίπρας.
Έστω λοιπόν τώρα ότι συμβαίνει, μπορεί ως αποτέλεσμα να έχει κάτι που όντως να κερδίσει τον Μητσοτάκη και να είναι σταθερό? Αν το πάρουμε αθροιστικά σίγουρα θα δώσει κάτι το οποίο θα μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη ή έστω να δημιουργήσει μια ισχυρή αξιωματική αντιπολίτευση στις εκλογές του 2027, γιατί εκεί φαντάζομαι ότι προσβλέπουν όλοι που μιλάνε για το προοδευτικό μέτωπο. Η αμφιβολία μου στέκεται στο εαν θα είναι σταθερό. Θα προηγηθεί συζήτηση ή φόρουμ διαλόγου που υποθετικά λέμε θα καταλήξει σε κάποια σημεία που θα εστιάσει η συμμαχία σε περίπτωση διακυβέρνησης. Αυτό το έκανε και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν την διακυβέρνησή του. Μια συμμαχία δυνάμεων ήταν, που όμως ήρθε σε ρήξη τόσο κατά την διακυβέρνηση, θυμίζουμε ότι από κει προέκυψαν η Πλεύση ελευθερίας, η ΛΑΕ και το ΜΕΡΑ25, όσο και μετά και ειδικά μετά την επική ήττα του 2023, όπου προέκυψε η Νέα αριστερά και αργότερα με τα παιχνίδια της πραγματικής ηγεσίας, δηλαδή τον Τσίπρα, ήρθε το μπουζουκτζίδικο και η δημιουργία του Κινήματος Δημοκρατίας, που πρόσφατα μετονομάστηκε σε δημοκράτες-προοδευτικό κέντρο.
Θα αναφερθώ σε άρθρο που δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό μας, του Μάκη Κοψίδη, όπου γράφει τα όσα είχε πει εκείνες της μέρες ο μισητός από όλους αυτούς, δεν ξέρω για το ΠΑΣΟΚ βέβαια, Στέφανος Κασσελάκης. Τόνιζε ο τότε πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ: «Υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο. Ο καθημερινός εξευτελισμός του ΣΥΡΙΖΑ έως το συνέδριο ώστε να απογοητευθεί ο κόσμος του. Ο ΣΥΡΙΖΑ πλήρως απαξιωμένος από την μια να μην αλλάξει και από την άλλη να ρευστοποιηθεί σε μία νεφελώδη κεντροαριστερά με σωτήρα επιλεγμένο από την διαπλοκή». Όλοι αυτοί λοιπόν πρέπει να μαζέψουν έναν απογοητευμένο κόσμο, όπου βρίσκεται και στον ΣΥΡΙΖΑ και στις διασπάσεις του, αλλά και στο ΠΑΣΟΚ, αλλά εντέλει και στην ίδια την κοινωνία, για να φτιάξουν ένα ισχυρό μέτωπο έναντι του Μητσοτάκη, που θα έχει κεντροαριστερά χαρακτηριστικά, δε βλέπω κάτι άλλο. Πρόκειται για κόμματα με προσωπικότητες και ηγετίσκους, κατά τη γνώμη μου πάντα. Όλοι θα θέλουν να ηγηθούν και ιδιαίτερα για να μιλήσω ανοιχτά και καθαρά, ο Αλέξης Τσίπρας.
Αν υποθέσουμε ότι όλοι αυτοί θα τοποθετήσουν στην θέση του αντιπάλου του Μητσοτάκη τον Τσίπρα, δύσκολο να το φανταστώ να γίνει αυτό από πάνω προς τα κάτω, γιατί μιλάμε για μέτωπο που θέλουν να φτιάξουν οι ηγέτες. Τότε η ΝΔ θα συνεχίζει να έχει τα επιχειρήματά της έναντι του παρελθόντος του Τσίπρα. Δεν έχει σε όλα άδικο δυστυχώς και με τις κινήσεις του μετά την φυγή του από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, έχει απογοητεύσει πολύ κόσμο. Οι απογοητευμένοι είναι παλιοί ψηφοφόροι του και πολιτικοί του φίλοι, μεταξύ των οποίων και ο γράφων του άρθρου. Αντικειμενικά, όσο μπορώ να έχω βέβαια, είναι λίγο δύσκολη η συσπείρωση γύρω από πρόσωπο που έχει κυβερνήσει αυτόν τον τόπο και έχει την ευθύνη που του αναλογεί. Το ίδιο θα έγραφα αν η πρόταση ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου ή ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ανεξαρτήτως αν ο τελευταίος δεν έγινε πρωθυπουργός (ήταν συνεργάτης του Σαμαρά, συγκυβερνούσε). Δεν έχουν δείξει βέβαια οι τελευταίοι ότι θέλουν να επανέλθουν, και μάλιστα από ηγετική θέση, στα πράγματα. Έτσι ως προς το θέμα της ενότητας τους αφήνω έξω από την κριτική μου.
Το ΠΑΣΟΚ σίγουρα σε μια τέτοια συμμαχία ούτε ως αστείο δεν θα θέλει να ακούσει τον Τσίπρα. Η Νέα αριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είμαι 100% σίγουρος ότι θα τον προτείνουν, γιατί πολύ απλά δεν έχουν άλλον, και πολύ απλά ήταν οι υπηρέτες του το προηγούμενο διάστημα. Οι περισσότεροι υπουργοί του Τσίπρα κατέληξαν στην νέα αριστερά, κάποιοι, όπως ο Πολάκης ή ο Σπίρτζης, έμειναν στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Πολάκης είναι εμφανές ότι δεν θέλει το μεγάλο προοδευτικό μετώπο, ο Χαρίτσης προτάσσει το κόμμα του πρώτα και μετά την ενότητα. Στο ΠΑΣΟΚ είμαι σίγουρος πως αν τεθεί το θέμα από την ηγεσία θα υπάρχουν πολλοί όπου θα διφωνήσουν και θα γίνει και εκεί βαθύ ρήγμα.
Ας μιλήσουμε λοιπόν ρεαλιστικά, τι σημαίνει ενότητα και κοινό προοδευτικό μέτωπο? Τίποτα απολύτως δεν σημαίνει όταν στον διάλογο που φαίνεται πως έρχεται θα μπουν οι αρχηγισμοί και οι καρέκλες. Αυτό το γνωρίζει η ΝΔ και για αυτό δεν φοβάται. Ξέρει ότι ο Τσίπρας ειδικά υπηρετεί το σχέδιο της πολυδιάσπασης. Κατάφερε στο κόμμα που ήταν αρχηγός και τον ανέδειξε πρωθυπουργό να φτιάξει 8 κόμματα (Δημάρ, Σχέδιο Β, ΛΑΕ, ΜΕΡΑ25,Πλεύση ελευθερίας, Δηκέα, Νέα αριστερά, Κίνημα Δημοκρατίας) σε όλη την πορεία του. Τα κόμματα έφτιαξαν κομματίδια και άλλα ενώθηκαν και άλλα διασπάστηκαν. Η ιστορία είναι γνωστή. Η ΝΔ ξέρει επίσης πως τώρα που εμπλέκεται ξανά ενεργά στην πολιτική ο Τσίπρας θα προκαλέσει άλλες τόσες διασπάσεις στα κόμματα της αριστεράς, εξαιρώ το ΠΑΣΟΚ από την αναφορά αυτή προφανώς. Ο Τσίπρας μόνο κατατμίσεις και διχόνοιες μπορεί να προκαλέσει στον χώρο, και αν ακόμη δεχτούμε ότι κάποια κομμάτια μπορεί να τα ενώσει, και αυτά θα βρίσκονται κάτω από την σκέπη του με φράξιες και τάσεις που με την πρώτη ευκαιρία θα δημιουργήσουν προβλήματα, όπως έγινε στον ΣΥΡΙΖΑ και παλαιότερα στον Συνασπισμό, ανεξαρτήτως αν οι φράξιες του κόμματος προπομπού λειτουργούσαν σε άλλη λογική και βρίσκονταν σε ένα κόμμα που δεν κυβερνούσε και είχε μικρά ποσοστά.
Η απάντηση στις προκλήσεις της εποχής μας δεν είναι οι φράξιες και οι αρχηγισμοί. Με αφορμή λοιπόν τα γεγονότα της Κεντρικής επιτροπής της Νέας αριστεράς, όπου υπέρ της εισήγησης του Σακελλαρίδη ψήφισαν 73 άτομα και κατά 41 και υπήρξαν 3 λευκά, αναφέρομαι ακριβώς σε αυτό που γράφει η εισήγηση. Ασκείται κριτική στην ΝΔ που συμφωνούμε στα περισσότερα σημεία, αν όχι σε όλα. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι συμφωνούμε σαν κείμενο και με πολλά σημεία που αφορούν την ενότητα. Γράφουν ότι την Νέα αριστερά δεν την ενδιαφέρει ούτε κεντρώα ούτε και τα κεντροαριστερά σενάρια ούτε η διάχυση σε μία θολή «προοδευτική» παράταξη». Τέλεια, θα απαντούσαμε, γιατί ούτε και εμάς μας ενδιαφέρει αυτό. Εργάζεται όμως για την ανασύνθεση της αριστεράς, της οικολογίας και των κοινωνικών κινημάτων. Εδώ χωρίς να γράψω περισσότερα, αν διαβάσετε όλο το παραπάνω κείμενο, θα καταλάβετε τις διαφωνίες μας. Είναι θολό το τοπίο σύντροφε Γαβριήλ και δεν μπορείς να είσαι ο βασικός και ισχυρός πυλώνας δημιουργίας μετώπου, το κάλεσμα το απευθύνεις, ο κόσμος όμως απαντάει όχι, τουλάχιστον στην πλειοψηφία του. Απευθύνεις κάλεσμα στον κόσμο της ριζοσπαστικής αριστεράς, πολιτικής οικολογίας, αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, στα κοινωνικά κινήματα και στον κόσμο της αποχής, όπου αυτοί ακριβώς σε έχουν απορρίψει πολιτικά τόσο εσένα και το κόμμα σου όσο και τον ΣΥΡΙΖΑ.
Προφανώς δεν αποκλείεται κανένας άνθρωπος, ακόμα και πολιτικός φορέας, από ένα ισχυρό μέτωπο έναντι του Μητσοτάκη, αλλά αν πρέπει να μάθουμε κάτι από το παρελθόν είναι ο αποκλεισμός των τάσεων και των καρεκλοκένταυρων. Ωστόσο θα πρέπει να αναφέρω κάτι που διαβάζω στις τελευταίες γραμμές της απόφασης και το οποίο με βρίσκει και πάλι σύμφωνο ως προς το συμπέρασμα. Κατηγορείται η γραμμή του προοδευτικού πόλου για «έλλειψη ρεαλισμού» «αφού το ΠΑΣΟΚ έχει υιοθετήσει την πιο δεξιά παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ αναμένει καρτερικά το κάλεσμα του Α. Τσίπρα, υπό οποιουσδήποτε όρους». Αν και μισή αλήθεια είναι ορθότατο συμπέρασμα.
Και για να κλείσω με την πραγματικότητα που βλέπω εγώ, αλλά και με την αλήθεια όσο με αφορά. Μέσα από τις διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ κατέληξα στο κίνημα Δημοκρατίας, το νυν κόμμα Δημοκράτες-προοδευτικό κέντρο. Προφανώς το κίνημα που ανήκω έχει και αυτό τα δικά του προβλήματα, αλλά δεν έχει τάσεις, όσοι διαφωνούν αποχωρούν ή διαγράφονται. Είμαστε ένα κόμμα όμως που χωρίς να απορρίπτουμε το παρελθόν μας, που δηλώνουμε περήφανοι, τοποθετούμαστε στον χώρο του κέντρου, ανήκουμε στο Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό κόμμα, ανήκουμε στο φιλελεύθερο φάσμα και χαρακτηριζόμαστε για τον ισχυρό Ευρωπαϊσμό. Σε ότι αφορά την χώρα μας παρακολουθούμε τον διάλογο ή την προσπάθεια διαλόγου στον χώρο της ευρύτερης κεντροαριστεράς, δεν απορρίπτουμε μετεκλογικές συνεργασίες, αλλά είμαστε ξεκάθαρα έναντι της ΝΔ του Μητσοτάκη, μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ούτε με το κυβερνών κόμμα αλλά ούτε και με τα ακροδεξιά κόμματα επρόκειται να συνεργαστούμε σε κανένα επίπεδο.
Όλες τις αποφάσεις τις παίρνουμε συλλογικά και με εσωκομματικά δημοψηφίσματα και με συνέδρια χωρίς ψηφισμένους συνέδρους, αλλά με την συμμετοχή όλων των μελών, όπου αποφάσισε πλειοψηφικά πάντα, το όνομα, το σήμα, τον πρόεδρο και το καταστατικό του κόμματος. Είναι η αρχή της συμμετοχικής δημοκρατίας, που ομοιάζει πολύ με την δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας. Η πολιτική μας εστιάζει στο κοινωνικό κράτος, στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη, στην επιχειρηματικότητα, στο δικαίωμα στην εργασία, στην φορολογική δικαιοσύνη, στην ψηφιακή δημοκρατία και το κυριότερο, στο κράτος δικαίου. Ο ιδρυτής μας που είναι ο πρόεδρος που απορρίψατε εσείς που τώρα θέλετε διάλογο με τις δράσεις του έχει αναδείξει μια σειρά ζητημάτων, προφανώς και την εποχή που ήταν πρόεδρος στον ΣΥΡΙΖΑ. Πήγε στην δικαιοσύνη τον Αυγενάκη και μια σειρά άλλων υπουργών της κυβέρνησης, κατέθεσε στην Ευρωπαϊκή εισαγγελία στοιχεία για τις υποθέσεις που ερευνά, πήγε στην Παλαιστίνη και όχι στο Ισραήλ και βέβαια δημόσια διατύπωσε σαφείς πατριωτικές θέσεις. Εναντιώνεται στην συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και την αποστρατικοποίηση των νησιών, ενώ πρότεινε επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια και κατήγγειλε και οποιαδήποτε πρακτική μυστικής διπλωματίας και «συμφωνιών κάτω από το τραπέζι». Επανέλαβε την πάγια ελληνική θέση περί συνομιλιών και προσφυγής αποκλειστικά για τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.
Την ώρα που εσείς τσακώνεστε ή τοποθετήστε για τον διάλογο στην αριστερά και στο κέντρο, εμείς δρούμε υπέρ των συμφερόντων της πατρίδας μας, και κάνουμε σοβαρή και έμπρακτη κριτική στην κυβέρνηση. Για όσους θέλουν να συμμετάσχουν στην προσπάθεια γράφονται στο κόμμα ηλεκτρονικά χωρίς ερωτήσεις για το παρελθόν και αποκλεισμούς στην σελίδα μας. Στα θέματα της ακρίβειας που μαστίζουν την εποχή μας λόγω της πολιτικής της κυβέρνησης κατά κύριο λογο και κατά δεύτερον των πολέμων, έχουμε τις προτάσεις μας σε ειδικό site που ονομάζεται επάρκεια και προοπτική.
Φτιάχνουμε ένα κίνημα από τα κάτω και όχι από τους ηγετίσκους και τις φράξιες. Ακούμε τον κόσμο και όχι τους πολιτικούς, και απο κει χαράζουμε τους πολιτικούς μας στόχους, που είναι ξεκάθαροι.
Καταπολεμούμε την ακρίβεια, την ανεργία, στεκόμαστε απέναντι σε όποιον καταστρατηγεί την δημοκρατία και τα δικαιώματα και στεκόμαστε στο πλευρό όσων ζητούν δικαιοσύνη με προμετωπίδα της εποχής μας προφανώς τους συγγενείς των θυμάτων, αλλά και τα επιζήσαντα θύματα των Τεμπών. Αν η κοινωνία μας ζητήσει την συνεργασία με άλλες δυνάμεις εγγυόμαστε ότι θα το πράξουμε. Εδώ είναι και η απάντηση μας σε όλα τα παραπάνω που αφορούν τα κόμματα της αριστεράς και του κέντρου.
![]()