30 Μαρτίου 1952: Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη

30 Μαρτίου 1952: Η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη

Για το κομμουνιστικό κίνημα ο Νίκος Μπελογιάννης είναι ένα κεφάλαιο. Για την Ελλάδα και το τότε κράτος της δεξιάς είναι η μαύρη ιστορία. Πριν μιλήσουμε όμως για τα γεγονότα και την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη, που έγινε μια μέρα σαν σήμερα το όχι και τόσο μακρινό 1952, θα αναφερθούμε σε μια φράση που είπε ο ίδιος κατά την διάρκεια του δικαστηρίου και σίγουρα δείχνει ότι η έννοια της αριστεράς δεν είναι και τόσο μακρινή σε σχέση με τη ιδέα της πατρίδας, μια φράση που έμεινε στην ιστορία και δείχνει ότι η μαύρη προπαγάνδα που χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα οι θιασώτες του φασισμού, πατριδοκάπηλοι και λοποί ακροδεξιοί, είναι απλά άκυρη και ανιστόρητη.

Ο Νίκος Μπελογιάννης θέλοντας να αναφερθεί στην αντιστασιακή δράση του ΕΑΜ και των λοιπών οργανώσεων του ΚΚΕ κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης είπε κατά την διάρκεια της απολογίας του «Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα, με την καρδιά μας και με το αίμα μας». Το μετεμφυλιακό κράτος μπορεί να τον δολοφόνησε, αλλά το πρόσωπο και οι αγώνες του μείναν ανεξίτηλοι μέσα στην ιστορία και τους αγώνες για την εθνική απελευθέρωση, ενώ ελάχιστοι θυμούνται τόσο τους κατήγορούς του όσο και τους δικαστές που τον έστησαν στα 11 μέτρα. Αυτή είναι η εκδίκηση όμως της ιστορίας και οι συνέπειες ενός εμφυλίου που κάποιοι θέλουν να τον επαναφέρουν και σήμερα στην επικαιρότητα, γιατί προφανώς εξυπηρετεί τους πολιτικούς τους σκοπούς.

Τα οράματα άλλωστε των ανθρώπων που σκότωσαν τον Μπελογιάννη τουφεκίστηκαν από αυτούς που έστηναν το μπλόκο της απριλιανής δικτατορίας, που είναι και ο βασικός λόγος που χάθηκε η μισή Κύπρος. Δυστυχώς όσο και να ονειρεύονται την ανεπτυγμένη Ελλάδα, την δικαιοσύνη (με διώξεις όμως στους αντιφρονούντες) τον δήθεν προοδευτισμό και την θολοκουλτούρα του όλοι ίδιοι είναι, η ίδια η ιστορία θα έρχεται και θα τους εκδικείται και βέβαια αυτό δεν ισχύει μόνο για την περίπτωση του Νίκου Μπελογιάννη, αλλά και για μια σειρά άλλων αγωνιστών της εποχής. Η ημέρα όμως επιβάλλει ένα ιστορικό αφιέρωμα στον άνθρωπο με το Γαρύφαλλο, που γελαστός πήγαινε προς τον θάνατο που του επέβαλλε το αστικό κράτος.

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα στις 27 Οκτωβρίου του 1915. Ήταν γόνος μιας σχετικά εύπορης οικογένειας. Σε νεαρή ηλικία εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ, την τότε κομμουνιστική νεολαία. Το 1932 εισήλθε στην νομική Αθηνών ενώ παράλληλα ξεκίνησε να αναπτύσσει μια έντονη πολιτική δράση, όπου συνδεόταν με το κομμουνιστικό κίνημα της εποχής. Πολύ σύντομα οδηγήθηκε στην εξορία όπως πολλοί άλλοι αγωνιστές, εκεί υπέστη βασανιστήρια και φυλακίσεις από τις Ελληνικές μεσοπολεμικές κυβερνήσεις.

Τον Μάρτιο του 1936 συνελήφθη για πρώτη φορά και εκτοπίστηκε στην Ιο. Ύστερα από δυο μήνες καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση, ποινή όμως που ανεστάλη λόγω παρέμβασης των γονέων του. Ύστερα ταξίδεψε στην Αθήνα για κομματικούς λόγους και επέστρεψε στην Αμαλιάδα, ενώ μετά από το πραξικόπημα του Μεταξά της 4ης Αυγούστου του 1936 με κομματική εντολή εγκαταστάθηκε στην Πάτρα. Στη συνέχεια κατατάχθηκε στο 12ο Σύνταγμα Πεζικού, και διοργάνωσε, μαζί με φίλους του από την Αμαλιάδα, κομματικούς πυρήνες

Τον Δεκέμβριο του 1936, συνελήφθη εκ νέου, βασανίστηκε στην Ειδική Ασφάλεια και καταδικάστηκε σε τρίμηνη φυλάκιση και τρίμηνη περίοδο εξορίας. Τον Ιούνιο του 1937, επανήλθε στη Πάτρα, και ανέλαβε καθήκοντα συντάκτη, στο αντιμεταξικό έντυπο «Λαϊκή Γνώμη» έως το Μάιο του 1938 όπου επανασυνελήφθη και καταδικάστηκε σε πενταετή φυλάκιση. Εξέτισε την ποινή του διαδοχικά στις φυλακές Ακροναυπλίας, Κατούνας, Βόνιτσας και Λαζαρέτου. Στις φυλακές Λαζαρέτου αρρώστησε από φυματίωση και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Σωτηρία, όπου και παρέμεινε μέχρι την ιταλική συνθηκολόγηση.

Το Σεπτέμβριο του 1943 δραπέτευσε από το Σωτηρία, επανεγκαταστάθηκε στη Πάτρα και εντάχθηκε στις εαμικές οργανώσεις.Την περίοδο 1943-1944 ο Μπελογιάννης γλίτωσε από το κύμα συλλήψεων που λάμβανε χώρα, και ανέλαβε την καθοδήγηση των τοπικών οργανώσεων. Κατά τη διάρκεια του 1944 δρούσε σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου, και έχαιρε της εκτίμησης πολλών στελεχών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Την άνοιξη του 1944, περίοδο που λάμβαναν χώρα συγκρούσεις μεταξύ του ΕΛΑΣ και των Ταγμάτων Ασφαλείας, ως αντίποινα στην εξόντωση οικογενειών ανταρτών και πολιτικών στελεχών του ΕΑΜ, ο Μπελογιάννης εισήγαγε την αρχή της αλληλέγγυας ευθύνης για τις οικογένειες των ταγματασφαλιτών. Ως πολιτικός επίτροπος του 9ου Συντάγματος, πριν από τα Δεκεμβριανά απαγόρευσε στον συνταγματάρχη Βλάση Ανδρικόπουλο να χτυπήσει τα βρετανικά στρατεύματα.

Κατά την περίοδο του εμφυλίου ήταν πολιτικός επίτροπος της 10ης μεραρχίας του ΔΣΕ. Μετά την ήττα του ΔΣΕ ήταν ένας από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν τη χώρα τον Αύγουστο του 1949 και εγκαταστάθηκε σαν πολιτικός πρόσφυγας στην Πολωνία.

Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε κρυφά στην Ελλάδα μέσω Αργεντινής με το ψευδώνυμο Ερρίκος Πανόζ, με σκοπό να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του παράνομου τότε ΚΚΕ στην Αθήνα, που είχαν διαλυθεί από τις συλλήψεις και εκτελέσεις πολλών στελεχών του. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1950, συνελήφθη και δικάστηκε για την εμπλοκή του με το ΚΚΕ με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο 509/1947, σύμφωνα με τον οποίο το ΚΚΕ είχε κηρυχθεί παράνομο θεωρούμενο ως εγκληματική οργάνωση, ενώ κατηγορήθηκε και ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.

Με αυτό το κατηγορητήριο ξεκίνησε η πρώτη δίκη στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 1951 με 52 κατηγορούμενους συνολικά, από το Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών στο Αρσάκειο Δικαστικό Μέγαρο. Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, ο μετέπειτα δικτάτορας του καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967, ως έκτακτος στρατοδίκης. Η δίκη ολοκληρώθηκε στις 16 Νοεμβρίου με δώδεκα θανατικές καταδίκες. Μετά όμως την διεθνή κατακραυγή που ακολούθησε, ο πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας δήλωσε ότι η απόφαση δεν θα εκτελεστεί. Αποφασίζεται όμως ο Μπελογιάννης και ορισμένοι άλλοι κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε νέα δίκη με τη βαρύτερη κατηγορία της κατασκοπείας, με στόχο να αναιρεθεί η υπόσχεση που υποχρεώθηκε να δώσει.

Εν τω μεταξύ στις 16 Νοεμβρίου του 1951 ανακαλύπτονται από την Ασφάλεια Προαστίων της Ελληνικής Χωροφυλακής παράνομοι ασύρματοι στις περιοχές Καλλιθέας και Γλυφάδας, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους στρατοδίκες για επιστράτευση του νόμου περί κατασκοπείας. Υπεύθυνος για τον ασύρματο της Καλλιθέας ήταν ο παλαίμαχος κομμουνιστής Νίκος Βαβούδης που αυτοκτόνησε μέσα στην κρύπτη του για να μην πέσει στα χέρια της Ασφάλειας. Έτσι ο Μπελογιάννης και οι άλλοι κατηγορούμενοι προσάγονται σε νέα δίκη.

Η δεύτερη αυτή δίκη αρχίζει στις 15 Φεβρουαρίου 1952, με βάση τον μεταξικό νόμο 375/1936 περί κατασκοπείας, ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών. Ο Μπελογιάννης αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και πρόβαλε τις πατριωτικές ενέργειες του ίδιου και του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της κατοχής. Η δίκη του πήρε μεγάλη δημοσιότητα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο. Σε πολλές πόλεις της Ευρώπης έγιναν εκδηλώσεις συμπαράστασης. Ο Νίκος Μπελογιάννης έμεινε γνωστός ως «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», από ένα γαρύφαλλο που κρατούσε καθημερινά κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο Πάμπλο Πικάσο μάλιστα εμπνεύστηκε ένα σκίτσο από την εικόνα του Μπελογιάννη με το γαρύφαλλο, που έγινε διάσημο.

Τον Πικάσο όταν τον ρώτησαν γιατί το σκίτσο στην άκρη του μένει ανοιχτό, απάντησε: «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτραίτο».

Μέσα σε χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας, η κυβέρνηση Πλαστήρα έλαβε περίπου 250.000 τηλεγραφήματα από όλο τον κόσμο, με τα οποία πολλοί επώνυμοι και μη ζητούσαν να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ανάμεσά τους, ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας, οι Πωλ Ελυάρ, Ζαν Κοκτώ, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Ναζίμ Χικμέτ, Πάμπλο Πικάσο και Τσάρλι Τσάπλιν.

Παρέμβαση υπέρ του Μπελογιάννη μάλιστα έκανε και ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων αναφέροντας πως: «Έχω συγκλονιστεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο και από των πρώτων χριστιανών, γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Παρά την παγκόσμια κινητοποίηση και συγκίνηση, το δικαστήριο, αποτελούμενο αυτή τη φορά από τακτικούς στρατοδίκες, τον καταδίκασε ομόφωνα σε θάνατο την 1η Μαρτίου του 1952 τόσο τον Μπελογιάννη όσο και τους συντρόφους του Έλλη Παππά, Νίκο Καλούμενο, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Τάκη Λαζαρίδη. Λίγο αργότερα ήρθε όμως στη δημοσιότητα το γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο ανελάμβανε κάθε ευθύνη για την καθοδήγηση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ και υποσχέθηκε να παρουσιαστεί στις αρχές με τον όρο να μην εκτελεσθεί ο Μπελογιάννης. Ακολούθησε ωστόσο η διάψευση από τον Νίκο Ζαχαριάδη μέσω του ραδιοφωνικού σταθμό «Ελεύθερη Ελλάδα» του Βουκουρεστίου, αλλά και από το Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που χαρακτήρισαν την επιστολή «μύθευμα της Ασφάλειας», ενώ αντίθετα το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωνε πως ο γραφικός χαρακτήρας της επιστολής και η υπογραφή είναι γνήσια.

Όταν η επιστολή και η διάψευση του ΚΚΕ έγιναν γνωστές ο ίδιος ο Μπελογιάνης που ανέμενε στη φυλακή την απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων φέρεται να δήλωσε στον συνήγορό του Μηνά Γαλέο, που τον επισκέφτηκε ότι «ο Νίκος Πλουμπίδης σε καμιά περίπτωση δεν ήταν όργανο της Ασφάλειας», όπως ισχυρίζονταν το ΚΚΕ και ο Νίκος Ζαχαριάδης. Η προσπάθεια του Πλουμπίδη με την βοήθεια του ΚΚΕ, αφού την διέψευσε, έπεσε στο κενό. Το μετεμφυλιακό καθεστώς δήλωνε ότι δεν επρόκειτο να συναλλαγεί με τον καταζητούμενο για κομμουνιστική δράση, Νίκο Πλουμπίδη, όπου θα πρέπει να σημειωθεί ότι και αυτός δυο χρόνια αργότερα (1954) εκτελέστηκε, αλλά θα ακολουθήσει άλλο αφιέρωμα για την δράση του δασκάλου και ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ της εποχής.

Η θανατική καταδίκη δεν άλλαξε ποτέ και ούτε δόθηκε χάρη από τον βασιλιά Παύλο, παρά τις διεθνείς εκκλήσεις. Την Κυριακή 30 Μαρτίου του 1952 οι τέσσερις μελλοθάνατοι κομμουνιστές, Μπελογιάννης, Νίκος Καλούμενος, Δημήτρης Μπάτσης και Ηλίας Αργυριάδης μεταφέρθηκαν από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο του Γουδή και στις 04:12 τα ξημερώματα και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού. Η Έλλη Παππά, σύντροφος του Μπελογιάννη, δεν εκτελέστηκε λόγω του παιδιού του Μπελογιάννη που είχε πρόσφατα γεννήσει μέσα στη φυλακή, ενώ ο Τάκης Λαζαρίδης δεν εκτελέστηκε τόσο λόγω του νεαρού της ηλικίας του όσο και λόγω του γεγονότος ότι ο πατέρας του είχε εκτελεστεί από τους Βούλγαρους κατακτητές. Δόθηκε επίσης χάρη στους Χαράλαμπο Τουλιάτο και Μιλτιάδη Μπισμπάνο. Η ώρα και η ημέρα της εκτέλεσης ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστη (οι εκτελέσεις γινόταν πάντα με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ μέρα Κυριακή ακόμα και από τους Γερμανούς ναζί κατακτητές) και φέρεται να έγινε τότε για να προλάβουν οι υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος.

Η δίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη συνέβησαν την περίοδο που ο τότε πρωθυπουργός, στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας, επιχειρούσε να επιβάλει την πολιτική της εθνικής συμφιλίωσης. Στο πρόγραμμα του κόμματος του ήταν η απελευθέρωση των εκτοπισμένων και των πολιτικών κρατούμενων και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ. Ο ίδιος ο Πλαστήρας φαίνεται πως ήταν αντίθετος στην εκτέλεση του Μπελογιάννη, η ενεργοποίηση όμως του νόμου περί κατασκοπείας ώθησαν τα πράγματα σε αντίθετη κατεύθυνση. Όλα όσα επαγγελόταν ο τότε πρωθυπουργός θα γινόντουσαν πολύ αργότερα, ύστερα μάλιστα από μια εθνική τραγωδία, την εισβολή στην Κύπρο το 1974, όπου προκάλεσε την πτώση της δικτατορίας και την αρχή της μεταπολίτευσης. Η εθνική συμφιλίωση δεν θα γινόταν τότε και όλα αυτά λόγω της ύπαρξης του ΙΔΕΑ και άλλων εθνικιστικών οργανώσεων, που λίγο αργότερα θα έπαιρναν και την εξουσία καταπατώντας τις αρχές και τους κανόνες της δημοκρατίας.

Με τον θάνατό του ο Μπελογιάννης έγινε ένας από τους μεγαλύτερους ήρωες της ελληνικής Αριστεράς. Λίγες μέρες μετά την εκτέλεση το όνομά του δόθηκε σε πλατείες και δρόμους σε διάφορες σοσιαλιστικές χώρες, καθώς και σε ένα χωριό στην Ουγγαρία που στέγαζε τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες. Το χωριό Μπελογιάννης υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα με ελάχιστους πια όμως απογόνους των πολιτικών εξόριστων να ζουν σε αυτό.

Πολύ σημαντικό στοιχείο για τη δίκη του είναι ότι ο Μπελογιάννης κατάφερε να την μεταστρέψει ενάντια των κατηγόρων του με την ιστορική του απολογία. Ανάμεσα σε άλλα είπε: «ο λόγος που δικάζομαι είναι η ιδιότητα μου ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ» καθώς και ότι «οι κομμουνιστές που τους καταδικάζουν ως προδότες δώσανε το αίμα τους για το ψωμί και τις ελευθερίες του Λαού. Αγωνιστήκαμε δίχως να γνωρίσουμε ύπνο για να προφτάσουμε την Αυγή και το Αύριο, και να δημιουργήσουμε νέους χρόνους και εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων!». Η απολογία του έτσι και αλλιώς έχει γραφτεί στην ιστορία, μπορεί το μετεμφυλιακό ψευτοπατριωτικό κράτος να καταδίκασε τον Μπελογιάννη, αλλά αυτός μέσα από την απολογία του ξεφτίλησε όλους αυτούς που θα τον έστελναν στα 11 μέτρα. Όλα αυτά με το χαμόγελο πάντα στα χείλη από την πρώτη του μέχρι την τελευταία στιγμή.

Ο γιος του Νίκος γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1951. Σπούδασε χημικός μηχανικός και εργάστηκε ως αναστηλωτής μνημείων στο Υπουργείο Πολιτισμού. Την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση ως μέλος της οργάνωσης «Ρήγας Φεραίος», αλλά δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με την πολιτική. Έκανε μελέτες και επανεκδόσεις έργων του πατέρα του και έγραψε τα ιστορικά έργα «Σταλινισμός: Η τέταρτη μονοθεϊστική θρησκεία» (μαζί με την Αγγελική Κωττή) και «Αυτά λοιπόν τα νέα του Αλεξάνδρου. Στιγμιότυπα της μνημονιακής εποχής δεξιάς και αριστεράς». Το 2017 δώρισε στον δήμο Αμαλιάδας το σπίτι του πατέρα του. Πέθανε τον Οκτώβριο του 2020 έπειτα από μακροχρόνια ασθένεια.

Ο Μπελογιάννης ζει στους αγώνες του σήμερα

Loading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading