Γράφει ο Ψυχολόγος – Σύμβουλος Γάμου Γιάννης Ξηντάρας

Ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα για έναν γονιό είναι να βλέπει το παιδί του να δυσκολεύεται και να μην παρεμβαίνει αμέσως. Το ένστικτο λέει να βοηθήσουμε, να βρούμε τη λύση, να απομακρύνουμε το εμπόδιο, να προλάβουμε την απογοήτευση.
- Αν ένα άλλο παιδί το αδίκησε, θέλουμε να παρέμβουμε.
- Αν δυσκολεύεται με μια εργασία, καθόμαστε δίπλα του μέχρι να τελειώσει.
- Αν ξέχασε κάτι που χρειαζόταν στο σχολείο, μπορεί να μπούμε στον πειρασμό να τρέξουμε να του το πάμε.
- Αν ένας έφηβος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα με τους φίλους του, συχνά έχουμε έτοιμη τη συμβουλή πριν ακόμη ολοκληρώσει την ιστορία.
Όλα αυτά ξεκινούν από ένα πολύ φυσικό σημείο: την επιθυμία μας να προστατεύσουμε τα παιδιά μας. Υπάρχει όμως μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «είμαι εδώ για σένα» και στο «θα το κάνω εγώ για σένα». Όσο περισσότερο μεγαλώνει ένα παιδί, τόσο σημαντικότερο γίνεται να μπορούμε να διακρίνουμε πότε πραγματικά μας χρειάζεται και πότε η δική μας αγωνία μάς κάνει να παρεμβαίνουμε περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται.
Γιατί κάθε δυσκολία που εμφανίζεται στη ζωή ενός παιδιού δεν είναι απαραίτητα κάτι από το οποίο πρέπει να το προστατεύσουμε – μπορεί να είναι και μια μικρή ευκαιρία να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις. Σκεφτείτε ένα παιδί που προσπαθεί να φτιάξει κάτι και δεν τα καταφέρνει. Εκνευρίζεται, ξαναπροσπαθεί, απογοητεύεται. Ο ενήλικας δίπλα του γνωρίζει πιθανότατα πώς να το κάνει και θα μπορούσε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να λύσει το πρόβλημα. Αν το κάνει, το παιδί πράγματι θα ανακουφιστεί. Αν όμως μπορέσει να περιμένει λίγο, ίσως του δώσει κάτι περισσότερο από τη λύση: την εμπειρία της προσπάθειας.
Αυτή η εμπειρία είναι πολύτιμη γιατί η αυτοπεποίθηση δεν χτίζεται μόνο μέσα από τα ενθαρρυντικά λόγια των γονιών. Χτίζεται κυρίως μέσα από τη μνήμη όσων καταφέραμε μόνοι μας. Το παιδί που δυσκολεύτηκε, σκέφτηκε, δοκίμασε ξανά και τελικά βρήκε έναν τρόπο, κρατά μέσα του μια πληροφορία πολύ σημαντικότερη από το «οι γονείς μου πιστεύουν σε μένα»: αρχίζει να πιστεύει το ίδιο στον εαυτό του.
Αυτό προϋποθέτει βέβαια ότι θα του επιτρέψουμε να συναντήσει και λίγη απογοήτευση – κάτι που για τους γονείς δεν είναι καθόλου εύκολο… Η αλήθεια είναι ότι συχνά δυσκολευόμαστε περισσότερο εμείς να αντέξουμε τη στενοχώρια του παιδιού απ’ όσο δυσκολεύεται το ίδιο. Θέλουμε να αισθανθεί γρήγορα καλύτερα και, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπορεί να σπεύδουμε να εξαφανίσουμε κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Μόνο που η ζωή αναπόφευκτα θα περιλαμβάνει απογοητεύσεις, αποτυχίες, ανθρώπους που θα πουν «όχι», προσπάθειες που δεν θα πετύχουν με την πρώτη.
Το ερώτημα επομένως δεν είναι πώς θα φροντίσουμε να μη συναντήσει ποτέ αυτές τις εμπειρίες, αλλά να μας ενδιαφέρει περισσότερο τι θα έχει μάθει να κάνει όταν τις συναντήσει. Η παρουσία του γονιού παραμένει εξαιρετικά σημαντική, απλώς μπορεί να πάρει μια διαφορετική μορφή.
- Αντί να δώσουμε αμέσως τη λύση, μπορούμε να ρωτήσουμε «εσύ τι σκέφτεσαι να κάνεις;».
- Αντί να αναλάβουμε μια δύσκολη κατάσταση, μπορούμε να βοηθήσουμε το παιδί να σκεφτεί δύο ή τρεις πιθανές επιλογές.
- Μερικές φορές αρκεί να ακούσουμε τη στενοχώρια του χωρίς να προσπαθήσουμε να τη διορθώσουμε.
Ένα παιδί που επιστρέφει σπίτι επειδή τσακώθηκε με τον καλύτερό του φίλο μπορεί εκείνη τη στιγμή να χρειάζεται περισσότερο έναν άνθρωπο που θα ακούσει πόσο το πείραξε παρά έναν ενήλικα που θα του εξηγήσει ποιος είχε δίκιο και τι πρέπει να κάνει αύριο στο σχολείο.
Το ίδιο αλλάζει μορφή όσο τα παιδιά μεγαλώνουν. Στην εφηβεία, για παράδειγμα, η ανάγκη να λύσουμε εμείς τα προβλήματά τους μπορεί εύκολα να βιωθεί ως έλλειψη εμπιστοσύνης. Ο έφηβος χρειάζεται ακόμη τον γονιό του, αλλά με διαφορετικό τρόπο: ως ένα σταθερό σημείο στο οποίο μπορεί να επιστρέψει, να συζητήσει, να ζητήσει γνώμη όταν τη χρειάζεται και να ξέρει ότι υπάρχει βοήθεια διαθέσιμη αν τα πράγματα γίνουν πραγματικά δύσκολα.
Φυσικά, επειδή όλες οι καταστάσεις δεν είναι ίδιες, υπάρχουν και εκείνες στις οποίες η παρέμβασή μας είναι απαραίτητη. Η ηλικία του παιδιού, η σοβαρότητα του προβλήματος και οι κίνδυνοι που μπορεί να υπάρχουν καθορίζουν κάθε φορά πόσο πίσω μπορούμε να σταθούμε. Το να δίνουμε χώρο δεν σημαίνει ότι αφήνουμε ένα παιδί μόνο του απέναντι σε κάτι που ξεπερνά τις δυνατότητές του. Αυτό που μπορούμε σταδιακά να μάθουμε είναι να μην μπερδεύουμε τη φροντίδα με τη διαρκή διάσωση. Ίσως ένας χρήσιμος τρόπος να το σκεφτόμαστε είναι να αναρωτιόμαστε, πριν παρέμβουμε: «Με χρειάζεται πραγματικά αυτή τη στιγμή ή δυσκολεύομαι εγώ να το βλέπω να δυσκολεύεται;».
Η απάντηση δεν θα είναι πάντοτε ξεκάθαρη. Η ίδια η ερώτηση, όμως, μπορεί να αλλάξει λίγο τη θέση μας. Γιατί μεγαλώνοντας ένα παιδί, ο στόχος μας δεν είναι μόνο να αισθάνεται ασφαλές όσο βρίσκεται κοντά μας. Σιγά σιγά θέλουμε να δημιουργηθεί μέσα του και μια δική του αίσθηση ασφάλειας, εκείνη η εσωτερική βεβαιότητα ότι μπορεί να συναντήσει ένα πρόβλημα, να μην ξέρει αμέσως τι να κάνει, να δοκιμάσει, ακόμη και να αποτύχει, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα τα καταφέρει.
Κάποτε θα χρειαστεί να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες του χωρίς εμάς δίπλα του.Μέχρι τότε έχουμε μια πολύτιμη ευκαιρία: να είμαστε αρκετά κοντά ώστε να ξέρει ότι μπορεί να στηριχθεί πάνω μας και ταυτόχρονα να του αφήνουμε αρκετό χώρο ώστε να ανακαλύπτει, κάθε τόσο, ότι μπορεί να στηριχθεί και στα δικά του πόδια.
![]()